Archive:Στατιστικές για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές


Δεδομένα του Ιανουαρίου 2020.

Προγραμματισμένη επικαιροποίηση του άρθρου: Απρίλιος 2021.


This Statistics Explained article has been archived on 4 January 2021.


Highlights

Το 2018 οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσώπευαν το 18,9 % της ενέργειας που καταναλώθηκε στην ΕΕ, πλησιάζοντας τον στόχο του 20 % που έχει τεθεί για το 2020.

Το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που χρησιμοποιείται στις δραστηριότητες του τομέα των μεταφορών στην ΕΕ ανήλθε στο 8,3 % το 2018.

Μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, 2018
(σε % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας)
Πηγή: Eurostat (nrg_ind_ren)

Ο στόχος της ΕΕ να γίνει η πρώτη κλιματική ουδέτερη ήπειρος στον κόσμο μέχρι το 2050 διαπνέει την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία [COM(2019) 640 final], την πιο φιλόδοξη δέσμη μέτρων, που αναμένεται να δώσει στους Ευρωπαίους πολίτες και τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη βιώσιμη πράσινη μετάβαση.

Η χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έχει πολλά δυνητικά πλεονεκτήματα, όπως τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού και τον περιορισμό της εξάρτησης από τις αγορές ορυκτών καυσίμων (ειδικότερα, πετρελαίου και φυσικού αερίου). Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί επίσης να τονώσει την απασχόληση στην ΕΕ, με τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε νέες «πράσινες» τεχνολογίες.

Το παρόν άρθρο αυτό παρέχει πρόσφατα στατιστικά στοιχεία για το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές συνολικά και σε τρεις τομείς κατανάλωσης (ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανση και ψύξη, και μεταφορές) στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας περιλαμβάνουν την αιολική ενέργεια, την ηλιακή ενέργεια (θερμική, φωτοβολταϊκή και συμπυκνωμένη), την υδροηλεκτρική ενέργεια, την παλιρροϊκή ενέργεια, τη γεωθερμική ενέργεια, τη θερμότητα του περιβάλλοντος που απορροφάται από τις αντλίες θερμότητας, τα βιοκαύσιμα και το ανανεώσιμο τμήμα των αποβλήτων.

Full article

Το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σχεδόν διπλασιάστηκε μεταξύ 2004 και 2018

Η ΕΕ επιδιώκει, έως το 2020, το 20 % της ακαθάριστης τελικής ενεργειακής κατανάλωσής της να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο στόχος αυτός επιμερίζεται μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, και έχουν καταρτιστεί εθνικά σχέδια δράσης, για να χαραχθεί η πορεία προς την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε κάθε κράτος μέλος. Στο γράφημα 1 εμφανίζονται τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, καθώς και οι στόχοι που έχουν καθοριστεί για το 2020. Στην ΕΕ το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας ήταν 18,9 % το 2018, έναντι 9,6 % το 2004.

Η θετική αυτή εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα των νομικώς δεσμευτικών στόχων για αύξηση του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, οι οποίοι τέθηκαν σε εφαρμογή με την οδηγία 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ενώ η ΕΕ στο σύνολό της βρίσκεται κοντά στην επίτευξη των στόχων που έχει θέσει για το 2020, ορισμένα κράτη μέλη θα χρειαστεί να καταβάλουν επιπλέον προσπάθειες προκειμένου να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τους δύο βασικούς στόχους: το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας (βλ. γράφημα 1) και το συγκεκριμένο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών (που αναλύεται περαιτέρω στο παρόν άρθρο· βλ. γράφημα 2 και πίνακα 4).

