Στατιστικές απασχόλησης


Στοιχεία εξαχθέντα τον Ιουνίου 2017. Πιο πρόσφατα δεδομένα: Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat, βασικοί πίνακες και βάση δεδομένων. Προγραμματισμένη επικαιροποίηση του άρθρου: Ιούνιος 2019.

Το παρόν άρθρο παρουσιάζει πρόσφατες στατιστικές για την απασχόληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης βασιζόμενης σε κοινωνικοοικονομικές διαστάσεις: οι στατιστικές απασχόλησης καταδεικνύουν σημαντικές διαφορές κατά φύλο, ηλικία και μορφωτικό επίπεδο. Υπάρχουν επίσης σημαντικές ανισότητες στην αγορά εργασίας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.

Οι στατιστικές της αγοράς εργασίας βρίσκονται στο επίκεντρο πολλών πολιτικών της ΕΕ μετά την εισαγωγή ενός κεφαλαίου για την απασχόληση στη συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997. Το ποσοστό απασχόλησης, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού σε εργάσιμη ηλικία που απασχολείται, θεωρείται ότι αποτελεί βασικό κοινωνικό δείκτη για σκοπούς ανάλυσης όταν μελετώνται οι εξελίξεις στο εσωτερικό των αγορών εργασίας.

Χάρτης 1: Ποσοστό απασχόλησης, ηλικιακή ομάδα 20-64, 2016
(%)
Πηγή: Eurostat (lfsi_emp_a)
Σχήμα 1: : Ποσοστό απασχόλησης κατά φύλο, ηλικιακή ομάδα 20-64, 1993-2016
(%)
Πηγή: Eurostat (lfsi_emp_a)
Σχήμα 2: Ποσοστό απασχόλησης ανά ηλικιακή ομάδα, 1993-2016
(%)
Πηγή: Eurostat (lfsi_emp_a)
Σχήμα 3: Ποσοστό απασχόλησης κατά μορφωτικό επίπεδο, ηλικιακή ομάδα 25-64, 1993-2016
(%)
Πηγή: Eurostat (lfsa_ergaed)
Σχήμα 4: Μερική απασχόληση ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης κατά φύλο, ηλικιακή ομάδα 20-64, 1993-2016
(%)
Πηγή: Eurostat (lfsa_eppga)
Σχήμα 5: Αριθμός απασχολουμένων που έχουν και δεύτερη εργασία, ανά μορφωτικό επίπεδο, ηλικιακή ομάδα 15-74, 1993-2016
(% της συνολικής απασχόλησης)
Πηγή: Eurostat (lfsa_e2ged) και (lfsa_egaed)
Σχήμα 6: Άτομα σε απασχόληση ανά επαγγελματική δραστηριότητα, ηλικιακή ομάδα 15-74, ΕΕ-28, 2016
(% της συνολικής απασχόλησης)
Πηγή: Eurostat (lfsa_esegp)
Σχήμα 7: Ποσοστό απασχολουμένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου, ανά επαγγελματική ομάδα, ηλικιακή ομάδα 15-74, 2016
(%της επαγγελματικής ομάδας)
Πηγή: Eurostat (lfsa_esegt)

Κύρια στατιστικά στοιχεία

Ποσοστά απασχόλησης κατά φύλο, ηλικία και μορφωτικό επίπεδο

Το 2016, το EU-28 ποσοστό απασχόλησης για τα άτομα ηλικίας 20 έως 64 ετών, όπως μετρήθηκε από την έρευνα για το εργατικό δυναμικό της ΕΕ (ΕΕΔ της ΕΕ), ανερχόταν στο 71,1 %, τον υψηλότερο ετήσιο μέσο όρο που έχει καταγραφεί ποτέ για την ΕΕ. Πίσω από αυτόν τον μέσο όρο, μπορούν παρά ταύτα να διαπιστωθούν μεγάλες διαφορές μεταξύ των χωρών (βλ. χάρτη 1). Το μόνο κράτος μέλος με συντελεστή ανώτερο του 80 % είναι η Σουηδία (81,2 %). Αυτό ισχύει επίσης για τις χώρες ΕΖΕΣ Ισλανδία (87,8 %) και Ελβετία (83,3 %).

