Στατιστικές στέγασης

This article has been archived, for updated data see Living conditions in Europe - housing.


Στοιχεία Μαΐου 2020.

Προγραμματισμένη επικαιροποίηση του άρθρου: Οκτώβριος 2021.

Ενδιαφέροντα σημεία

Πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ-27 ζούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία το 2018, ποσοστό το οποίο κυμαινόταν από 51,4 % στη Γερμανία έως 96,4 % στη Ρουμανία. Ο μέσος όρος στην ΕΕ-27 ήταν 70,0 %.

Το 2018 το 17,1 % του πληθυσμού της ΕΕ-27 ζούσαν σε υπερπλήρεις κατοικίες. Tο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ-27 σημειώθηκε στη Ρουμανία (46,3 %).

Σε ολόκληρη την ΕΕ-27 το 4,3 % πληθυσμού αντιμετώπισε σοβαρή στέρηση στέγασης το 2018.

Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ-27 το κόστος στέγασης για τους ενοικιαστές με ενοίκιο σε τιμές αγοράς το 2018 ήταν το υψηλότερο στην Ελλάδα, όπου το 83,1 % των ενοικιαστών δαπάνησε πάνω από το 40 % του εισοδήματός τους για στέγαση.

[[File:Housing statistics interactive_SILC2020-EL.XLSX]]

Ποσοστό επιβάρυνσης του κόστους στέγασης: ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά που δαπανούν το 40 % ή περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, 2018

Το παρόν άρθρο προσφέρει μια επισκόπηση των τελευταίων στατιστικών για τη στέγαση στις χώρες της Eυρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε τρεις από τις χώρες ΕΖΕΣ και σε τέσσερις από τις υποψήφιες χώρες, με έμφαση στα είδη κατοικιών, στο καθεστώς ιδιοκτησίας (ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής ακινήτου), στην ποιότητα της στέγασης και στην οικονομική προσιτότητα.

Η αξιοπρεπής στέγαση σε προσιτή τιμή και σε ασφαλές περιβάλλον αποτελεί θεμελιώδη ανάγκη και θεωρείται από πολλούς ανθρώπινο δικαίωμα. Η διασφάλιση ότι αυτή η ανάγκη καλύπτεται, η οποία είναι πιθανόν να μετριάσει τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, παραμένει μια σημαντική πρόκληση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Πλήρες άρθρο

Είδος κατοικίας

Το 2018, το 46,0 % των ατόμων στην ΕΕ-27 ζούσαν σε διαμερίσματα, σχεδόν το ένα πέμπτο (18,6 %) σε δίδυμες κατοικίες και πάνω από το ένα τρίτο (34,7 %) σε ανεξάρτητες μονοκατοικίες (βλέπε γράφημα 1).

Στα κράτη μέλη της ΕΕ το 2018 το ποσοστό των ατόμων που ζούσαν σε διαμερίσματα ήταν τουλάχιστον 60,0 % στη Λετονία (66,2 %), στην Ισπανία (64,9 %), στην Εσθονία (61,5 %) και στην Ελλάδα (60,6 %), και λίγο χαμηλότερο ήταν το ποσοστό στη Λιθουανία (59,5 %); Εξίσου υψηλό ποσοστό ατόμων ζούσαν επίσης σε διαμερίσματα στην Ελβετία (62,5 %). Στα κράτη μέλη της ΕΕ το ποσοστό των ατόμων που ζούσαν σε ανεξάρτητες μονοκατοικίες ήταν το υψηλότερο στην Κροατία (69,7 %), στη Σλοβενία (66,2 %), στη Ρουμανία (65,2 %) και στην Ουγγαρία (64,6 %); Η Δανία και η Πολωνία ήταν τα μόνα άλλα κράτη μέλη στα οποία η πλειονότητα του πληθυσμού ζούσαν σε ανεξάρτητη μονοκατοικία. Η Βόρεια Μακεδονία (74,6 %), η Σερβία (63,6 %) και η Νορβηγία (57,5 %) ανέφεραν επίσης ότι υψηλά ποσοστά του πληθυσμού τους ζούσαν σε ανεξάρτητες μονοκατοικίες. Τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που ζουν σε δίδυμες κατοικίες στα κράτη μέλη της ΕΕ αναφέρθηκαν στις Κάτω Χώρες (58,0 %), στην Ιρλανδία (52,1 %), τη Μάλτα (41,5 %) και το Βέλγιο (40,6 %). αυτά ήταν τα μόνα κράτη μέλη στα οποία τουλάχιστον τα δύο πέμπτα ή και περισσότερα του πληθυσμού ζούσαν σε δίδυμες κατοικίες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το ποσοστό αυτό ήταν ακόμη υψηλότερο, φθάνοντας το 60,8 %.