Γράφημα 1: Μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, 2018
(ως % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας)
Πηγή: Eurostat (nrg_ind_ren)


Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, η Σουηδία κατέγραψε, το 2018, με διαφορά το υψηλότερο ποσοστό (54,6 %) ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην τελική κατανάλωση ενέργειας, ξεπερνώντας τη Φινλανδία (41,2 %), τη Λετονία (40,3 %), τη Δανία (36,1 %) και την Αυστρία (33,4 %). Στο άλλο άκρο της κλίμακας, τα χαμηλότερα ποσοστά ανανεώσιμων πηγών καταγράφηκαν στις Κάτω Χώρες (7,4 %), στη Μάλτα (8,0 %), στο Λουξεμβούργο (9,1 %) και στο Βέλγιο (9,4 %). Σε σύγκριση με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2018, οι στόχοι για τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες επιβάλλουν σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη να αυξήσει το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην τελική του κατανάλωση ενέργειας κατά τουλάχιστον 6,4 και 6,6 εκατοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Αντίθετα, δώδεκα κράτη μέλη είχαν ήδη υπερβεί τον στόχο τους για το 2020· αυτό συνέβη σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό —μεταξύ 5,0 και 8,0 εκατοστιαίες μονάδες— στην Κροατία, τη Σουηδία, τη Δανία και την Εσθονία.

Στον πίνακα 1 περιλαμβάνονται στοιχεία για όλες τις χώρες που υποβάλλουν δεδομένα, καθώς και οι τιμές της ενδεικτικής πορείας.

Πίνακας 1: Μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, 2004-2018
(ως % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας)
Πηγή: Eurostat (nrg_ind_ren)

Οι υπόλοιπες στατιστικές διαπιστώσεις του παρόντος άρθρου αφορούν τις εξελίξεις από το 2004 έως το 2018 όσον αφορά το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε τρεις τομείς κατανάλωσης: την ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, τη θέρμανση και την ψύξη, και τις μεταφορές.

Η αιολική ενέργεια είναι η σημαντικότερη ανανεώσιμη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας

Οι λογιστικοί κανόνες της οδηγίας 2009/28/ΕΚ ορίζουν ότι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από υδροηλεκτρική και αιολική ενέργεια πρέπει να είναι κανονικοποιημένη, ώστε να συνυπολογίζονται οι ετήσιες κλιματικές διακυμάνσεις (η υδροηλεκτρική ενέργεια είναι κανονικοποιημένη τα τελευταία 15 έτη και η αιολική ενέργεια τα τελευταία 5 έτη). Το παρόν άρθρο παρουσιάζει τα αποτελέσματα της εφαρμογής αυτών των λογιστικών κανόνων.

Η αύξηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές την περίοδο 2008-2018 αντικατοπτρίζει, σε μεγάλο βαθμό, την αύξηση που διαπιστώθηκε σε όλη την ΕΕ όσον αφορά τρεις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: πρωτίστως την αιολική ενέργεια, αλλά και την ηλιακή ενέργεια και τα στερεά βιοκαύσιμα (συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων αποβλήτων). Το 2018 η αιολική ενέργεια ήταν η μεγαλύτερη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ΕΕ. Πράγματι, η ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη από υδροηλεκτρική ενέργεια ήταν σχετικά παρόμοια με το επίπεδο που είχε καταγραφεί πριν από μία δεκαετία. Αντιθέτως, η ποσότητα της ενέργειας που παρήχθη στην ΕΕ από τον ήλιο και τις ανεμογεννήτριες ήταν 15,5 και 2,9 φορές υψηλότερη το 2018 απ’ ό,τι το 2008. Η αύξηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ηλιακή ενέργεια υπήρξε ραγδαία, από μόλις 7,4 TWh το 2008 σε 115,0 TWh το 2018.

Υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Στην Αυστρία (73,1 %), στη Σουηδία (66,2 %) και στη Δανία (62,4 %) τουλάχιστον τα τρία πέμπτα της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε προέρχονταν από ανανεώσιμες πηγές —σε μεγάλο βαθμό, ως αποτέλεσμα της υδροηλεκτρικής ενέργειας και της αιολικής ενέργειας—, ενώ περισσότερο από το ήμισυ της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε στη Λετονία (53,5 %) και στην Πορτογαλία (52,2 %) προερχόταν από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, στην Κύπρο (9,4 %), στο Λουξεμβούργο (9,1 %), στην Ουγγαρία (8,3 %) και στη Μάλτα (7,1 %) το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθη από ανανεώσιμες πηγές ήταν μικρότερο από 10 % (βλ. πίνακα 2).