Η ομάδα χωρών με ποσοστά στη ζώνη του 70%, περιλαμβάνει το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Επικεντρώνεται σε μια ζώνη που εκτείνεται από την Ιρλανδία στα δυτικά έως την Ουγγαρία στα ανατολικά, περιλαμβανομένων επίσης των τριών κρατών της Βαλτικής, της Φινλανδίας και της Πορτογαλίας. Οι χώρες με ποσοστά στη ζώνη του 60% αποτελούν δύο ομάδες: μία ομάδα της Δυτικής Μεσογείου/Αδριατικής (Ισπανία, Ιταλία και Κροατία) και η άλλη στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, από τη νότια άκρη της Βαλτικής Θάλασσας έως το νοτιοδυτικό άκρο του Ευξείνου Πόντου (Πολωνία, Σλοβακία, Βουλγαρία, Ρουμανία). Επιπλέον, αυτή η ομάδα χωρών περιλαμβάνει επίσης το Βέλγιο. Τέλος, υπάρχει μια ομάδα των νοτίων Βαλκανίων και του Καυκάσου, με ποσοστά κάτω από 60 % (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, Ελλάδα και Τουρκία).

Το σχήμα 1 δείχνει την εξέλιξη του ποσοστού απασχόλησης για άνδρες και γυναίκες από το 1993. Ένα από τα πλέον εμφανή χαρακτηριστικά είναι η μείωση της διαφοράς του ποσοστού απασχόλησης μεταξύ τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτό οφείλεται στην αύξηση των ποσοστών απασχόλησης των γυναικών (για παράδειγμα, Ισπανία και Κάτω Χώρες), αλλά υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το μικρότερο χάσμα προέρχεται κυρίως από μείωση των ποσοστών απασχόλησης των ανδρών (Ελλάδα και Κύπρος). Επίσης, σε μια ομάδα χωρών, η εξέλιξη των ποσοστών απασχόλησης των ανδρών και των γυναικών αντικατοπτρίζει η μία την άλλη, δημιουργώντας ένα σταθερό ποσοστό απασχόλησης μεταξύ των δύο φύλων. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα στην Τσεχική Δημοκρατία (διαφορά 19,1 εκατοστιαίων μονάδων (ε.μ.) το 1998 και 16,0 ε.μ. το 2016) και στη Σουηδία (2,9 ποσοστιαίες μονάδες το 1996 και 3,8 ποσοστιαίες μονάδες το 2016). Τα ποσοστά απασχόλησης είναι χαμηλότερα στις γυναίκες από ότι στους άνδρες σε όλα τα έτη, σε όλες τις χώρες, με δύο εξαιρέσεις: Την Λετονία και τη Λιθουανία το 2010, ύστερα από απότομη πτώση στα ποσοστά για τους άνδρες, και πολύ πιο αργή πτώση για τις γυναίκες.

Το σχήμα 1 καταδεικνύει επίσης ότι οι χώρες έχουν αντιμετωπίσει πολύ διαφορετικές καταστάσεις της αγοράς εργασίας κατά την περίοδο που η Eurostat διαθέτει σχετικά στοιχεία. Η μεγαλύτερη ομάδα χωρών είχε μια ομαλή και σταθερή αύξηση του ποσοστού απασχόλησης (το Βέλγιο, η Γερμανία, η Γαλλία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία, η Φινλανδία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία). Άλλες έχουν παραμείνει σε μία μάλλον αμετάβλητη πορεία, με άλλα λόγια σε ένα σταθερό ποσοστό (Δανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Σλοβακία, Νορβηγία και Ελβετία). Σε μια άλλη μεγάλη ομάδα σημειώθηκαν σημαντικές αυξομειώσεις, αλλά με υψηλότερο ποσοστό το 2016 από τα διάφορα σημεία αφετηρίας (Βουλγαρία, Εσθονία, Ιρλανδία, Ισπανία, Λεττονία, Λιθουανία και Πολωνία).

