Statistics Explained

Συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη — κατανομή εισοδήματος και εισοδηματική ανισότητα


Στοιχεία που εξήχθησαν τον Ιούνιο του 2022.

Προγραμματισμένη ενημέρωση άρθρου: Ιούνιος 2023.

Highlights


Το 2020, το μέσο ισοδύναμο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα ήταν κατά μέσο όρο 17 871 ΜΑΔ ανά κάτοικο στην ΕΕ, κυμαινόμενο από 7 724 ΜΑΔ στη Ρουμανία έως 28 675 ΜΑΔ στο Λουξεμβούργο.

Το 2020, τα άτομα που κατείχαν το 20 % της κατανομής εισοδήματος έλαβαν το 38,1 % του διαθέσιμου εισοδήματος στα κράτη μέλη της ΕΕ.

Το 2020, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μείωσαν την εισοδηματική ανισότητα μεταξύ του πληθυσμού της ΕΕ από 50,5 % σε 30,0 %, όπως μετράται με τον συντελεστή Gini.


Διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα, 2020
(ΜΑΔ ανά κάτοικο)
Πηγή: Eurostat (ilc_di03)


Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος μιας σειράς στατιστικών άρθρων που αποτελούν τη διαδικτυακή δημοσίευση της Eurostat, Συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη . Κάθε άρθρο βοηθά στην παροχή μιας ολοκληρωμένης και ενημερωμένης περίληψης των συνθηκών διαβίωσης στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας ορισμένα βασικά αποτελέσματα από την Η Ευρωπαϊκή Ένωση στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης η οποία διεξάγεται σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και στα περισσότερα από τα ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ και υποψήφιες χώρες .

Τα νομισματικά στοιχεία που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο παρουσιάζονται στο Πρότυπα αγοραστικής δύναμης . Μια ΜΑΔ είναι μια μονάδα που λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στο επίπεδο των τιμών μεταξύ των χωρών. Επισημαίνεται ότι τα στοιχεία για την ΕΕ υπολογίζονται ως σταθμισμένοι ως προς τον πληθυσμό μέσοι όροι των εθνικών δεδομένων για τα κράτη μέλη της ΕΕ. Για παράδειγμα, η κατανομή του εισοδήματος (σε πεμπτημόριο εισοδήματος) αντικατοπτρίζει τη μέση κατανομή εντός των κρατών μελών και όχι τη διανομή στο εσωτερικό της ΕΕ στο σύνολό της. Για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στο μέγεθος και τη σύνθεση του νοικοκυριού, η έννοια της ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα (περαιτέρω σε κείμενο διαθέσιμο εισόδημα) χρησιμοποιείται. Βασίζεται στην έκφραση του συνολικού καθαρού εισοδήματος των νοικοκυριών (που αναφέρεται ως διαθέσιμο) σε σχέση με τον αριθμό των μελών του νοικοκυριού, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ηλικία τους.

Full article

Βασικά ευρήματα

Το μέσο διαθέσιμο ετήσιο εισόδημα είναι υψηλότερο στο Λουξεμβούργο και χαμηλότερο στη Ρουμανία

Το 2020 η διάμεσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα ήταν 17 871 ΜΑΔ για την ΕΕ. Ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και κυμαινόταν από 7 724 ΜΑΔ ανά κάτοικο στη Ρουμανία έως 28 675 ΜΑΔ στο Λουξεμβούργο. Τα υψηλότερα επίπεδα διάμεσου ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματος καταγράφηκαν στη Δύση και Σκανδιναβικά κράτη μέλη της ΕΕ όπως και στις χώρες της ΕΖΕΣ.