Πίνακας 2: Μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, 2004-2018
(%)
Πηγή: Eurostat (nrg_ind_ren)

Περισσότερο από το ένα πέμπτο της ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση και ψύξη προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Το 2018 η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές αντιπροσώπευε το 21,1 % της συνολικής ενέργειας που χρησιμοποιήθηκε για θέρμανση και ψύξη στην ΕΕ. Το ποσοστό αυτό συνιστά σημαντική αύξηση από το 11,7 % το 2004. Η αυξημένη χρήση ενέργειας στους βιομηχανικούς κλάδους, τις υπηρεσίες και τα νοικοκυριά (κατασκευαστικός τομέας) συνέβαλε στην αύξηση αυτού του ποσοστού. Η αεροθερμική, η γεωθερμική και η υδροθερμική ενέργεια που απορροφάται από αντλίες θερμότητας λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που έχουν δηλωθεί από τις χώρες. Το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης παρουσιάζεται στον πίνακα 3.

Πίνακας 3: Μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, 2004-2018
(%)
Πηγή: Eurostat (nrg_ind_ren)

Το 2018 το 8,3 % της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές χρησιμοποιήθηκε στις δραστηριότητες του τομέα των μεταφορών

Η ΕΕ συμφώνησε να καθοριστεί ως κοινός στόχος ο τομέας των μεταφορών να χρησιμοποιεί, έως το 2020, το 10 % της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (συμπεριλαμβανομένων των υγρών βιοκαυσίμων, του υδρογόνου, του βιομεθανίου, της «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας κ.λπ.).

Το μέσο μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές αυξήθηκε από 1,5 % το 2004 σε 8,3 % το 2018. Μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωση καυσίμων μεταφορών κυμάνθηκε από 29,7 % στη Σουηδία, 14,9 % στη Φινλανδία και 9,8 % στην Αυστρία έως λιγότερο από 4,0 % στην Κροατία (3,9 %), στην Ελλάδα (3,8 %), στην Εσθονία (3,3 %) και στην Κύπρο (2,7 %) (βλ. γράφημα 2).

Γράφημα 2: Μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών, 2018
(ως % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας)
Πηγή: Eurostat (nrg_ind_ren)

Σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ σημειώθηκε ταχεία ανταπόκριση όσον αφορά τη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως καυσίμου μεταφορών. Αυτό συνέβη κυρίως στην Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, τις Κάτω Χώρες, τη Φινλανδία και τη Σουηδία.

Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών περιλαμβάνονται στον πίνακα 4.

Πίνακας 4: Μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών, 2004-2018
(ως % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας)
Πηγή: Eurostat (nrg_ind_ren)

Πηγή δεδομένων για πίνακες και γραφήματα

Πηγές δεδομένων

Τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο βασίζονται σε στοιχεία που συλλέχθηκαν σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες που ορίζονται στην οδηγία 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και υπολογίζονται με βάση τις στατιστικές ενέργειας που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 για τις στατιστικές ενέργειας, ο οποίος τροποποιήθηκε τελευταία τον Νοέμβριο του 2017 με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2017/2010. Η οδηγία 2009/28/ΕΚ θα χρησιμοποιηθεί μέχρι το έτος αναφοράς 2020. Από το έτος αυτό και μετά, ο υπολογισμός του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα ακολουθεί τους λογιστικούς κανόνες που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και για το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νορβηγία, το Μαυροβούνιο, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Σερβία, την Αλβανία, την Τουρκία και το Κοσσυφοπέδιο*. Σε γενικές γραμμές, τα στοιχεία είναι πλήρη, πρόσφατα και συγκρίσιμα σε αξιόπιστο βαθμό μεταξύ των χωρών.