Το σχήμα 2 δείχνει σαφώς ότι, για την ΕΕ των 28, το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 25-54 ετών έχει παραμείνει σχεδόν αμετάβλητο από το 2001, ενώ έχει αυξηθεί σημαντικά για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (55-64 ετών) και μειώθηκε για τους νέους (15-24 ετών).

Τα ποσοστά απασχόλησης παρουσιάζουν επίσης σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο (βλέπε σχήμα 3). Τα ποσοστά που αναλύθηκαν κατά επίπεδο μορφωτικού επιπέδου βασίζονται στην ηλικιακή ομάδα 25 έως 64, καθώς τα νεότερα άτομα ενδέχεται να είναι ακόμη σε στάδιο εκπαίδευσης, κυρίως στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αυτό δύναται να αντικατοπτρίζεται στα ποσοστά απασχόλησης. Τα ποσοστά απασχόλησης για τα άτομα ηλικίας 25-64 ετών που είχαν ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση (τριτοβάθμια εκπαίδευση βραχείας διάρκειας, πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή ισοδύναμο, μάστερ ή ισοδύναμο και διδακτορικό (ή ισοδύναμα)) ήταν 84,8 % στην ΕΕ- 28 το 2016, πολύ υψηλότερα από το ποσοστό (54,3 %) για τα άτομα τα οποία είχαν ολοκληρώσει το πολύ πρωτοβάθμια ή κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ-28 για τα άτομα τα οποία είχαν ολοκληρώσει το πολύ ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση μη τριτοβάθμιου επιπέδου ήταν 74,8 %. Εκτός από το ότι ήδη είχαν τη χαμηλότερη πιθανότητα εξεύρεσης εργασίας (μεταξύ των ομάδων με αυτό το επίπεδο εκπαίδευσης), τα άτομα που έχουν, στην καλύτερη περίπτωση, ολοκληρώσει τον κατώτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, επίσης πλήττονται περισσότερο από την κρίση: το ποσοστό απασχόλησης στην ομάδα αυτή μειώθηκε κατά 5,1 εκατοστιαίες μονάδες μεταξύ του 2007 και του 2013, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα άτομα με μέσο επίπεδο εκπαίδευσης ήταν 1,7 ε.μ., και για εκείνα με ανώτερη εκπαίδευση 1,8 ε.μ. Το σχήμα 3 καταδεικνύει ότι η σημασία της κατοχής τουλάχιστον μέσου επιπέδου εκπαίδευσης για την πιθανότητα εξεύρεσης θέσης εργασίας είναι μεγάλη στο Βέλγιο, τη Βουλγαρία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Σλοβακία, αλλά μικρότερη στη Δανία, την Εσθονία, την Ελλάδα, την Κύπρο και το Λουξεμβούργο.

Συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης

Το ποσοστό των εργαζομένων της ΕΕ-28 στην ηλικιακή ομάδα των 20-64 ετών που αναφέρουν ότι η κύρια απασχόλησή τους ήταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης αυξήθηκε αργά αλλά σταθερά από 14,9 % το 2002 σε 19,0 % το 2015, και εν συνεχεία μειώθηκε οριακά σε 18,9 % το 2016. Το κατά πολύ υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχόλησης το 2016 παρατηρήθηκε στις Κάτω Χώρες (46,6 %), και ακολουθούσαν η Αυστρία, η Γερμανία, το Βέλγιο, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, η Δανία και η Ιρλανδία, όπου η μερική απασχόληση αντιπροσώπευε στην κάθε περίπτωση ποσοστό μεγαλύτερο από το ένα πέμπτο των απασχολουμένων. Αντίθετα, η μερική απασχόληση ήταν σχετικά σπάνια στη Βουλγαρία (1,9 % των απασχολουμένων) καθώς και στην Ουγγαρία, την Κροατία, την Τσεχική Δημοκρατία, και τη Σλοβακία (από 4,8 % έως 5,7 %) — βλ. σχήμα 4.