Τα άτομα με υψηλό εισόδημα εισπράττουν τουλάχιστον το ένα τρίτο του συνολικού εισοδήματος

Σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη της ΕΕ, το 20 % του πληθυσμού με το υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα (το ανώτερο ή το πέμπτο πεμπτημόριο) αντιπροσώπευε τουλάχιστον το ένα τρίτο του συνολικού εισοδήματος, ποσοστό που το 2020 έφθασε στο ανώτατο επίπεδο του 46,2 % στη Βουλγαρία. Η μόνη εξαίρεση ήταν η Σλοβακία, όπου το μερίδιο ήταν 31,2 %. Αντίθετα, το 20 % του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα (κάτω ή πρώτο πεμπτημόριο) αντιπροσώπευε λιγότερο από το ένα δέκατο του συνολικού εισοδήματος στη συντριπτική πλειονότητα των κρατών μελών της ΕΕ. Εξαιρέσεις παρατηρήθηκαν στην Τσεχία και τη Σλοβακία (10,3 %), καθώς και στη Σλοβενία (10,1 %).

Εισοδηματική ανισότητα όπως μετράται με συντελεστή Gini πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε 12 κράτη μέλη

Η Συντελεστής Gini δίνει το βαθμό στον οποίο η κατανομή του εισοδήματος σε μια χώρα αποκλίνει από μια απόλυτα ίση κατανομή. Μια τιμή Gini 100 % σημαίνει ότι μόνο ένα άτομο λαμβάνει όλο το εισόδημα στη χώρα, ενώ μια τιμή Gini 0 % σημαίνει ότι το εισόδημα κατανέμεται ισότιμα στον πληθυσμό. Η Βουλγαρία (40,0 %), η Λιθουανία (35,1 %), η Λετονία (34,5 %) και η Ρουμανία (33,8 %) παρουσίασαν, το 2020, τα υψηλότερα επίπεδα ανισότητας στο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ. Υψηλοί συντελεστές καταγράφηκαν επίσης στην Τουρκία (43,4 %), τη Σερβία (33,3 %) και την Αλβανία (33,2 %). Από την άλλη πλευρά, μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, το εισόδημα διανεμήθηκε ισομερώς στη Σλοβενία (23,5 %) και στη Σλοβακία (20,9 %).

Εισόδημα των ανθρώπων στο πεμπτημόριο ανώτερου εισοδήματος 5 φορές μεγαλύτερο από εκείνους στο κατώτατο πεμπτημόριο

Η εισοδηματική ανισότητα μπορεί επίσης να μετρηθεί με αναλογία πεμπτημορίων εισοδήματος το οποίο συγκρίνει το εισόδημα που εισπράττει το ανώτερο πεμπτημόριο με εκείνο που εισπράττει το κατώτατο πεμπτημόριο του πληθυσμού. Οι υψηλές τιμές για το λόγο αυτό αποκαλύπτουν σημαντικές διαφορές στην κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των ανώτερων και χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων. Το 2020, ο δείκτης πεμπτημορίων εισοδήματος για την ΕΕ ήταν 4,9, γεγονός που δείχνει ότι, κατά μέσο όρο, το εισόδημα που εισπράττει το 20 % του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα ήταν σχεδόν πενταπλάσιο από το εισόδημα που εισπράττει το 20 % του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα. Το αντίστοιχο ποσοστό για τον πληθυσμό της ΕΕ ηλικίας 65 ετών και άνω ήταν 4,2 %, γεγονός που υποδηλώνει χαμηλότερες εισοδηματικές ανισότητες σε σύγκριση με το συνολικό πληθυσμό.

Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώνουν τις εισοδηματικές ανισότητες

Κοινωνικές μεταβιβάσεις καλύπτουν τη βοήθεια που παρέχεται από κεντρικές, κρατικές ή τοπικές θεσμικές μονάδες και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, παροχές ασθένειας και αναπηρίας, επιδόματα στέγασης, κοινωνικές παροχές και εκπτώσεις φόρου. Το 2020 οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μείωσαν την εισοδηματική ανισότητα μεταξύ του πληθυσμού της ΕΕ. Ο συντελεστής Gini για το εισόδημα ήταν 50,5 % πριν από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων), αλλά μειώθηκε στο 30,0 % μετά τη συνεκτίμηση αυτών των μεταβιβάσεων.