Το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας προσδιορίζεται ως βασικός δείκτης για τη μέτρηση της προόδου στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Ο δείκτης αυτός μπορεί να θεωρηθεί ως εκτίμηση για τους σκοπούς της παρακολούθησης της οδηγίας 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο, το στατιστικό σύστημα ορισμένων χωρών για συγκεκριμένες τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας· π.χ. πολλές χώρες δεν δηλώνουν τη θερμική ενέργεια περιβάλλοντος για τις αντλίες θερμότητας.

Όλοι οι υπολογισμοί λαμβάνουν υπόψη ειδικές διατάξεις της οδηγίας 2009/28/ΕΚ μετά την τροποποίησή της με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1513 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/70/ΕΚ σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Ένα σημαντικό ζήτημα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία των στοιχείων είναι οι στατιστικές αναθεωρήσεις. Τα τελευταία στοιχεία για το 2005 δείχνουν μια μικρή διακύμανση σε σχέση με τα δεδομένα που ήταν διαθέσιμα κατά την εκπόνηση και την έκδοση της οδηγίας την περίοδο 2007-2008. Οι αλλαγές οφείλονται στις αναθεωρήσεις των συνόλων δεδομένων που διαβιβάζονται από τις χώρες που υποβάλλουν στοιχεία στο πλαίσιο των απαντήσεών τους στα ετήσια ερωτηματολόγια σχετικά με την ενέργεια. Λόγω της αναθεώρησης των στοιχείων σχετικά με την κατανάλωση βιομάζας στα νοικοκυριά, τα επικαιροποιημένα στοιχεία για την Κροατία δείχνουν ότι η κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές υπερέβαινε τον στόχο της χώρας για το 2020 ήδη από το 2004 (το πρώτο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμες τιμές). Όμως η Κροατία δεν είναι η μόνη περίπτωση. Ως αποτέλεσμα της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι χώρες παρακολουθούν πολύ στενότερα τις ροές των βασικών προϊόντων από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εντός των οικονομιών τους. Πολύ σημαντική είναι η κατανάλωση βιομάζας, για την οποία οι χώρες δρομολογούν νέες λεπτομερέστερες έρευνες ικανές να αποτυπώνουν περισσότερα στοιχεία σχετικά με την τελική κατανάλωση ενέργειας από βιομάζα. Κατά συνέπεια, αρκετές χώρες αναθεωρούν τα στοιχεία τους, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του μεριδίου τους όσον αφορά την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές (π.χ. Κροατία, Γαλλία, Λιθουανία και Ουγγαρία).

Στην οδηγία 2009/28/ΕΚ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας ορίζεται ως τα ενεργειακά βασικά προϊόντα που παραδίδονται για ενεργειακούς σκοπούς στη βιομηχανία, στις μεταφορές, στα νοικοκυριά, στις υπηρεσίες (συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών), στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία, συμπεριλαμβανομένης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας από τον ενεργειακό κλάδο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, και συμπεριλαμβανομένων των απωλειών ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας κατά τη διανομή και τη μεταφορά.

Η παραγωγή ενέργειας από μη ανανεώσιμα αστικά απόβλητα αφαιρέθηκε από τη συμβολή της βιομάζας στην παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας. Η κατανάλωση για μεταφορά μέσω αγωγών συμπεριλήφθηκε στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, σύμφωνα με την τομεακή ταξινόμηση του κανονισμού για τις στατιστικές ενέργειας. Για να βελτιωθεί η ακρίβεια και η συνέπεια με τις εθνικές στατιστικές κατά τον υπολογισμό των μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, χρησιμοποιήθηκαν εθνικές θερμογόνες δυνάμεις, όπου ήταν διαθέσιμες, με σκοπό τη μετατροπή των ποσοτήτων όλων των ενεργειακών προϊόντων σε μονάδες ενέργειας, αντί των προκαθορισμένων θερμογόνων δυνάμεων.