Το ποσοστό μερικής απασχόλησης (βλέπε πηγές και διαθεσιμότητα στοιχείων για τον ορισμό) διαφέρει σημαντικά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Μόλις λιγότερο από το ένα τρίτο (31,4 %) των γυναικών ηλικίας 20-64 ετών που απασχολούνταν στην ΕΕ-28 εργάζονταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης το 2016, αναλογία κατά πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη για τους άνδρες (8,2 %). Περίπου τα τρία τέταρτα (74,8 %) των γυναικών που απασχολούνταν στις Κάτω Χώρες εργάζονταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης το 2016, ποσοστό που ήταν με μεγάλη διαφορά, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Η μερική απασχόληση έχει αυξηθεί αισθητά μεταξύ 1993 και 2016 στη Γερμανία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και την Αυστρία, ενώ μειώθηκε σημαντικά στην Ισλανδία.

Άτομα με περισσότερες από μία θέση εργασίας

Το σχήμα 5 δείχνει ότι το ποσοστό των ατόμων που κατέχουν περισσότερες από μία θέση εργασίας είναι περιορισμένο και ότι τα άτομα με τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι πιθανότερο να έχουν δεύτερη εργασία απ’ ό, τι οι εργαζόμενοι με μέσο ή χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Για την ΕΕ-28, η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε πολύ σταθερή για όλα τα έτη για τα οποία διαθέτουμε στοιχεία (2002-2016), περίπου 5 % των ατόμων υψηλού μορφωτικού επιπέδου και 3 % για τις άλλες δύο ομάδες εκπαίδευσης. Το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφεται μεταξύ των κρατών μελών είναι 16,3 % (άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο στην Πολωνία το 2000) και το χαμηλότερο είναι 0,3 % (μέσο επίπεδο εκπαίδευσης, Βουλγαρία, 2010-2016). Άλλες χώρες στις οποίες είναι αρκετά συνήθης η δεύτερη εργασία είναι η Δανία, η Εσθονία, η Λετονία, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Ισλανδία και η Νορβηγία.

Επαγγέλματα

Η σαφώς μεγαλύτερη ομάδα επαγγελμάτων στην ΕΕ των 28 το 2016 είναι οι προσωπικές υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι στις πωλήσεις, που αντιστοιχούν στο 9,5 % του εργατικού δυναμικού, ή 21,4 εκατομμύρια άτομα (βλέπε σχήμα 6). Η ομάδα αυτή υπερβαίνει τις οκτώ μικρότερες ομάδες επαγγελμάτων λαμβανόμενες από κοινού, όπου, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται όλοι οι εργαζόμενοι σε γεωργικά επαγγέλματα, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων, και τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων. Μετά την ομάδα υπηρεσιών και πωλήσεων, υπάρχουν υπάλληλοι, ακολουθούμενοι από επιχειρηματικά και διοικητικά στελέχη ενδιάμεσης βαθμίδας.

Συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Το 2016 το ποσοστό των απασχολουμένων ηλικίας 15-74 στην ΕΕ-28 με σύμβαση ορισμένου χρόνου (απασχόληση ορισμένου χρόνου) ήταν 14,2 %. Πάνω από ένας στους πέντε υπαλλήλους στην Πολωνία (27,5 %), την Ισπανία (26,3 %), την Κροατία, την Πορτογαλία (και στις δύο χώρες 22,3 %) και τις Κάτω Χώρες (20,8 %) είχαν σύμβαση ορισμένου χρόνου (βλέπε σχήμα 7). Στα υπόλοιπα κράτη μέλη στην ΕΕ-28, το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου κυμαινόταν από 71,0 % στη Σλοβενία, έως μόλις 1,4 % στη Ρουμανία. Πέραν των διαφορών μεταξύ των χωρών, υφίσταται και ένα πρότυπο διαφορών μεταξύ επαγγελμάτων. Για τις περισσότερες χώρες τα διευθυντικά στελέχη είναι το λιγότερο πιθανό να έχουν περιορισμένη διάρκεια συμβάσεων ενώ οι εργαζόμενοι με το χαμηλότερο επίπεδο θέσεων εργασίας είναι πολύ πιθανότερο να έχουν τέτοιου είδους σύμβαση. Ωστόσο, τα επίπεδα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους: 44,1 % των εργαζομένων σε θέση χαμηλότερου επιπέδου στην Πολωνία βρίσκονται σ' αυτή την κατάσταση, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός για τη Ρουμανία είναι μόνο 3,2 %. Οι μεγάλες διαφορές όσον αφορά την τάση για χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ μπορεί, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, να αντικατοπτρίζουν εθνικές πρακτικές, την προσφορά και ζήτηση εργασίας, εκτιμήσεις του εργοδότη σχετικά με τη δυνητική ανάπτυξη/συρρίκνωση και την ευκολία με την οποία οι εργοδότες μπορούν να προσλαμβάνουν και να απολύουν υπαλλήλους.