Κατανομή εισοδήματος

Το μέσο διαθέσιμο ετήσιο εισόδημα είναι υψηλότερο στο Λουξεμβούργο και χαμηλότερο στη Ρουμανία

Το 2020, το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα ήταν κατά μέσο όρο 17 871 ΜΑΔ ανά κάτοικο στην ΕΕ. Σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, κυμαινόταν από 28 675 ΜΑΔ στο Λουξεμβούργο και 24 212 ΜΑΔ στη Γερμανία, έως 8 647 ΜΑΔ στη Βουλγαρία και 7 724 ΜΑΔ στη Ρουμανία.

Ο χάρτης 1 δείχνει ότι τα υψηλότερα επίπεδα διάμεσου ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματος καταγράφηκαν στη Δύση και Σκανδιναβικά κράτη μέλη της ΕΕ όπως και στις χώρες της ΕΖΕΣ. Ένα διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα 20 000 ΜΑΔ ανά κάτοικο και άνω καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο, τη Γερμανία, την Αυστρία, το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, τη Δανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, καθώς και στην Ελβετία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία (στοιχεία του 2018). Αντίθετα, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα ήταν χαμηλότερο στα περισσότερα νότια και ανατολικά κράτη μέλη, καθώς και στις υποψήφιες χώρες. Το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα κάτω των 10 000 ΜΑΔ ανά κάτοικο καταγράφηκε στην Ουγγαρία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και στο Μαυροβούνιο, την Τουρκία, τη Σερβία, τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία.

Χάρτης 1: Διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα, 2020
(ΜΑΔ ανά κάτοικο)
Πηγή: Eurostat (ilc_di03)


Οι άνθρωποι στο 20 % της διανομής εισοδήματος έλαβαν το 38,1 % του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το 2020, το 38,1 % του διαθέσιμου εισοδήματος στα κράτη μέλη της ΕΕ αποδόθηκε σε άτομα που κατείχαν το υψηλότερο 20 % της κατανομής εισοδήματος, ενώ τα άτομα που βρίσκονταν στο κατώτερο πεμπτημόριο της κατανομής εισοδήματος έλαβαν μερίδιο 8,0 % του διαθέσιμου εισοδήματος (βλέπε γράφημα 1).

Το 2020, το υψηλότερο 20 % των εργαζομένων στη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και τη Λετονία έλαβαν το 40,0 % ή περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματος στις αντίστοιχες χώρες τους. Παρόμοια κατάσταση καταγράφηκε επίσης στην Τουρκία, την Αλβανία και τη Σερβία. Στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, το μερίδιο του υψηλότερου 20 % των εργαζομένων το 2020 έλαβε τουλάχιστον 35,0 % του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος. Τιμές κάτω του 35,0 % καταγράφηκαν στο Βέλγιο (34,8 %), στην Τσεχία (34,5 %), στη Σλοβενία (33,6 %) και στη Σλοβακία (31,2 %). Παρόμοια κατάσταση καταγράφηκε επίσης στην Ισλανδία (34,0 %· Στοιχεία του 2018) και της Νορβηγίας (34,8 %).

Σχήμα 1: Κατανομή ισοδυνάμου διαθέσιμου εισοδήματος ανά πεμπτημόριο εισοδήματος, 2020
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_di01)

Στο άλλο άκρο της κλίμακας εισοδήματος, τα άτομα που βρίσκονταν στο κατώτερο πεμπτημόριο της κατανομής εισοδήματος έλαβαν λιγότερο από το 8,0 % (που ήταν ο μέσος όρος στα κράτη μέλη της ΕΕ) του διαθέσιμου εισοδήματος σε 12 κράτη μέλη. Μεταξύ αυτών των κρατών μελών, ποσοστά κάτω του 7,0 % καταγράφηκαν στη Λιθουανία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Λετονία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία (όπου καταγράφηκε το χαμηλότερο ποσοστό του 5,8 %). Μόνο στην Τσεχία η Σλοβακία και η Σλοβενία ήταν το μερίδιο του διαθέσιμου εισοδήματος που εισπράττουν οι άνθρωποι στο κάτω πεμπτημόριο πάνω από 10,0 %, ενώ ήταν κοντά σε αυτό το επίπεδο στη Φινλανδία (9,7 %) και στο Βέλγιο (9,5 %).