Γράφημα 1: Κατανομή του πληθυσμού ανά είδος κατοικίας, 2018
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_lvho01)

Καθεστώς ιδιοκτησίας

Το 2018 πάνω από το ένα τέταρτο (24,9 %) του πληθυσμού της ΕΕ-27 ζούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία για την οποία υπήρχε δάνειο ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, ενώ περισσότερο από τα δύο πέμπτα (45,1 %) του πληθυσμού ζούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία χωρίς δάνειο ούτε υποθήκη (βλέπε Γράφημα 2). Σ’ αυτό το πλαίσιο, επτά στα δέκα άτομα (70,0 %) στην ΕΕ-27 ζούσαν σε ιδιόκτητες κατοικίες, ενώ περίπου το ένα πέμπτο (20,8 %) ζούσαν σε κατοικίες με ενοίκιο στην αγοραία τιμή και σχεδόν το ένα δέκατο (9,3 %) σε κατοικίες με μειωμένο ενοίκιο ή δωρεάν.

Γράφημα 2: Κατανομή του πληθυσμού ανά καθεστώς ιδιοκτησίας, 2018
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_lvho02)

Πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ ζούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία το 2018, ποσοστό το οποίο κυμαινόταν από 51,4 % στη Γερμανία ως 96,4 % στη Ρουμανία. Αντιθέτως, στην Ελβετία το ποσοστό των ατόμων που ζούσαν σε κατοικίες με ενοίκιο ήταν μεγαλύτερο από το ποσοστό των ατόμων που ζούσαν σε ιδιόκτητες κατοικίες, δεδομένου ότι περίπου το 57,5 % του πληθυσμού ήταν ενοικιαστές.

Στις Κάτω Χώρες (60,5 %) και στη Σουηδία (51,7 %), πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού ζούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία για την οποία υπήρχε δάνειο ή υποθήκη· αυτό συνέβη και στην Ισλανδία (63,9 %, στοιχεία του 2016) και στη Νορβηγία (60,1 %).

Το 2018 το ποσοστό των ατόμων που ζούσαν σε κατοικία με ενοίκιο στην αγοραία τιμή ήταν χαμηλότερο από 10,0 % σε 11 κράτη μέλη της ΕΕ. Από την άλλη πλευρά, τα δύο πέμπτα περίπου του πληθυσμού της Γερμανίας (40,8 %) και της Δανίας (39,4 %) ζούσαν σε κατοικίες με ενοίκιο στην αγοραία τιμή, όπως επίσης και πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της Σουηδίας (35,0 %), περίπου τα τρίτα δέκατα του πληθυσμού των Κάτω Χωρών (30,2 %) και της Αυστρίας (29,7 %), και περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού του Λουξεμβούργου (23,4 %), της Ελλάδας (21,3 %) και του Βελγίου (19,4 %). Το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσαν σε κατοικίες με ενοίκιο στην αγοραία τιμή ήταν ακόμη υψηλότερο στην Ελβετία, λίγο πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού (51,1 %).

Το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε κατοικία με μειωμένο ενοίκιο ή δωρεάν ήταν μικρότερο του 20,0 % σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και σε οκτώ χώρες εκτός ΕΕ για τις οποίες εμφανίζονται στοιχεία.