Πηγές και διαθεσιμότητα δεδομένων

Κάλυψη

Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός (εργατικό δυναμικό) περιλαμβάνει τους εργαζομένους και τους ανέργους. Η ΕΕΔ της ΕΕ ορίζει ως εργαζομένους τα άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω, τα οποία, κατά τη διάρκεια της εβδομάδας αναφοράς, εκτέλεσαν κάποια εργασία, έστω και για μόνο μία ώρα εβδομαδιαίως, έναντι αμοιβής, κέρδους ή οικογενειακού οφέλους. Το εργατικό δυναμικό περιλαμβάνει επίσης τα άτομα που δεν εργάζονταν, αλλά είχαν μια εργασία ή επιχείρηση από την οποία απουσίαζαν προσωρινά, για παράδειγμα, λόγω ασθενείας, διακοπών, εργατικών διαφορών, εκπαίδευσης ή κατάρτισης.

Η απασχόληση μπορεί να μετράται με τον αριθμό των ατόμων ή θέσεων εργασίας σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης ή σε εργατοώρες. Όλες οι εκτιμήσεις που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο αναφέρονται σε αριθμό ατόμων· οι πληροφορίες που αφορούν τα ποσοστά απασχόλησης βασίζονται επίσης σε εκτιμήσεις για τον αριθμό των ατόμων. Οι στατιστικές απασχόλησης αναφέρονται συχνά ως ποσοστά απασχόλησης, έτσι ώστε να μειωθεί το διαχρονικά μεταβαλλόμενο μέγεθος των πληθυσμών των χωρών και να διευκολυνθούν οι συγκρίσεις μεταξύ χωρών διαφορετικών μεγεθών. Τα εν λόγω ποσοστά δημοσιεύονται συνήθως για τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας, ο οποίος γενικά θεωρείται ότι είναι τα άτομα ηλικίας μεταξύ 15 και 64 ετών, μολονότι η ηλικιακή ομάδα από 16 έως 64 ετών χρησιμοποιείται στην Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και στην Ισλανδία. Η ηλικιακή ομάδα μεταξύ 15 και 64 ετών αποτελεί επίσης πρότυπο που χρησιμοποιείται από άλλους διεθνείς στατιστικούς οργανισμούς (μολονότι στην ηλικιακή ομάδα από 20 έως 64 ετών δίνεται αυξανόμενη έμφαση από ορισμένους φορείς χάραξης πολιτικής, καθώς ένα συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού της ΕΕ συνεχίζει τις σπουδές του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση).

Κυριότερες έννοιες

Ορισμένα κύρια χαρακτηριστικά της απασχόλησης, όπως ορίζονται από την ΕΕΔ της ΕΕ, είναι μεταξύ άλλων:

