Στατιστικές για την εισοδηματική φτώχεια


Στοιχεία Μαΐου 2018.

Προγραμματισμένη επικαιροποίηση του άρθρου: Οκτώβριος 2019.

Ενδιαφέροντα σημεία

Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) στην ΕΕ παρέμεινε αμετάβλητο κατά το 2016, στο 17,3 %.

Το 2016, χάρη στις κοινωνικές μεταβιβάσεις, το 8,6 % του πληθυσμού της ΕΕ ξεπέρασε το όριο της φτώχειας.

Το 20 % του πληθυσμού με το υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα στην ΕΕ το 2016 έλαβε 5,2 φορές περισσότερο εισόδημα από το 20 % του πληθυσμού με το χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα.

At-risk-of-poverty rate, 2016

Με το παρόν άρθρο αναλύονται πρόσφατες στατιστικές σχετικά με τη νομισματική φτώχεια και τις εισοδηματικές ανισότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Οι συγκρίσεις μεταξύ χωρών όσον αφορά το βιοτικό επίπεδο βασίζονται συχνά στο κατά κεφαλή ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), το οποίο αντικατοπτρίζει, σε νομισματικούς όρους, πόσο πλούσια είναι μια χώρα σε σύγκριση με μια άλλη. Ωστόσο, αυτός ο βασικός δείκτης δίνει ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την κατανομή του εισοδήματος στο εσωτερικό μιας χώρας και, επιπλέον, δεν παρέχει κανένα στοιχείο για τους μη νομισματικούς παράγοντες που μπορεί να καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα ζωής που απολαμβάνει ο πληθυσμός. Αφενός, οι ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος μπορούν να δημιουργήσουν κίνητρα για τους πολίτες για να βελτιώσουν την κατάστασή τους μέσω της εργασίας, της καινοτομίας ή της απόκτησης νέων δεξιοτήτων. Αφετέρου, αυτές οι εισοδηματικές ανισότητες θεωρείται συχνά ότι συνδέονται με το έγκλημα, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Πλήρες άρθρο

Ποσοστό κινδύνου φτώχειας και κατώτατο όριο

Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) στην ΕΕ-28 παρέμεινε σχετικά σταθερό μεταξύ του 2010 και του 2013, αφού αυξήθηκε από 16,5 % σε 16,7 %. Μεταξύ 2013 και 2014 το ποσοστό κινδύνου φτώχειας αυξήθηκε κατά 0,5 εκατοστιαίες μονάδες και στη συνέχεια αυξήθηκε ελαφρώς το 2015 (έως 0,1 ποσοστιαίες μονάδες) φθάνοντας το 17,3 %, ποσοστό στο οποίο παρέμεινε και το 2016.

Το ποσοστό για την ΕΕ-28, που υπολογίστηκε ως ο σταθμισμένος μέσος όρος των εθνικών αποτελεσμάτων, αποκρύπτει σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ (βλ. σχήμα 1). Σε οκτώ κράτη μέλη, δηλαδή στη Ρουμανία (25,3 %), στη Βουλγαρία (22,9 %), στην Ισπανία (22,3 %), στη Λιθουανία (21,9 %), στη Λετονία (21,8 %), στην Εσθονία (21,7 %), στην Ελλάδα (21,2 %) και στην Ιταλία (20,6 %), το ένα πέμπτο ή περισσότερο του πληθυσμού θεωρείται ότι διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας· το ίδιο παρατηρείται και στη Σερβία (25,5 %), στην Τουρκία (22,5 %, στοιχεία του 2015) και στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (21,9 %). Μεταξύ των κρατών μελών, τα χαμηλότερα ποσοστά ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας διαπιστώθηκαν στην Τσεχική Δημοκρατία (9,7 %), στη Φινλανδία (11,6 %) και στη Δανία (11,9 %), ενώ η Ισλανδία (8,8 %) ανέφερε επίσης σχετικά χαμηλό ποσοστό του πληθυσμού της που διατρέχει κίνδυνο φτώχειας.