Ποιότητα της στέγασης

Μία από τις θεμελιώδεις παραμέτρους για την αξιολόγηση της ποιότητας της στέγασης είναι η διαθεσιμότητα επαρκούς χώρου στην κατοικία. Tο ποσοστό υπερπληρότητας περιγράφει το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε υπερπλήρεις κατοικίες, όπως ορίζεται με βάση τον αριθμό των δωματίων που διαθέτει το νοικοκυριό, το μέγεθος του νοικοκυριού, καθώς και τις ηλικίες των μελών του και την οικογενειακή τους κατάσταση.

Το 2018 το 17,1 % του πληθυσμού της ΕΕ-27 ζούσαν σε υπερπλήρεις κατοικίες

Το υψηλότερο ποσοστό υπερπληρότητας στα κράτη μέλη της ΕΕ (βλέπε Γράφημα 3) καταγράφηκε στη Ρουμανία (46,3 %), ενώ ποσοστά άνω του 50 % καταγράφηκαν στο Μαυροβούνιο (57,7 %;· στοιχεία του 2017) και στη Σερβία (53,3 %). στην Κύπρο (2,5 %), στην Ιρλανδία (2,7 %), στη Μάλτα (3,4 %), στις Κάτω Χώρες (4,1 %) και στην Ισπανία (4,7 %) καταγράφηκαν τα χαμηλότερα ποσοστά υπερπληρότητας, όλα κάτω από 5,0 %, ενώ επτά άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία, η Ελβετία και η Ισλανδία (στοιχεία του 2016) ανέφεραν ότι ποσοστό κάτω του 10,0 % του αντίστοιχου πληθυσμού τους ζούσαν σε υπερπλήρεις κατοικίες.

Γράφημα 3: Ποσοστό υπερπληρότητας, 2018
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_lvho05a)

Στον πληθυσμό που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας (με άλλα λόγια, τα άτομα που ζούσαν σε νοικοκυριά όπου το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανά άτομο ήταν κάτω από το 60 % της εθνικής διάμεσης τιμής), το ποσοστό υπερπληρότητας στην EΕ-27 ήταν 28,9 % το 2018, περίπου 11,8 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το ποσοστό για τον συνολικό πληθυσμό (βλέπε Γράφημα 3).

Τα υψηλότερα ποσοστά υπερπληρότητας στον πληθυσμό που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας καταγράφηκαν στην Ρουμανία (56,4 %), τη Σλοβακία (54,9 %), τη Βουλγαρία (48,7 %) και την Πολωνία (47,7 %). Υψηλά ποσοστά υπερπληρότητας μεταξύ του πληθυσμού που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας αναφέρθηκαν επίσης από την Τουρκία (70,7 %;· στοιχεία του 2017), το Μαυροβούνιο (69,6 %; στοιχεία του 2017), τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία (και οι δύο 60,6 %). Στο άλλο άκρο του φάσματος, τα χαμηλότερα ποσοστά διαβίωσης σε υπερπλήρεις κατοικίες όσον αφορά άτομα που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας καταγράφηκαν στα νησιά, δηλαδή στη Μάλτα (7,0%), την Κύπρο (5,2 %) και την Ιρλανδία (4,2 %). Τα τρία αυτά κράτη μέλη της ΕΕ ήταν τα μόνα που ανέφεραν ότι λιγότερα από 1 στα 10 άτομα που αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ζούσαν σε συνθήκες υπερπληρότητας, μια κατάσταση που παρατηρήθηκε επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο (9,8 %).

Εκτός από τις υπερπλήρεις κατοικίες, ορισμένες άλλες πτυχές της στέρησης στέγασης — όπως έλλειψη λουτρού ή τουαλέτας, πρόβλημα στεγανότητας στη στέγη της κατοικίας ή κατοικία που θεωρείται πολύ σκοτεινή — συμπεριλαμβάνονται στον δείκτη για την ποιότητα της στέγασης. Το ποσοστό σοβαρής στέρησης στέγασης ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε κατοικία, η οποία θεωρείται υπερπλήρης, και ταυτόχρονα έχουν τουλάχιστον ένα από τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά της στέρησης στέγασης.

Σε ολόκληρη την ΕΕ-27 το 4,3 % του πληθυσμού αντιμετώπισαν σοβαρή στέρηση στέγασης το 2018.

Σε τρία κράτη μέλη της ΕΕ τουλάχιστον 1 στα 10 άτομα του πληθυσμού αντιμετώπιζαν σοβαρή στέρηση στέγασης το 2018: Στη Βουλγαρία καταγράφηκε ποσοστό 10,1 %, ενώ υπήρξαν υψηλότερα ποσοστά στη Λετονία (14,9 %) και τη Ρουμανία (16,1 %)· η κατάσταση αυτή παρατηρήθηκε επίσης σε κάθε μία από τις υποψήφιες χώρες για τις οποίες εμφανίζονται στοιχεία (για το 2017 ή το 2018) στο Γράφημα 4. Αντιθέτως, λιγότερο από 1,0 % του πληθυσμού στη Φινλανδία (0,9 %) και την Ιρλανδία (0,8 %) αντιμετώπιζαν σοβαρή στέρηση στέγασης το 2018, και το ίδιο συνέβαινε στη Νορβηγία.

Γράφημα 4: Σοβαρή στέρηση στέγασης, 2017 και 2018
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_mdho06a)

Την περίοδο 2017-2018 το συνολικό ποσοστό των ατόμων στην ΕΕ-27 που αντιμετώπιζαν σοβαρή στέρηση στέγασης μειώθηκε ελαφρά (κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες). Ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΕ οι μεγαλύτερες αυξήσεις στο ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν σοβαρή στέρηση στέγασης αναφέρθηκαν στη Γαλλία, όπου το ποσοστό αυξήθηκε κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του 2017 και του 2018, καθώς και στη Δανία, τη Γερμανία και την Ισπανία, όπου το ποσοστό αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες. Ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΕ η μεγαλύτερη μείωση με διαφορά σημειώθηκε στην Ουγγαρία όπου το ποσοστό μειώθηκε κατά 8,4 ποσοστιαίες μονάδες από 15,9 % σε 7,5 %, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρξε διακοπή στη σειρά. Μειώσεις από 1,1 έως 1,5 ποσοστιαίες μονάδες παρατηρήθηκαν στη Σλοβακία, τη Λιθουανία, την Αυστρία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Σχετικά μεγάλη μείωση (μείωση 3,4 ποσοστιαίων μονάδων) παρατηρήθηκε επίσης στη Σερβία.

Οικονομική προσιτότητα στέγασης

Το 2018 το 9,6 % του πληθυσμού της EU-27 ζούσαν σε νοικοκυριά που ξόδευαν το 40 % ή και περισσότερο του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματός τους στη στέγαση

Το ποσοστό του πληθυσμού του οποίου το κόστος στέγασης υπερέβαινε το 40 % του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματός τους ήταν υψηλότερο για μισθωτές με ενοίκιο στην αγοραία τιμή (25,1 %) και χαμηλότερο για άτομα σε ιδιόκτητες κατοικίες με δάνειο ή υποθήκη (4,0 %) (βλέπε Πίνακα 1).