Στοιχεία για την περίοδο 2004-2010: Η οδηγία 2009/28/ΕΚ δεν είχε εκδοθεί ακόμα ή είχε εκδοθεί πολύ πρόσφατα. Δεν είχε μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών. Οι τιμές κατά τα έτη αυτά δεν χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της συμμόρφωσης της νομοθεσίας με την ενδεικτική πορεία που καθορίζεται στο μέρος Β του παραρτήματος Ι της οδηγίας. Η οδηγία 2009/28/ΕΚ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ορίζει ότι μόνο τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που πληρούν τα κριτήρια αειφορίας θα πρέπει να προσμετρώνται για την επίτευξη των στόχων. Αποφασίστηκε ότι, για την περίοδο 2004-2010, όλα τα βιοκαύσιμα και βιορευστά θα συνυπολογίζονται στον αριθμητή του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Στοιχεία για το 2011 και μετά: Η συμμόρφωση με το άρθρο 17 («Κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά») πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με το άρθρο 18 («Επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά»). Από το έτος αναφοράς 2011, οι χώρες πρέπει να δηλώνουν ως συμμορφούμενα μόνο τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά των οποίων η συμμόρφωση τόσο με το άρθρο 17 όσο και με το άρθρο 18 μπορεί να αποδειχθεί πλήρως. Μόνο τα δηλωμένα και συμμορφούμενα βιοκαύσιμα και βιορευστά συνυπολογίζονται στα αντίστοιχα μερίδια των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Σε ορισμένες χώρες η κατανάλωση βιοκαυσίμων και βιορευστών κατά την περίοδο 2011-2015 δεν είχε πιστοποιηθεί ως συμμορφούμενη (αειφόρος) λόγω της καθυστερημένης εφαρμογής της οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Ενώ από το 2004 το συνολικό μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αυξάνεται, μεταξύ 2010 και 2011 μειώθηκε όσον αφορά τις μεταφορές. Αυτό μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην ολοσχερή απουσία συμμορφούμενων βιοκαυσίμων που δηλώθηκαν από αρκετές χώρες της ΕΕ (οι χώρες πράγματι δήλωσαν κάποια χρήση βιοκαυσίμων, αλλά κανένα ή πολύ λίγα από αυτά ήταν συμμορφούμενα το 2011). Δεδομένου ότι ορισμένες χώρες δεν έχουν ακόμη εφαρμόσει πλήρως όλες τις διατάξεις της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ορισμένα βιοκαύσιμα και βιορευστά δεν λογίζονται ως συμμορφούμενα (αειφόρα) την περίοδο 2011-2015.

Το μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ορίζεται ως ο λόγος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και της ακαθάριστης εθνικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως ορίζεται στην οδηγία 2009/28/ΕΚ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αυτό περιλαμβάνει τις υδροηλεκτρικές μονάδες (με εξαίρεση την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από υδροηλεκτρικούς σταθμούς με συστήματα αποθήκευσης μέσω της άντλησης νερού που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα), καθώς και την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από στερεά βιοκαύσιμα/απόβλητα, αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια και γεωθερμία. Η οδηγία απαιτεί επίσης να εξομαλυνθεί η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από υδροηλεκτρική και αιολική ενέργεια. Δεδομένης της απαίτησης 15ετούς εξομάλυνσης για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και βάσει της διαθεσιμότητας των στατιστικών ενέργειας (για την ΕΕ, από το 1990), δεν είναι ακόμη διαθέσιμες μακροχρόνιες σειρές στοιχείων για τον συγκεκριμένο δείκτη.