Σχήμα 1: Ποσοστό κινδύνου φτώχειας και κατώτατο όριο, 2016
Πηγή:Eurostat (ilc_li01) και (ilc_li02)


Το όριο κινδύνου φτώχειας (το οποίο εμφανίζεται και στο σχήμα 1) καθορίζεται στο 60 % του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος. Για λόγους χωρικών συγκρίσεων, αυτό συχνά εκφράζεται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ) για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές του κόστους διαβίωσης μεταξύ των χωρών. Το συγκεκριμένο κατώτατο όριο παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις το 2016 μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ: από 2,9 χιλιάδες ΜΑΔ στη Ρουμανία έως 13,5 χιλιάδες ΜΑΔ στην Αυστρία, ενώ το όριο στο Λουξεμβούργο (16,8 χιλιάδες ΜΑΔ) υπερέβη το φάσμα αυτό· Το όριο της φτώχειας ήταν επίσης σχετικά χαμηλό στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (2,9 χιλιάδες ΜΑΔ), στη Σερβία (3,2 χιλιάδες ΜΑΔ) και στην Τουρκία (3,4 χιλιάδες ΜΑΔ, στοιχεία του 2015), και σχετικά υψηλό στην Ελβετία (16,3 χιλιάδες ΜΑΔ) και στη Νορβηγία (17,2 χιλιάδες ΜΑΔ).

Οι διάφορες κοινωνικές ομάδες είναι περισσότερο ή λιγότερο ευάλωτες στη νομισματική φτώχεια. Το 2016 υπήρχε σχετικά μικρή διαφορά στο ποσοστό του κινδύνου φτώχειας (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) μεταξύ ανδρών και γυναικών στην ΕΕ-28: τα πιο πρόσφατα ποσοστά ισοδυναμούν με 16,6 % για τους άνδρες σε σύγκριση με ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό (17,9 %) για τις γυναίκες (βλ. σχήμα 2). Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων το 2016 παρατηρήθηκε στα κράτη μέλη χώρες της Βαλτικής (ποσοστά κατά 2,7-4,8 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερα για τις γυναίκες), στη Σλοβενία (2,7 ποσοστιαίες μονάδες) και στη Γερμανία (2,6 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ η Βουλγαρία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Κύπρος, η Σουηδία και το Βέλγιο ανέφεραν επίσης ποσοστά κινδύνου φτώχειας για τις γυναίκες που ήταν κατά 2,0 ή περισσότερες ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από ό,τι για τους άνδρες, όπως και στη Νορβηγία. Αντιθέτως, υπήρχαν πέντε κράτη μέλη της ΕΕ —η Δανία, η Μάλτα, οι Κάτω Χώρες, η Φινλανδία και η Ισπανία— όπου το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ήταν ελαφρώς υψηλότερο για τους άνδρες από ό,τι για τις γυναίκες, όπως και στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και στη Σερβία.

Σχήμα 2: Ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, 2016
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_li02)


Οι αποκλίσεις όσον αφορά τα ποσοστά κινδύνου φτώχειας ήταν μεγαλύτερες όταν η ταξινόμηση του πληθυσμού γινόταν με βάση την επαγγελματική κατάσταση (βλ. πίνακα 1). Οι άνεργοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα: σχεδόν το ήμισυ (48,6 %) όλων των ανέργων στην ΕΕ των 28 αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας το 2016· τα υψηλότερα, με διαφορά, ποσοστά καταγράφονταν στη Γερμανία (70,5 %), ενώ επτά άλλα κράτη μέλη της ΕΕ (οι τρεις χώρες της Βαλτικής, η Βουλγαρία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Σουηδία και η Ρουμανία) ανέφεραν ότι τουλάχιστον οι μισοί άνεργοι αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας το 2016.

Πίνακας 1: Ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ανά συχνότερη επαγγελματική κατάσταση, 2016
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_li04)

Περίπου ένας στους επτά (13,8 %) συνταξιούχους στην ΕΕ-28 αντιμετώπιζε κίνδυνο φτώχειας το 2016. Στα τρία κράτη μέλη της Βαλτικής καταγράφηκαν ποσοστά τουλάχιστον διπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ-28: Λιθουανία (30,6 %), Λετονία (41,9 %) και Εσθονία (45,0 %).