Πίνακας 1: Ποσοστό επιβάρυνσης του κόστους στέγασης, ανά καθεστώς ιδιοκτησίας, 2018
(%)
Πηγή: Eurostat (ilc_lvho07c)

Ο μέσος όρος της ΕΕ-27 συγκαλύπτει σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ: στο ένα άκρο, υπήρχαν ορισμένα κράτη μέλη με σχετικά μικρό ποσοστό του πληθυσμού που ζούσαν σε νοικοκυριά των οποίων το κόστος στέγασης υπερέβαινε το 40 % του διαθέσιμου εισοδήματός τους το 2018, ιδίως, η Μάλτα (1,7 %) και η Κύπρος (2,0 %). Στο άλλο άκρο, πάνω από δύο στα πέντε άτομα (39,6 %) στην Ελλάδα και λίγο πάνω από ένα στα έξι άτομα (17,9 %) του πληθυσμού στη Βουλγαρία δαπανούσαν πάνω από το 40 % του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, όπως και περίπου ένα στα έξι άτομα στη Δανία (14,7 %) και στη Γερμανία (14,2 %).

Σχετικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας με το υψηλότερο ποσοστό του πληθυσμού, όπου το κόστος στέγασης υπερέβαινε το 40 % του διαθέσιμου εισοδήματός τους, δηλαδή των ενοικιαστών με ενοίκιο στην αγοραία τιμή, διαπιστώθηκαν επίσης μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Το 2018 σε έξι κράτη μέλη πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού που πλήρωνε ενοίκιο στην αγοραία τιμή δαπανούσαν πάνω από το 40% του ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματός τους στη στέγαση και αυτό το ποσοστό του πληθυσμού ξεπερνούσε τα δύο πέμπτα στη Ρουμανία (46,3 %) και την Ουγγαρία (46,9 %), έφτανε στο μισό στη Βουλγαρία (50,1 %) και ξεπερνούσε τα τέσσερα πέμπτα (83,1 %) στην Ελλάδα. Στο άλλο άκρο του φάσματος, στη Μάλτα (12,1 %), στη Λετονία (11,5 %) και στην Κύπρο (11,3 %) αναφέρθηκαν τα χαμηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης του κόστους στέγασης για ενοικιαστές με ενοίκιο στην αγοραία τιμή.

Πηγή στοιχείων για τους πίνακες και τα γραφήματα

Πηγές δεδομένων

Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται στο παρόν άρθρο προέρχονται πρωτίστως από μικροδεδομένα από τις στατιστικές της ΕΕ για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC). Η έρευνα EU-SILC διεξάγεται ετησίως και αποτελεί την κύρια έρευνα που μετρά το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη. Ο πληθυσμός αναφοράς είναι όλα τα ιδιωτικά νοικοκυριά και τα μέλη τους που διέμεναν στην επικράτεια κράτους μέλους της ΕΕ κατά τον χρόνο συλλογής των στοιχείων· τα άτομα που ζουν σε συλλογικά νοικοκυριά και σε ιδρύματα αποκλείονται, κατά κανόνα, από τον πληθυσμό-στόχο. Τα στοιχεία για την ΕΕ-27 και τη ζώνη του ευρώ είναι ο μέσος όρος των εθνικών στοιχείων σταθμισμένος ως προς τον πληθυσμό.

Οι πίνακες που περιέχονται στο παρόν άρθρο περιέχουν τις ακόλουθες ενδείξεις:

Τιμή σε πλάγια γράμματα     προβλεπόμενη, προσωρινή ή κατ’ εκτίμηση τιμή στοιχείων που, ως εκ τούτου, πρόκειται πιθανότατα να αλλάξει·
: μη διαθέσιμη, εμπιστευτική ή μη αξιόπιστη τιμή.

Πλαίσιο

Οι συνθήκες στέγασης επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων με πολλούς τρόπους: παρέχουν στέγη, ασφάλεια, ιδιωτικότητα και έναν χώρο στον οποίο τα άτομα μπορούν να ξεκουράζονται, να μαθαίνουν, να εργάζονται και να ζουν. Η στέγαση μπορούν επίσης εξεταστεί στο πλαίσιο του τοπικού περιβάλλοντός της, όσον αφορά την εύκολη πρόσβαση σε παιδική μέριμνα, εκπαιδευτικά ιδρύματα, απασχόληση, ευκαιρίες ψυχαγωγίας, μαγαζιά, δημόσιες υπηρεσίες κ.τλ. Η χρηματοδότηση της στέγασης, με αγορά ή μίσθωση, είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο για πολλά νοικοκυριά και συχνά συνδέεται με την ποιότητα της στέγασης.

Η ΕΕ δεν έχει ειδικές αρμοδιότητες όσον αφορά τη στέγαση· οι εθνικές κυβερνήσεις αναπτύσσουν δικές τους πολιτικές για τη στέγαση. Ωστόσο, πολλά κράτη μέλη της ΕΕ αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις, για παράδειγμα: με ποιον τρόπο μπορούν να ανανεωθούν τα στεγαστικά αποθέματα, να σχεδιαστεί και να καταπολεμηθεί η αστική εξάπλωση, να προωθηθεί με τον καλύτερο τρόπο η βιώσιμη ανάπτυξη, να βοηθηθούν οι νέοι και οι μειονεκτούσες ομάδες να εισέλθουν στην αγορά ακινήτων, ή να προωθηθεί η ενεργειακή απόδοση μεταξύ των ιδιοκτητών κατοικιών.

Τα ζητήματα των εργατικών κατοικιών, των άστεγων και της κοινωνικής ένταξης διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο της ατζέντας για την κοινωνική πολιτική. Ο charter of fundamental rights ορίζει, στον τίτλο IV άρθρο 34, ότι «Η Ένωση, προκειμένου να καταπολεμηθεί ο κοινωνικός αποκλεισμός και η φτώχεια, αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα κοινωνικής αρωγής και στεγαστικής βοήθειας προς εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης σε όλους όσοι δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές». Σ’ αυτό το πλαίσιο, επιτεύχθηκε συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας το 2000 για μια σειρά κοινών στόχων της στρατηγικής της ΕΕ κατά της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται δύο στόχοι που αφορούν τη στέγαση, συγκεκριμένα «Θα εφαρμοσθούν πολιτικές με στόχο την πρόσβαση όλων σε μια αξιοπρεπή και υγιεινή κατοικία, καθώς και στις απαιτούμενες βασικές υπηρεσίες, λαμβανομένου υπόψη του τοπικού πλαισίου, για μια ομαλή ζωή στην κατοικία αυτή (ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, θέρμανση κ.λπ.)» και «Υλοποίηση πολιτικών με στόχο την αποφυγή των κρίσιμων τομών στις συνθήκες διαβίωσης που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστάσεις αποκλεισμού, ιδίως όσον αφορά τις περιπτώσεις υπερχρέωσης, τον σχολικό αποκλεισμό ή την απώλεια της στέγης». Αυτή η εντολή διευρύνθηκε το 2010 όταν η Ευρωπαϊκή πλατϕόρμα για την καταπολέμηση της ϕτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού [COM(2010) 758 τελικό] όρισε σειρά δράσεων με σκοπό τη μείωση του αριθμού των ατόμων που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό τουλάχιστον κατά 20 εκατομμύρια άτομα ως το 2020 (σε σύγκριση με το 2008) —βλέπε επίσης άρθρο για τα άτομα που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό.

Άμεση πρόσβαση σε
Άλλα άρθρα
Πίνακες
Βάση δεδομένων
Θεματική ενότητα
Δημοσιεύσεις
Μεθοδολογία
Νομοθεσία
Απεικονίσεις
Εξωτερικοί σύνδεσμοι




Living conditions (t_ilc_lv)
Housing conditions (t_ilc_lvho)
Overcrowding rate (t_ilc_lvho_or)
Housing cost burden (t_ilc_lvho_hc)
Material deprivation (t_ilc_md)
Housing deprivation (t_ilc_mdho)
Living conditions (ilc_lv)
Housing conditions (ilc_lvho)
Overcrowding rate (ilc_lvho_or)
Under-occupied dwellings (ilc_lvho_uo)
Housing cost burden (ilc_lvho_hc)
Material deprivation (ilc_md)
Housing deprivation (ilc_mdho)