Για να υπολογιστεί το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, η τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ορίζεται ως η τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη βιομηχανία, τα νοικοκυριά, τις υπηρεσίες, τη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία για τη θέρμανση και την ψύξη, καθώς και η τηλεθέρμανση που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Η συνολική τελική κατανάλωση ενέργειας για τη θέρμανση και την ψύξη είναι η τελική κατανάλωση όλων των βασικών ενεργειακών προϊόντων, εκτός από την ηλεκτρική ενέργεια, για σκοπούς άλλους από τις μεταφορές, συν η κατανάλωση θερμότητας για ίδια χρήση σε σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας και οι θερμικές απώλειες σε δίκτυα. Για λεπτομερέστερο ορισμό, βλ. SHARES tool manual (στα αγγλικά).

Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωση καυσίμων στον τομέα των μεταφορών υπολογίζεται με βάση τις στατιστικές ενέργειας, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που περιγράφεται στην οδηγία 2009/28/ΕΚ. Η συμβολή όλων των υγρών βιοκαυσίμων συνεκτιμάται στον υπολογισμό για τον συγκεκριμένο δείκτη έως το 2010. Από το 2011, τα στοιχεία για τα υγρά βιοκαύσιμα στις μεταφορές περιορίζονται μόνο στα υγρά βιοκαύσιμα που πληρούν τους όρους της οδηγίας 2009/28/ΕΚ (με άλλα λόγια, τα κριτήρια αειφορίας).

Πλαίσιο

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταρτίσει αρκετές ενεργειακές στρατηγικές για μια πιο ασφαλή και βιώσιμη οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πέρα από την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής μέσω της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, είναι πιθανό ότι θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ασφάλεια και διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού, θα μειώσει την ατμοσφαιρική ρύπανση και θα δώσει δυνατότητα να δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης στον τομέα του περιβάλλοντος και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η δέσμη μέτρων για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2020, η οποία εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2008, παρείχε επιπλέον κίνητρα προκειμένου να αυξηθεί η χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο 20 % της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2020, ενώ παράλληλα ζητούσε τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 20 %. Η οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θέτει συνολικό στόχο για ολόκληρη την ΕΕ, σύμφωνα με τον οποίο, μέχρι το 2020, ποσοστό 20 % της ενεργειακής κατανάλωσης και ποσοστό 10 % των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στον τομέα των μεταφορών πρέπει να προέρχονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η οδηγία αλλάζει το νομικό πλαίσιο για την προώθηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, απαιτεί εθνικά σχέδια δράσης όπου θα αποτυπώνεται ο τρόπος με τον οποίο θα αναπτυχθούν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ, δημιουργεί μηχανισμούς συνεργασίας και θεσπίζει κριτήρια αειφορίας για τα ρευστά βιοκαύσιμα (έπειτα από τις ανησυχίες που εκφράστηκαν σχετικά με τις δυνητικά αρνητικές συνέπειες στις τιμές των καλλιεργειών, στον εφοδιασμό τροφίμων, στην προστασία των δασών, στη βιοποικιλότητα, καθώς και στους υδάτινους και εδαφικούς πόρους). Τον Ιούλιο του 2014 υποβλήθηκε έκθεση σχετικά με τη βιωσιμότητα των στερεών και αέριων βιοκαυσίμων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας και ψύξης [SWD(2014) 259].

Στις 6 Ιουνίου 2012 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές: σημαντικός παράγοντας στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας» [COM(2012) 271 final], στην οποία παρουσιάζονται αδρομερώς οι επιλογές όσον αφορά την κατάρτιση πολιτικής για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την περίοδο μετά το 2020. Η ανακοίνωση ζητούσε επίσης πιο συντονισμένη ευρωπαϊκή προσέγγιση όσον αφορά τη θέσπιση και τη μεταρρύθμιση των καθεστώτων στήριξης, καθώς και την αυξημένη χρήση της εμπορίας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Τον Ιανουάριο του 2014 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια σειρά ενεργειακών και κλιματικών στόχων για το 2030, με σκοπό να ενθαρρυνθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές και τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Ένας από τους βασικούς στόχους που προτείνονται είναι να αυξηθεί το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας τουλάχιστον στο 27 % έως το 2030. Οι στόχοι αυτοί εκλαμβάνονται ως ένα βήμα προς την επίτευξη των στόχων όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου για το 2050 οι οποίοι καθορίζονται στο έγγραφο «Χάρτης πορείας για τη μετάβαση σε μια ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών επιπέδων ανθρακούχων εκπομπών το 2050» [COM(2011) 112 τελικό].