Οι εργαζόμενοι κινδύνευαν πολύ λιγότερο να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο φτώχειας (κατά μέσο όρο 9,6 % σε ολόκληρη την ΕΕ-28 το 2016). Το ποσοστό των εργαζομένων που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ήταν σχετικά υψηλό στη Ρουμανία (18,9 %) και λιγότερο υψηλό στην Ελλάδα (14,1 %) και στην Ισπανία (13,1 %), ενώ το Λουξεμβούργο, η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Πορτογαλία και η Πολωνία ανέφεραν, επίσης, ότι περισσότερα από 1 στα 10 άτομα του εργατικού τους δυναμικού διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας το 2016.

Τα ποσοστά κινδύνου φτώχειας δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ των νοικοκυριών με διαφορετικές συνθέσεις ενηλίκων και συντηρούμενων τέκνων. Μεταξύ των νοικοκυριών χωρίς συντηρούμενα τέκνα (βλ. σχήμα 3), τα άτομα που ζουν μόνα ήταν πιθανότερο να διατρέξουν κίνδυνο φτώχειας, κατάσταση την οποία αντιμετώπιζε το 25,6 % των μονομελών νοικοκυριών το 2016. Αντίθετα, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για νοικοκυριά με δύο ή περισσότερους ενηλίκους ήταν λιγότερο από το μισό του ποσοστού αυτού, 11,5 %. Ειδικότερα στα νοικοκυριά με δύο ενηλίκους, μεταξύ των οποίων τουλάχιστον το ένα άτομο ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω, ο κίνδυνος φτώχειας ήταν ελαφρώς χαμηλότερος, 11,0 %.

Σχήμα 3: Ποσοστό κινδύνου φτώχειας ανά τύπο νοικοκυριού, νοικοκυριά χωρίς συντηρούμενα τέκνα, 2016
(% του καθορισμένου πληθυσμού)
Πηγή: Eurostat (ilc_li03)


Τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ ανέφεραν ανάλογη κατάσταση: μεταξύ των νοικοκυριών χωρίς συντηρούμενα τέκνα σε όλα τα κράτη μέλη, τα μονομελή νοικοκυριά είχαν τα υψηλότερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας, εκτός από τη Μάλτα όπου το υψηλότερο ποσοστό είχαν τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα άτομο ήταν ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών· ανάλογη κατάσταση με αυτή της Μάλτας παρατηρήθηκε και στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας, εκτός του γεγονότος ότι τα μονομελή νοικοκυριά ανέφεραν το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των τριών τύπων που αναλύθηκαν. Σε μια μικρή πλειονότητα των κρατών μελών (15 από τα 28), το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα άτομο ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω ήταν χαμηλότερο από το ποσοστό για την ευρύτερη κατηγορία όλων των νοικοκυριών με δύο ή περισσότερους ενήλικες, ιδίως στην Ελλάδα, όπου η διαφορά ήταν 7,5 ποσοστιαίες μονάδες. Στο άλλο άκρο, στη Μάλτα το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα άτομο ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω ήταν 13,2 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από ό,τι για το σύνολο των νοικοκυριών με δύο ή περισσότερους ενήλικες, ενώ μεγάλη διαφορά παρατηρήθηκε επίσης στην Ελβετία (9,0 ποσοστιαίες μονάδες).

Όσον αφορά τα νοικοκυριά με συντηρούμενα τέκνα (βλ. σχήμα 4), το υψηλότερο ποσοστό κινδύνου φτώχειας στην ΕΕ-28 καταγράφηκε για τα μονομελή νοικοκυριά με συντηρούμενα τέκνα, στα οποία έφτασε σχεδόν το ένα τρίτο (34,0 %). Συγκρίνοντας τα ποσοστά για τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες, το ποσοστό εκείνων με ένα μόνο συντηρούμενο τέκνο (13,6 %) διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας ο οποίος ήταν μόλις πάνω από το μισό του ποσοστού που καταγράφηκε για τα νοικοκυριά με τρία ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα (26,9 %). Μεταξύ των τριών τύπων νοικοκυριών που εμφανίζονται στο σχήμα 4, όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, εκτός από τη Σλοβενία, ανέφεραν ότι τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα συντηρούμενο τέκνο είχαν τις λιγότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν κίνδυνο φτώχειας· στη Σλοβενία ο χαμηλότερος κίνδυνος φτώχειας καταγράφηκε μεταξύ των νοικοκυριών με δύο ενήλικες με τρία ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα. Τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ ανέφεραν, επίσης, ότι το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ήταν υψηλότερο για τα μονομελή νοικοκυριά με συντηρούμενα τέκνα, αν και υπήρχαν αρκετές εξαιρέσεις όπου το ποσοστό ήταν υψηλότερο για τα νοικοκυριά με δύο ενήλικες με τρία ή περισσότερα τέκνα, κυρίως στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία, και σε μικρότερο βαθμό στην Πορτογαλία, στην Ιταλία, στη Σλοβακία, στην Ισπανία και στην Ελλάδα· η ίδια κατάσταση παρατηρήθηκε και στις τρεις υποψήφιες χώρες για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία.

Σχήμα 4: Ποσοστό κινδύνου φτώχειας ανά τύπο νοικοκυριού, νοικοκυριά με συντηρούμενα τέκνα, 2016
(% του καθορισμένου πληθυσμού)
Πηγή: Eurostat (ilc_li03)


Μέτρα κοινωνικής προστασίας μπορούν να εφαρμόζονται ως μέσο για τη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, για παράδειγμα, με τη χορήγηση παροχών. Ένας τρόπος για την αξιολόγηση της επιτυχίας των μέτρων κοινωνικής προστασίας είναι η σύγκριση των δεικτών κινδύνου φτώχειας πριν και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (βλ. σχήμα 5). Το 2016, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μείωσαν το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας στον πληθυσμό της ΕΕ-28 από 25,9 % πριν από τις μεταβιβάσεις σε 17,3 % μετά τις μεταβιβάσεις και, κατά συνέπεια, βοήθησαν ένα ποσοστό 8,6 % του πληθυσμού να ξεπεράσει το όριο της φτώχειας· χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις οι άνθρωποι αυτοί θα διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας. Κατά τη σύγκριση των ποσοστών κινδύνου φτώχειας πριν και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, ο σχετικός αντίκτυπος των κοινωνικών παροχών ήταν χαμηλότερος —μετακινώντας κατ’ ανώτατο όριο ένα ποσοστό 6 % του πληθυσμού πάνω από το όριο της φτώχειας— στην Ελλάδα, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, στην Πολωνία, στην Ιταλία, στη Σλοβακία, στην Πορτογαλία, στη Λιθουανία και στη Λετονία, καθώς και στην Τουρκία (στοιχεία του 2015) και στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Εξετάζοντας τον αντίκτυπο με σχετικούς όρους, τα μισά τουλάχιστον άτομα που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας στη Φινλανδία, στην Ιρλανδία και στη Δανία μετακινήθηκαν πάνω από το όριο της φτώχειας λόγω των κοινωνικών μεταβιβάσεων, όπως συνέβη και στην Ισλανδία και στη Νορβηγία.

Σχήμα 5: Ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, 2016
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_li02) και (ilc_li10)

Εισοδηματικές ανισότητες

Οι κυβερνήσεις, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και η κοινωνία γενικά δεν μπορούν να καταπολεμήσουν τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό χωρίς ανάλυση των ανισοτήτων στην κοινωνία, είτε είναι οικονομικής είτε κοινωνικής φύσης. Τα στοιχεία σχετικά με τις οικονομικές ανισότητες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της σχετικής φτώχειας, δεδομένου ότι η κατανομή των οικονομικών πόρων μπορεί να έχει άμεση σχέση με την έκταση και το βάθος της φτώχειας.

Το 2016 διαπιστώθηκαν ευρείες ανισότητες στην κατανομή του εισοδήματος: ο σταθμισμένος βάσει του πληθυσμού μέσος όρος των εθνικών αριθμητικών στοιχείων για κάθε κράτος μέλος της ΕΕ (βλ. σχήμα 6) δηλώνει ότι το 20 % του πληθυσμού ενός κράτους μέλους με το υψηλότερο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα λάμβανε 5,2 φορές περισσότερο εισόδημα από το 20 % του πληθυσμού του κράτους μέλους με το χαμηλότερο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα. Η αναλογία αυτή ποίκιλλε σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών, από 3,5 φορές στην Τσεχική Δημοκρατία και 3,6 στη Σλοβενία, στη Σλοβακία και στη Φινλανδία, σε πάνω από 6,0 φορές στη Λετονία, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα και πάνω από 7,0 φορές στη Λιθουανία και στη Ρουμανία, φτάνοντας τις 7,9 φορές στη Βουλγαρία. Από τις τρίτες χώρες που εμφανίζονται στο σχήμα 6, η Ισλανδία (3,3 φορές) και η Νορβηγία (3,7 φορές) ανέφεραν επίσης ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά ανισοτήτων στην κατανομή εισοδήματος, ενώ στην Τουρκία (8,6 φορές, στοιχεία του 2015) και στη Σερβία (9,7 φορές), τα ποσοστά ήταν υψηλότερα από οποιοδήποτε κράτος μέλος της ΕΕ.

Σχήμα 6: Άνιση κατανομή εισοδήματος, 2016
(λόγος πεμπτημορίων εισοδήματος)
Πηγή: Eurostat (ilc_di11)


Υπάρχει ενδιαφέρον από πλευράς πολιτικής σχετικά με τις ανισότητες που γνωρίζουν πολλές διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Μια ομάδα που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι οι ηλικιωμένοι, η οποία αντικατοπτρίζει εν μέρει την αυξανόμενη αναλογία του πληθυσμού της ΕΕ ηλικίας 65 ετών και άνω. Τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της φτώχειας μεταξύ των ηλικιωμένων. Από την άποψη αυτή, είναι ενδιαφέρον να γίνει σύγκριση των εισοδημάτων των ηλικιωμένων με τα εισοδήματα του υπόλοιπου πληθυσμού.

Σε όλη την ΕΕ των 28, τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω είχαν διάμεσο εισόδημα το οποίο το 2016 ήταν ίσο με το 93 % του διάμεσου εισοδήματος του πληθυσμού ηλικίας κάτω των 65 ετών (βλ. σχήμα 7). Σε έξι κράτη μέλη της ΕΕ (Λουξεμβούργο, Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Ουγγαρία) το διάμεσο εισόδημα των ηλικιωμένων ήταν ίσο ή υψηλότερο από το διάμεσο εισόδημα των ατόμων κάτω των 65 ετών, όπως ήταν και στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, στη Σερβία και στην Τουρκία (στοιχεία του 2015). Στην Αυστρία, στην Πολωνία, στη Ρουμανία, στην Πορτογαλία και στη Σλοβακία, το διάμεσο εισόδημα των ηλικιωμένων ήταν τουλάχιστον 90 % εκείνου που καταγράφηκε για τα άτομα κάτω των 65 ετών, όπως ήταν και στη Νορβηγία. Ποσοστά κάτω του 80 % καταγράφηκαν στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Κύπρο, στη Σουηδία, στο Βέλγιο, στη Δανία, στη Μάλτα, στη Λιθουανία, στη Λετονία και στην Εσθονία. Τα σχετικά χαμηλά ποσοστά μπορεί να εκφράζουν, σε γενικές γραμμές, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Σχήμα 7: Σχετικό ποσοστό διάμεσου εισοδήματος, 2016
(λόγος του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω προς το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα των ατόμων ηλικίας κάτω των 65 ετών)
Πηγή: Eurostat (ilc_pnp2)


Το βάθος της φτώχειας, που χρησιμεύει στον ποσοτικό προσδιορισμό του πόσο φτωχοί είναι οι φτωχοί, μπορεί να μετρηθεί με το σχετικό χάσμα διάμεσου εισοδήματος ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας. Το διάμεσο εισόδημα ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας στην ΕΕ-28 ήταν, κατά μέσο όρο, 25,0 % κάτω από το όριο της φτώχειας το 2016 (βλ. σχήμα 8)· το όριο αυτό ορίζεται στο 60 % του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος όλων των ατόμων. Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, το σχετικό χάσμα διάμεσου εισοδήματος ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας ήταν μεγαλύτερο στη Ρουμανία (36,2 %), ενώ πάνω από 25 % ήταν επίσης το χάσμα που αναφέρθηκε για την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Βουλγαρία, την Κροατία, τη Λιθουανία, την Πορτογαλία και τη Σλοβακία. Το χάσμα ήταν ακόμη μεγαλύτερο στη Σερβία (38,1 %) και σχετικά υψηλό στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (32,9 %) και στην Τουρκία (27,8 %, στοιχεία του 2015). Το μικρότερο χάσμα κινδύνου φτώχειας μεταξύ των κρατών μελών παρατηρήθηκε στη Φινλανδία (13,9 %) και στη Μάλτα (15,9 %).

Σχήμα 8: Σχετικό χάσμα διάμεσου εισοδήματος ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας, 2016
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_li11)

Στοιχεία για τους πίνακες και τα σχήματα

Πηγές στοιχείων

Οι στατιστικές της ΕΕ για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC) άρχισαν να καταρτίζονται το 2003 βάσει συμφωνίας κυρίων μεταξύ της Eurostat, έξι κρατών μελών της ΕΕ (Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο) και της Νορβηγίας. Σκοπός των στατιστικών αυτών ήταν η παροχή βασικών στοιχείων για την κατάρτιση δεικτών σχετικά με το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης· η νομική βάση αυτής της διαδικασίας συλλογής στοιχείων είναι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1177/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Η συλλογή αυτών των στατιστικών ξεκίνησε επίσημα το 2004 σε 15 κράτη μέλη και επεκτάθηκε το 2005 σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ-25, καθώς και στην Ισλανδία και στη Νορβηγία. Η Βουλγαρία και η Τουρκία συμμετείχε στις στατιστικές EU-SILC το 2006, η Ρουμανία το 2007, η Ελβετία το 2008, ενώ η Κροατία εισήγαγε την έρευνα το 2010 (τα στοιχεία της Κροατίας για το 2009 βασίζονται σε διαφορετική πηγή στοιχείων — συγκεκριμένα στην έρευνα οικογενειακού προϋπολογισμού (ΕΟΠ)). Τα στοιχεία για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας είναι διαθέσιμα από το 2010 και για τη Σερβία από το 2013 και έπειτα. Οι στατιστικές EU-SILC περιλαμβάνουν τόσο μια εγκάρσια όσο και μια διαμήκη διάσταση.

Το διαθέσιμο εισόδημα ενός νοικοκυριού καθορίζεται με την άθροιση όλων των νομισματικών εισοδημάτων που λαμβάνει κάθε μέλος του νοικοκυριού από οποιαδήποτε πηγή (συμπεριλαμβανομένων των εισοδημάτων από εργασία, επενδύσεις και κοινωνικές παροχές) — προσαυξανόμενο με τα έσοδα σε επίπεδο νοικοκυριού — με αφαίρεση των φόρων και των κοινωνικών εισφορών που καταβάλλονται. Για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές του μεγέθους και της σύνθεσης των νοικοκυριών, το άθροισμα αυτό διαιρείται με τον αριθμό των «ισοδύναμων ενηλίκων» με χρήση μιας πρότυπης κλίμακας (ισοδυναμία), η οποία αποκαλείται «τροποποιημένη κλίμακα του ΟΟΣΑ», η οποία αποδίδει συντελεστή στάθμισης 1,0 για τον πρώτο ενήλικα του νοικοκυριού, συντελεστή στάθμισης 0,5 για κάθε άλλο μέλος του νοικοκυριού ηλικίας άνω των 14 ετών και συντελεστή στάθμισης 0,3 για τα μέλη του νοικοκυριού ηλικίας κάτω των 14 ετών. Το μέγεθος που προκύπτει καλείται ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα και αποδίδεται σε κάθε μέλος του νοικοκυριού. Για τους σκοπούς των δεικτών της φτώχειας, το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα υπολογίζεται από το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα του κάθε νοικοκυριού διαιρούμενο διά του ισοδύναμου μεγέθους του νοικοκυριού· κατά συνέπεια, κάθε άτομο στο νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει το ίδιο ισοδύναμο εισόδημα.

Η περίοδος αναφοράς του εισοδήματος είναι σταθερή δωδεκάμηνη περίοδος (όπως το προηγούμενο ημερολογιακό ή φορολογικό έτος) για όλες τις χώρες, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, στο οποίο η περίοδος αναφοράς του εισοδήματος είναι το τρέχον έτος της έρευνας, και την Ιρλανδία, στην οποία η έρευνα είναι συνεχής και τα στοιχεία για το εισόδημα συλλέγονται για τους 12 μήνες πριν από την έρευνα.

Το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων με ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας (εκφραζόμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης — ΜΑΔ), που καθορίζεται στο 60 % του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος. Σύμφωνα με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας υπολογίζεται σε σχέση με την κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ και όχι με την εφαρμογή κοινού κατώτατου ορίου. Το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας μπορεί να εκφραστεί πριν ή μετά τη χορήγηση κοινωνικών μεταβιβάσεων, καθώς η διαφορά εκφράζει τον υποθετικό αντίκτυπο των εθνικών κοινωνικών μεταβιβάσεων στη μείωση του κινδύνου φτώχειας. Η συνταξιοδότηση και οι συντάξεις επιζώντων υπολογίζονται ως εισόδημα πριν από τις μεταβιβάσεις και όχι ως κοινωνικές μεταβιβάσεις. Υπάρχουν ποικίλες αναλύσεις του εν λόγω δείκτη, για παράδειγμα: κατά ηλικία, φύλο, επαγγελματική κατάσταση, τύπο νοικοκυριού ή επίπεδο εκπαίδευσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο δείκτης δεν μετρά πλούτο, αλλά συνιστά σχετικό μέτρο του σημερινού χαμηλού εισοδήματος (σε σύγκριση με άλλα άτομα στην ίδια χώρα), που δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Τα στοιχεία για την ΕΕ-28 και τη ζώνη του ευρώ είναι μέσοι όροι στοιχείων σταθμισμένοι βάσει του πληθυσμού για τα κράτη μέλη.

Πλαίσιο

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάκεν τον Δεκέμβριο του 2001, οι αρχηγοί των ευρωπαϊκών κρατών και κυβερνήσεων ενέκριναν μια πρώτη δέσμη κοινών στατιστικών δεικτών για τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη φτώχεια που υπόκεινται σε συνεχή διαδικασία βελτίωσης από την υποομάδα για τους δείκτες (ΥΟΔ) της επιτροπής κοινωνικής προστασίας (ΕΚΠ). Οι δείκτες αυτοί αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο στο πλαίσιο της ανοικτής μεθόδου συντονισμού για την παρακολούθηση της προόδου που σημειώνεται από τα κράτη μέλη της ΕΕ όσον αφορά την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Οι στατιστικές EU-SILC είναι η πηγή αναφοράς για τις στατιστικές της ΕΕ όσον αφορά το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης και, ιδίως, για τους δείκτες της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε τον Ιούνιο του 2010 έναν κυρίαρχο στόχο για την κοινωνική ενσωμάτωση: ότι μέχρι το 2020 τα άτομα στην ΕΕ που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού θα πρέπει να είναι λιγότερα κατά τουλάχιστον 20 εκατομμύρια σε σχέση με το 2008. Οι στατιστικές EU-SILC είναι η πηγή που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση της προόδου προς την επίτευξη αυτού του κύριου στόχου, που υπολογίζεται με βάση έναν δείκτη που συνδυάζει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας, το ποσοστό σοβαρής υλικής στέρησης και την αναλογία των ατόμων με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας που ζουν στα νοικοκυριά· για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το άρθρο σχετικά με τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Άμεση πρόσβαση σε
Άλλα άρθρα
Πίνακες
Βάση δεδομένων
Θεματική ενότητα
Δημοσιεύσεις
Μεθοδολογία
Νομοθεσία
Απεικονίσεις
Εξωτερικοί σύνδεσμοι





Στατιστικά βιβλία

Δελτία Τύπου

Statistics in focus

Income distribution and monetary poverty (ilc_ip)
Monetary poverty (ilc_li)
Monetary poverty for elderly people (ilc_pn)
In-work poverty (ilc_iw)
Distribution of income (ilc_di)