Εισφορές κοινωνικών μεταβιβάσεων 4 983 ΜΑΔ ανά κάτοικο στο διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα

Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, όπως προαναφέρθηκαν, καλύπτουν τη βοήθεια που παρέχεται από κεντρικές, κρατικές ή τοπικές θεσμικές μονάδες και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, παροχές ασθένειας και αναπηρίας, επιδόματα στέγασης, κοινωνική αρωγή και φορολογικές εκπτώσεις.

Στο γράφημα 2 παρουσιάζεται ο συνολικός αντίκτυπος των κοινωνικών μεταβιβάσεων στο διαθέσιμο εισόδημα. Οι πληροφορίες αυτές κατανέμονται μεταξύ των μεταβιβάσεων συντάξεων και άλλων κοινωνικών μεταβιβάσεων, για παράδειγμα, των παροχών κοινωνικής ασφάλισης και της κοινωνικής πρόνοιας που αποσκοπούν στην ελάφρυνση ή τη μείωση του κινδύνου φτώχειας.

Σχήμα 2: Συνεισφορά των κοινωνικών μεταβιβάσεων στο διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα, 2020 (ΜΑΔ ανά κάτοικο), 2020
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_di03), (ilc_di13) and (ilc_di14)

Το 2020, το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ ήταν υψηλότερο κατά 4 983 ΜΑΔ ανά κάτοικο ως αποτέλεσμα όλων των κοινωνικών μεταβιβάσεων (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων) και ήταν 1 382 ΜΑΔ υψηλότερο από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις πλην των συντάξεων.

Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, υπήρξαν σημαντικές διακυμάνσεις στη συμβολή των κοινωνικών μεταβιβάσεων στο διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα το 2020. Οι μεγαλύτερες μεταβιβάσεις παρατηρήθηκαν στο Λουξεμβούργο, όπου οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων) αύξησαν το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα κατά 10 167 ΜΑΔ ανά κάτοικο. Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις (συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων) ήταν επίσης σχετικά υψηλές στην Αυστρία (6.702 ΜΑΔ) και στη Γαλλία (6 652).

Ένα κάπως διαφορετικό μοντέλο προκύπτει εάν οι συντάξεις εξαιρούνται από την ανάλυση: το 2020, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις πλην των συντάξεων συνεισέφεραν για ποσό άνω των 2 000 ΜΑΔ ανά κάτοικο στο διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στο Λουξεμβούργο (2 691), το Βέλγιο (PPS 2 541), τη Σουηδία (PPS 2 522), την Ιρλανδία (2 256) και τη Δανία (PPS 2 203). Το ίδιο συνέβη και στη Νορβηγία (3 201 ΜΑΔ) και στην Ελβετία (2 206).

Είναι ενδιαφέρον να συγκριθεί το επίπεδο των κοινωνικών μεταβιβάσεων στα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων και εξαιρουμένων των συντάξεων. Στην Εσθονία, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων, το 2020 ήταν μόλις 1,7 φορές υψηλότερες από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, εξαιρουμένων των συντάξεων. Αντίθετα, ο αντίστοιχος λόγος σημείωσε κορύφωση στη Ρουμανία και ήταν πολύ υψηλότερος, με την αξία των κοινωνικών μεταβιβάσεων να περιλαμβάνει συντάξεις 8,6 φορές υψηλότερη από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις εξαιρουμένων των συντάξεων. Τα επόμενα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, όπου οι μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων, ήταν 8,3 και 5,7 φορές υψηλότερες από τις μεταφορές εξαιρουμένων των συντάξεων.


Εισοδηματική ανισότητα

Ενώ το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα παρέχει ένα μέτρο του μέσου βιοτικού επιπέδου, εξαιρουμένης της δυνητικής στρέβλωσης των συνολικών μέτρων όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εξακολουθεί να μην προσφέρει μια πλήρη εικόνα, καθώς δεν αποτυπώνει την κατανομή του εισοδήματος στο εσωτερικό του πληθυσμού και, ως εκ τούτου, δεν αντικατοπτρίζει τις οικονομικές ανισότητες. Ο συντελεστής Gini και η αναλογία πεμπτημορίων εισοδήματος S80/S20, που περιγράφονται παρακάτω, χρησιμοποιούνται για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις εισοδηματικές ανισότητες.

Εισοδηματική ανισότητα όπως μετράται με συντελεστή Gini πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ σε 12 κράτη μέλη

Η Συντελεστής Gini είναι ο κύριος δείκτης που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της εισοδηματικής ανισότητας. Ο συντελεστής Gini μπορεί να εκφραστεί σε ποσοστιαίους όρους σε ένα εύρος από το 0, που αντιστοιχεί στην τέλεια ισότητα (με άλλα λόγια, το εισόδημα κατανέμεται ισότιμα μεταξύ κάθε ατόμου σε μια δεδομένη κοινωνία), έως το 100, που αντιστοιχεί στην τέλεια ανισότητα (με άλλα λόγια, όταν όλο το εισόδημα λαμβάνεται από ένα άτομο). Έτσι, ένας χαμηλότερος συντελεστής Gini αντανακλά μια πιο ίση κατανομή του εισοδήματος.

Το 2020, ο συντελεστής Gini για την ΕΕ ήταν 30,0 %. Οι μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ (με συντελεστή Gini τουλάχιστον 35,0 %, όπως φαίνεται από τη πιο σκοτεινή σκιά του χάρτη 2) καταγράφηκαν στη Βουλγαρία (40,0 %) και στη Λιθουανία (35,1 %). Μια δεύτερη ομάδα κρατών μελών, με συντελεστή Gini άνω του μέσου όρου της ΕΕ 30,0 % (μεταξύ 30,3 % και 34,5 %), περιλάμβανε τη Λετονία, τη Ρουμανία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ελλάδα, το Λουξεμβούργο, την Πορτογαλία, τη Γερμανία, την Εσθονία και τη Μάλτα. Στο άλλο άκρο της κλίμακας, το εισόδημα κατανεμήθηκε πιο ομοιόμορφα στην Τσεχία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία, όπου ο συντελεστής Gini ήταν μικρότερος από 25,0 %. Μεταξύ των τρίτων χωρών, όπως φαίνεται στον χάρτη 2, παρατηρήθηκαν συντελεστές άνω του 30 % στις πέντε υποψήφιες χώρες και στην Ελβετία, με σχετικά χαμηλούς συντελεστές στη Νορβηγία (25,3 %) και στην Ισλανδία (23,2 %)· Στοιχεία του 2018).

Χάρτης 2: Συντελεστής Gini για το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, 2020
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_di12)

Εισόδημα των ανθρώπων στο πεμπτημόριο ανώτερου εισοδήματος 5 φορές μεγαλύτερο από εκείνους στο κατώτατο πεμπτημόριο

Οι εισοδηματικές ανισότητες στο εσωτερικό των χωρών μπορούν επίσης να αποτυπωθούν μέσω της αναλογία πεμπτημορίων εισοδήματος η οποία υπολογίζεται ως ο λόγος μεταξύ του μεριδίου του εισοδήματος που εισπράττεται από το ανώτερο πεμπτημόριο και του μεριδίου του εισοδήματος που εισπράττεται από το κατώτατο πεμπτημόριο. Οι υψηλές τιμές για το λόγο αυτό υποδηλώνουν ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των ανώτερων και χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων.

Το 2020, ο δείκτης πεμπτημορίων εισοδήματος για την ΕΕ ήταν 4,9 — βλ. γράφημα 3. Αυτό δείχνει ότι, κατά μέσο όρο, το εισόδημα που εισπράττει το 20 % του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα ήταν σχεδόν πενταπλάσιο από το εισόδημα που εισπράττει το 20 % του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα.

Σχήμα 3: Δείκτης πεμπτημορίων εισοδήματος, 2020
Πηγή: Eurostat (ilc_di11)

Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, ο δείκτης πεμπτημορίων εισοδήματος κυμαινόταν από χαμηλή τιμή 3,0 στη Σλοβακία και κάτω από 4,0 στη Φινλανδία, το Βέλγιο, την Τσεχία και τη Σλοβενία σε τιμή άνω του 6,0 στη Λιθουανία, τη Λετονία και τη Ρουμανία, με κορύφωση 8,0 στη Βουλγαρία.

Η κατανομή του εισοδήματος ήταν συχνά πιο δίκαιη μεταξύ των ηλικιωμένων

Με βάση το ίδιο μέτρο, οι ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω) στην ΕΕ παρουσίασαν μικρότερη εισοδηματική ανισότητα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, καθώς το ποσοστό του πεμπτημορίου εισοδήματός τους ήταν 4,2 το 2020. Αυτό το πρότυπο μιας πιο δίκαιης κατανομής του εισοδήματος μεταξύ των ηλικιωμένων (σε σύγκριση με το συνολικό πληθυσμό) εφαρμόζεται στη συντριπτική πλειονότητα των κρατών μελών της ΕΕ. Οι μόνες εξαιρέσεις ήταν η Ουγγαρία (4,2 % και 4,9 % για το σύνολο και τον πληθυσμό μεγαλύτερης ηλικίας αντίστοιχα), η Πορτογαλία και η Κροατία (5,0 % και 4,6 % αντίστοιχα, με τα ίδια ποσοστά τόσο για τον συνολικό όσο και για τον ηλικιωμένο πληθυσμό). Η εισοδηματική ανισότητα ήταν επίσης ελαφρώς υψηλότερη μεταξύ των ηλικιωμένων στην Ελβετία, την Ισλανδία (στοιχεία 2018) και την Τουρκία.

Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώνουν τις εισοδηματικές ανισότητες

Η επίδραση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, με άλλα λόγια, των συντάξεων και άλλων κοινωνικών μεταβιβάσεων, στην αντιμετώπιση της εισοδηματικής ανισότητας μπορεί να αποδειχθεί με τη σύγκριση των συντελεστών Gini πριν και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ώστε να παρέχεται μια ποσοτική εκτίμηση του αναδιανεμητικού τους αντικτύπου.

Το 2020, ο συντελεστής Gini για το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ήταν 50,5 % στην ΕΕ, ενώ μειώθηκε σε 30,0 % μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Ο αντίκτυπος των συντάξεων και άλλων κοινωνικών μεταβιβάσεων στην εισοδηματική ανισότητα ήταν ιδιαίτερα μεγάλος στην Πορτογαλία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία — όπου ο συντελεστής Gini μειώθηκε κατά 23,2 έως 28,4 ποσοστιαίες μονάδες — και στη Σουηδία όπου ο συντελεστής μειώθηκε κατά 29,1 ποσοστιαίες μονάδες (βλέπε γράφημα 4). Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, ο χαμηλότερος αντίκτυπος των συντάξεων και άλλων κοινωνικών μεταβιβάσεων στην εισοδηματική ανισότητα καταγράφηκε στη Λετονία (12,3 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ στην Αλβανία (9,5 ποσοστιαίες μονάδες) και στην Τουρκία (8,0 ποσοστιαίες μονάδες) καταγράφηκε επίπτωση μικρότερη από 10 ποσοστιαίες μονάδες.

Σχήμα 4: Συντελεστής Gini για το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, 2020
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_di12), (ilc_di12b) and (ilc_di12c)


Πηγαία δεδομένα για πίνακες και γραφήματα

Excel.jpg Income distribution and inequality: maps, tables and figures

Πηγές δεδομένων

Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται σε αυτό το άρθρο προέρχονται από Στατιστικές της ΕΕ για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης . Τα δεδομένα EU-SILC καταρτίζονται ετησίως και αποτελούν την κύρια πηγή στατιστικών που μετρούν το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη. Είναι επίσης η κύρια πηγή πληροφοριών που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση διαφόρων πτυχών που σχετίζονται με την ποιότητα ζωής των νοικοκυριών και των ατόμων.

Ο πληθυσμός αναφοράς για τις πληροφορίες που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο είναι όλα ιδιωτικός νοικοκυριά και τα σημερινά μέλη τους που διαμένουν στο έδαφος κράτους μέλους της ΕΕ (ή τρίτης χώρας) κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων. Τα άτομα που ζουν σε συλλογικά νοικοκυριά και ιδρύματα αποκλείονται γενικά από τον πληθυσμό-στόχο. Τα στοιχεία για την ΕΕ είναι οι σταθμισμένοι ως προς τον πληθυσμό μέσοι όροι των εθνικών δεδομένων.

ΠΛΑΙΣΙΟ

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στο μέγεθος και τη σύνθεση του νοικοκυριού και έτσι να καταστεί δυνατή η σύγκριση των επιπέδων εισοδήματος, χρησιμοποιείται η έννοια του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος. Βασίζεται στην έκφραση του συνολικού καθαρού εισοδήματος των νοικοκυριών (που αναφέρεται επίσης ως διαθέσιμο) σε σχέση με τον αριθμό των «ισοδύναμων ενηλίκων», χρησιμοποιώντας μια τυπική κλίμακα (ισοδυναμίας). Η Eurostat χρησιμοποιεί μια «τροποποιημένη κλίμακα ΟΟΣΑ», η οποία δίνει βάρος σε κάθε μέλος ενός νοικοκυριού ανάλογα με την ηλικία του και στη συνέχεια προσθέτει τα βάρη για να φθάσει σε ένα ισοδύναμο μέγεθος νοικοκυριού (λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των ατόμων στο νοικοκυριό — περισσότερες λεπτομέρειες παρέχονται στο γλωσσάριο ). Το διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού, που προκύπτει ως το άθροισμα του εισοδήματος που εισπράττει κάθε μέλος του νοικοκυριού και το νοικοκυριό στο σύνολό του, διαιρείται με το ισοδύναμο μέγεθος του νοικοκυριού για τον προσδιορισμό του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος που αποδίδεται σε κάθε μέλος του νοικοκυριού.

Η διάμεση τιμή της ισοδύναμης κατανομής διαθέσιμου εισοδήματος χρησιμοποιείται συνήθως στην ΕΕ ως βασικό μέτρο για την ανάλυση του βιοτικού επιπέδου σε κάθε οικονομία. Είναι απλά το επίπεδο εισοδήματος που χωρίζει τον πληθυσμό σε δύο ομάδες ίσου μεγέθους: η μία ομάδα περιλαμβάνει το ήμισυ του πληθυσμού με επίπεδο διαθέσιμου εισοδήματος πάνω από το διάμεσο και η άλλη το ήμισυ του πληθυσμού με επίπεδο διαθέσιμου εισοδήματος χαμηλότερο από το διάμεσο. Η χρήση του διάμεσου (και όχι του αριθμητικού μέσου) αποφεύγει κάθε πιθανή στρέβλωση που μπορεί να προκληθεί από την ύπαρξη ακραίων αξιών, όπως μερικά εξαιρετικά πλούσια νοικοκυριά που μπορεί να αυξήσουν τον αριθμητικό μέσο όρο.

Direct access to

Other articles
Tables
Database
Dedicated section
Publications
Methodology
Visualisations