Τον Φεβρουάριο του 2015 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τα σχέδιά της στην ανακοίνωση με τίτλο «Στρατηγική-πλαίσιο για μια ανθεκτική Ενεργειακή Ένωση με μακρόπνοη πολιτική για την κλιματική αλλαγή» [COM(2015) 80 final]. Η εν λόγω ανακοίνωση προτείνει η στρατηγική να εκτείνεται σε πέντε άξονες, ένας εκ των οποίων είναι η απαλλαγή της οικονομίας από τις εκπομπές άνθρακα.

Στις 11 Δεκεμβρίου 2018 η ΕΕ εξέδωσε την οδηγία 2018/2001/ΕΕ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο περιλαμβάνει έναν δεσμευτικό στόχο για την ΕΕ όσον αφορά τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές το 2030, η οποία θα πρέπει να ανέρχεται στο 32 % με ρήτρα αναθεώρησης προς τα πάνω έως το 2023. Αυτό αναμένεται ότι θα συμβάλει σημαντικά στην πολιτική προτεραιότητα της Επιτροπής, όπως προσδιορίστηκε από τον πρόεδρο κ. Γιούνκερ το 2014: η Ευρωπαϊκή Ένωση να κατακτήσει την πρώτη θέση στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα στην Ευρώπη να διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο όσον αφορά την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας και την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στη συμφωνία του Παρισιού.

Η ανάδειξή μας στην πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρο παγκοσμίως έως το 2050 αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση και ευκαιρία των καιρών μας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, στις 11 Δεκεμβρίου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία [COM(2019) 640 final], την πιο φιλόδοξη δέσμη μέτρων, που αναμένεται να δώσει στους Ευρωπαίους πολίτες και τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη βιώσιμη πράσινη μετάβαση. Τα μέτρα συνοδεύονταν από έναν αρχικό χάρτη πορείας για τις βασικές πολιτικές και κυμαίνονταν από τη φιλόδοξη μείωση των εκπομπών έως την πραγματοποίηση επενδύσεων στην έρευνα και την καινοτομία αιχμής και τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης. Το σημαντικότερο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για μια δίκαιη και κοινωνικά εξισορροπημένη μετάβαση. Είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε κανένας άνθρωπος και καμία περιφέρεια να μην μείνει έξω από τον μεγάλο μετασχηματισμό του μέλλοντος.

Η Πράσινη Συμφωνία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της στρατηγικής της Επιτροπής για την υλοποίηση του Θεματολογίου των Ηνωμένων Εθνών για το 2030 και των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης, καθώς και των άλλων προτεραιοτήτων που ανακοίνωσε η πρόεδρος κ. φον ντερ Λάιεν στις πολιτικές κατευθύνσεις της. Στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας, η Επιτροπή θα επανεστιάσει τη διαδικασία μακροοικονομικού συντονισμού του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου με σκοπό να ενσωματώσει τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και να θέσει τη βιωσιμότητα και την ευημερία των πολιτών στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής, και τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης στο επίκεντρο της χάραξης πολιτικής και της δράσης της ΕΕ.

Direct access to
Other articles
Tables
Database
Dedicated section
Publications
Methodology
Legislation
Visualisations
External links




Energy statistics - main indicators (t_nrg_ind)
Energy statistics - quantities (t_nrg_quant)
Energy statistics - quantities, annual data (nrg_quanta)

Σημειώσεις

* Η ονομασία αυτή χρησιμοποιείται με επιφύλαξη των θέσεων ως προς το καθεστώς και συνάδει με την απόφαση 1244 (1999) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και τη γνώμη του Διεθνούς Δικαστηρίου σχετικά με τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου.