Αλιεία

Η τσιπούρα

Η τσιπούρα

Η τσιπούρα

Η τσιπούρα αποτελεί από παλιά αντικείμενο παραδοσιακής εκτατικής εκτροφής σε παράκτιες λιμνοθάλασσες και υφάλμυρες υδάτινες λεκάνες, ιδίως στο πλαίσιο της ιταλικής vallicoltura στη βόρεια Ιταλία και των καλλιεργειών στα esteros (αλίπεδα) της νότιας Ισπανίας. Η τεχνητή αναπαραγωγή της τσιπούρας κατέστη δυνατή μόλις τη δεκαετία του 1980, γεγονός που είχε ως συνέπεια να αναπτυχθούν ακολούθως συστήματα εντατικής εκτροφής, κυρίως εντός κλωβών στη θάλασσα. Η τσιπούρα, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι το ασημί χρώμα της κεφαλ

Η τσιπούρα © ScandFish

Λατινική ονομασίαSparus aurata
Παραγωγή (ΕΕ-27) – 84.590 τόνοι (2007) ήτοι 67 % της παγκόσμιας παραγωγής.
Αξία (ΕΕ-27) – 363 εκατομμύρια ευρώ (2007).
Κύριες χώρες παραγωγής σε επίπεδο ΕΕ – Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία.
Κύριες χώρες παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο – Ελλάδα, Τουρκία, Ισπανία.
Ενημερωτικό δελτίο

Αναπαραγωγή

Η επιλογή των υγιών γεννητόρων γινόταν παλαιότερα στο φυσικό τους περιβάλλον.

Σήμερα, όμως, τα αυγά της τσιπούρας προέρχονται ολοένα και περισσότερο από ιχθείς εκτρεφόμενους σε ιχθυοτροφεία. Ενόψει κάθε εποχής αναπαραγωγής, πρέπει απαραιτήτως να ελέγχεται ο αριθμός των αρσενικών και των θηλυκών ατόμων, διότι ο εν λόγω ερμαφρόδιτος ιχθύς αλλάζει φύλο κατά τη διάρκεια της ζωής του: είναι αρσενικός τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του και θηλυκός όλη την υπόλοιπη ζωή του. Οι ενήλικοι ιχθύες προετοιμάζονται για την αναπαραγωγή με τη βοήθεια της τεχνικής των φωτοπεριοδικών πρωτοκόλλων (έλεγχος της διάρκειας του φωτός της ημέρας). Το αρσενικό γονιμοποιεί τα αυγά του θηλυκού που επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού. Στη συνέχεια, τα αυγά συλλέγονται και μεταφέρονται σε δεξαμενές επώασης, όπου εκκολάπτονται 48 ώρες αργότερα.

Ιχθυδιογονία

Η ιχθυδιογονία του λαβρακιού και της τσιπούρας γίνεται με τον ίδιο περίπου τρόπο μέσα στα ίδια, ως επί το πλείστον ανεξάρτητα, εκκολαπτήρια.

Η προνύμφη που μόλις έχει εκκολαφθεί είναι μικροσκοπική και το μισό μέγεθός της καταλαμβάνει ουσιαστικά ο λεκιθικός σάκος τον οποίο χρησιμοποιεί για να τραφεί. Ο εν λόγω σάκος περιέχει πολλά θρεπτικά συστατικά: πρωτεΐνες, αμινοξέα, γλυκογόνα, φωσφολιπίδια. Έξι ημέρες μετά την εκκόλαψή της, η προνύμφη, που έχει ήδη καταναλώσει τα λεκιθικά της αποθέματα, μπορεί να αρχίσει να τρέφεται μόνη της: εκτρέφεται λοιπόν στη συνέχεια όπως ακριβώς το ιχθύδιο του λαβρακιού, δηλαδή αρχικά με μικροσκοπικά φύκια και ζωοπλαγκτόν (τροχόζωα), στη συνέχεια με αρτέμιες και, τέλος, με ξηρά τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες (βλ. δελτίο « Το λαβράκι»).

Πάχυνση

Στα εκτατικά συστήματα, οι τσιπούρες εκτρέφονται ως επί το πλείστον μαζί με κέφαλους, λαβράκια και χέλια και τρέφονται με φυσικό τρόπο.

Στα ημι-εκτατικά συστήματα, η ζώνη εκτροφής εμπλουτίζεται με λιπάσματα ώστε να αυξηθεί η διαθεσιμότητα φυσικής τροφής, με συμπλήρωμα βιομηχανικών τροφών. Στα εντατικά συστήματα, η πάχυνση της τσιπούρας γίνεται με βιομηχανικές τροφές σε κόκκους εντός δεξαμενών στην ξηρά ή, όσον αφορά το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της, στη Μεσόγειο και στα Κανάρια νησιά, εντός κλωβών στη θάλασσα. Κατά μέσο όρο, οι τσιπούρες φθάνουν σε εμπορεύσιμο μέγεθος μετά από ενάμιση χρόνο. Οι τσιπούρες θανατώνονται με θερμικό σοκ: προκειμένου να περιοριστεί ο πόνος τους, τοποθετούνται σε λεκάνες γεμάτες με παγωμένο νερό.

Κατανάλωση

Η τσιπούρα, που διατίθεται στην αγορά σε διάφορα μεγέθη, όταν καταναλώνεται «με το κομμάτι», ζυγίζει συνήθως 400 έως 600 γραμμάρια και πωλείται ολόκληρη ή εκσπλαχνισμένη και νωπή.

Βασικές αγορές είναι η Ιταλία και η Ισπανία, όμως η ζήτησή της σημειώνει ολοένα μεγαλύτερη αύξηση και στη βόρεια Ευρώπη. Καθώς οι υφιστάμενες αγορές εμφανίζουν ενδείξεις κορεσμού, το ενδιαφέρον στρέφεται σε νέα μεταποιημένα προϊόντα, όπως οι μεγάλοι εκπρόσωποι του είδους άνω του ενός κιλού (για τα εστιατόρια), καθώς και τα φιλέτα και τα κατεψυγμένα προϊόντα.