  • Ως μισθωτοί ορίζονται τα άτομα που εργάζονται για έναν δημόσιο ή ιδιώτη εργοδότη και τα οποία λαμβάνουν αποζημίωση υπό μορφή ημερομισθίου, μισθού, πληρωμής βάσει αποτελεσμάτων ή πληρωμής σε είδος· περιλαμβάνονται επίσης τα μη κληρωτά μέλη των ενόπλων δυνάμεων·
  • Οι αυτοαπασχολούμενοι εργάζονται στη δική τους επιχείρηση, στο δικό τους αγρόκτημα ή γραφείο. Ένας αυτοαπασχολούμενος θεωρείται ότι εργάζεται κατά την εβδομάδα αναφοράς αν πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια: εργάζεται με σκοπό την εξασφάλιση κέρδους· δαπανά χρόνο για τη λειτουργία μιας επιχείρησης· ή είναι στη φάση ίδρυσης μιας επιχείρησης·
  • η διάκριση μεταξύ πλήρους και μερικής απασχόλησης γίνεται κατά κανόνα με βάση μια αυθόρμητη απάντηση από τον απαντώντα στην έρευνα. Τις κυριότερες εξαιρέσεις αποτελούν οι Κάτω Χώρες και η Ισλανδία στις οποίες εφαρμόζεται το κατώτατο όριο των 35 ωρών, η Σουηδία στην οποία ισχύει ένα κατώτατο όριο για τους αυτοαπασχολούμενους και η Νορβηγία στην οποία τα άτομα που εργάζονται μεταξύ 32 και 36 ωρών ερωτώνται αν πρόκειται για θέση πλήρους ή μερικής απασχόλησης·
  • οι δείκτες για τους απασχολουμένους με δεύτερη εργασία αναφέρονται μόνο σε άτομα με περισσότερες από μία εργασίες ταυτόχρονα· τα άτομα που άλλαξαν εργασία κατά την εβδομάδα αναφοράς δεν θεωρείται ότι έχουν δύο εργασίες·
  • ένας μισθωτός θεωρείται ότι έχει προσωρινή εργασία αν ο εργοδότης και ο μισθωτός συμφωνήσουν ότι το πέρας της καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως μια συγκεκριμένη ημερομηνία, την ολοκλήρωση ενός έργου ή την επιστροφή ενός μισθωτού ο οποίος αντικαθίσταται προσωρινά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι μεταξύ άλλων: τα άτομα που απασχολούνται από γραφείο απασχόλησης ή από γραφείο εύρεσης εργασίας και διατίθενται σε κάποιον τρίτο, με σκοπό την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου (εκτός αν υπάρχει γραπτή σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου)· τα άτομα με συγκεκριμένες συμβάσεις κατάρτισης.

Σύνολα δεδομένων

Οι περισσότεροι από τους δείκτες που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο προέρχονται από σύνολα δεδομένων που αποτελούν μέρος των κυρίων δεικτών της έρευνας για το εργατικό δυναμικό (σύνολα δεδομένων που αρχίζουν με τα γράμματα lfsi). Αυτοί οι κύριοι δείκτες διαφέρουν από τα σύνολα δεδομένων με τα λεπτομερή ετήσια και τριμηνιαία αποτελέσματα (σύνολα δεδομένων που αρχίζουν με τα γράμματα lfsa και lfsq) ως προς το ότι τα λεπτομερή αποτελέσματα της έρευνας βασίζονται αποκλειστικά σε μικροδεδομένα από την έρευνα για το εργατικό δυναμικό, ενώ οι κύριοι δείκτες έχουν λάβει πρόσθετη επεξεργασία. Οι πιο κοινές πρόσθετες προσαρμογές είναι διορθώσεις στις κύριες διακοπές στη σειρά και εκτιμήσεις των ελλειπουσών τιμών. Οι εν λόγω προσαρμογές παράγουν αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ των δύο συνόλων δεδομένων για ορισμένα έτη.

Τα σύνολα δεδομένων των κυρίων δεικτών της έρευνας εργατικού δυναμικού είναι η πλέον πλήρης και αξιόπιστη συλλογή διαθέσιμων δεδομένων απασχόλησης και ανεργίας από την έρευνα για το εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν προσφέρουν ανάλυση όλων των μεταβλητών ιστορικού, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν επίσης τα λεπτομερή αποτελέσματα της έρευνας, όπως έγινε στο παρόν άρθρο για τα δεδομένα του πίνακα 3 και μέρος του πίνακα 4.

Πλαίσιο

Οι στατιστικές απασχόλησης μπορούν να χρησιμοποιούνται για πολλές διαφορετικές αναλύσεις, συμπεριλαμβανομένων των μακροοικονομικών μελετών (όπου η εργασία εξετάζεται ως συντελεστής παραγωγής), της παραγωγικότητας ή των μελετών της ανταγωνιστικότητας. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για τη μελέτη ενός φάσματος κοινωνικών και συμπεριφορικών πτυχών που σχετίζονται με την εργασιακή κατάσταση ενός ατόμου, όπως η κοινωνική ένταξη των μειονοτήτων ή η απασχόληση ως πηγή εισοδήματος των νοικοκυριών.

Η απασχόληση είναι τόσο διαρθρωτικός δείκτης όσο και βραχυπρόθεσμος δείκτης. Ως διαρθρωτικός δείκτης, μπορεί να περιγράψει τη διάρθρωση των αγορών εργασίας και των οικονομικών συστημάτων, όπως μετρώνται μέσω του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης εργασίας, ή την ποιότητα της απασχόλησης. Ως βραχυπρόθεσμος δείκτης, η απασχόληση ακολουθεί τον επιχειρηματικό κύκλο ωστόσο, έχει εν προκειμένω όρια, καθώς η απασχόληση αναφέρεται συχνά ως υστερούμενος δείκτης.

Οι στατιστικές απασχόλησης είναι στον πυρήνα πολλών πολιτικών της ΕΕ. Η el ευρωπαϊκή στρατηγική απασχόλησης (ΕΣΑ) δρομολογήθηκε στη σύνοδο κορυφής για την απασχόληση που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο τον Νοέμβριο του 1997 και αναδιαμορφώθηκε το 2005, ώστε να ευθυγραμμιστεί καλύτερα η στρατηγική της ΕΕ για την απασχόληση με ένα σύνολο αναθεωρημένων στόχων της Λισαβόνας, ενώ τον Ιούλιο του 2008 επικαιροποιήθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής για την απασχόληση για την περίοδο 2008 έως 2010. Τον Μάρτιο του 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) δρομολόγησε τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» για μια έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη η εν λόγω στρατηγική εγκρίθηκε επισήμως από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2010. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε σχετικά με πέντε πρωταρχικούς στόχους, ο πρώτος από τους οποίους ήταν η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης για τις γυναίκες και τους άνδρες ηλικίας 20 έως 64 ετών σε 75 % έως το 2020. Τα κράτη μέλη της ΕΕ δύνανται να θέσουν τους δικούς τους εθνικούς στόχους με βάση τους εν λόγω πρωταρχικούς στόχους και να καταρτίσουν εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα, τα οποία να περιλαμβάνουν τις δράσεις που σκοπεύουν να αναλάβουν για να εφαρμόσουν τη στρατηγική. Η εφαρμογή της στρατηγικής θα μπορούσε να επιτευχθεί, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της προώθησης ευέλικτων όρων εργασίας — μερική απασχόληση ή τηλεργασία — οι οποίοι θεωρείται ότι τονώνουν τη συμμετοχή στην εργασία. Μεταξύ άλλων, οι πρωτοβουλίες που μπορεί να ενθαρρύνουν περισσότερα άτομα να εισέλθουν στην αγορά εργασίας περιλαμβάνουν βελτιώσεις όσον αφορά τη διαθεσιμότητα εγκαταστάσεων παιδικής φροντίδας, την παροχή περισσότερων ευκαιριών για διά βίου μάθηση, ή τη διευκόλυνση της εργασιακής κινητικότητας. Κεντρική θέση σ' αυτό το θέμα κατέχει το ζήτημα των πολιτικών ευελιξίας με ασφάλεια: πολιτικές οι οποίες μεριμνούν ταυτόχρονα για την ευελιξία των αγορών εργασίας, την οργάνωση της εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις, αλλά παράλληλα λαμβάνουν υπόψη τον συνδυασμό της εργασίας με την ιδιωτική ζωή, την ασφάλεια της απασχόλησης και την κοινωνική προστασία. Σύμφωνα με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» η ΕΣΑ ενθαρρύνει μέτρα για την επίτευξη τριών πρωταρχικών στόχων πριν από το 2020, συγκεκριμένα:

  • 75 % των ατόμων ηλικίας 20 ως 64 ετών να έχουν εργασία·
  • μείωση των ποσοστών πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου κάτω του 10 %, και για τουλάχιστον το 40 % ηλικίας 30 ως 34 ετών, ολοκλήρωση της τρίτης βαθμίδας της εκπαίδευσης·
  • μείωση τουλάχιστον κατά 20 εκατομμύρια των ατόμων που βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού ή αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο αργός ρυθμός της ανάκαμψης από τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση και τα ολοένα και περισσότερα στοιχεία που μαρτυρούν άνοδο της ανεργίας οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει σειρά προτάσεων στις 18 Απριλίου 2012 για την τόνωση της απασχόλησης μέσω μιας δέσμης μέτρων ειδικά αφιερωμένων στην απασχόληση δέσμη μέτρων για την απασχόληση. Οι προτάσεις αυτές στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στην από πλευράς ζήτησης δημιουργία θέσεων απασχόλησης, παρουσιάζοντας τρόπους με τους οποίους μπορούν τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τις προσλήψεις με τη μείωση της φορολόγησης της εργασίας ή με την υποστήριξη νεοσύστατων επιχειρήσεων. Οι προτάσεις αποσκοπούν επίσης να εντοπίσουν οικονομικούς τομείς που διαθέτουν δυναμικό δημιουργίας θέσεων απασχόλησης - όπως η πράσινη οικονομία, οι υπηρεσίες υγείας και η τεχνολογία των πληροφοριών και των επικοινωνιών.

Τον Δεκέμβριο του 2012, για την αντιμετώπιση της υψηλής και διαρκώς αυξανόμενης ανεργίας των νέων σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε μια δέσμη μέτρων για την απασχόληση των νέων (COM(2012) 727 final). Η εν λόγω δέσμη μέτρων αποτελεί συνέχεια των δράσεων για τη νεολαία που περιλαμβάνονται στην ευρύτερη δέσμη για την απασχόληση και υπέβαλε σειρά προτάσεων, όπως:

  • όλοι οι νέοι ηλικίας έως 25 ετών πρέπει να λαμβάνουν μια ποιοτική προσφορά για εργασία, συνεχή εκπαίδευση, μαθητεία ή άσκηση εντός τεσσάρων μηνών από τη στιγμή που εξέρχονται από την επίσημη εκπαίδευση ή καθίστανται άνεργοι (εγγύηση για τη νεολαία)·
  • διαβούλευση με τους ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με ένα ποιοτικό πλαίσιο για τις περιόδους πρακτικής άσκησης, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους νέους να αποκτούν επαγγελματική εμπειρία υψηλής ποιότητας υπό ασφαλείς συνθήκες·
  • να συσταθεί μια ευρωπαϊκή συμμαχία για θέσεις μαθητείας, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα και η προσφορά των προγραμμάτων μαθητείας που θα είναι διαθέσιμα και να καθορίζονται οι τρόποι για τη μείωση των εμποδίων στην κινητικότητα των νέων.

Οι προσπάθειες για τη μείωση της ανεργίας των νέων συνεχίστηκαν το 2013, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μία Πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων (COM(2013) 144 final) που αποσκοπεί στην ενίσχυση και την επιτάχυνση των μέτρων που καθορίζονται στη δέσμη μέτρων για την απασχόληση των νέων. Συγκεκριμένα, η πρωτοβουλία στόχευε στην ενίσχυση των νέων που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης, στις περιφέρειες με ποσοστό ανεργίας των νέων πάνω από 25 %. Ακολούθησε άλλη μια ανακοίνωση με τίτλο «Συνεργασία για τους νέους της Ευρώπης — Πρόσκληση για δράση κατά της ανεργίας των νέων' (COM(2013) 447 final) η οποία έχει ως στόχο να επιταχύνει την εφαρμογή των εγγυήσεων για τη νεολαία και την παροχή βοήθειας στα κράτη μέλη της ΕΕ και στις επιχειρήσεις, ώστε να προσλαμβάνουν περισσότερους νέους.

Μία από τις κύριες προτεραιότητες του Σώματος των Επιτρόπων το οποίο ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2014 είναι να δοθεί έμφαση στην τόνωση της απασχόλησης, της ανάπτυξης και των επενδύσεων, με στόχο την μείωση των νομοθετικών ρυθμίσεων, την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοοικονομικών πόρων και δημόσιων πόρων. Τον Φεβρουάριο του 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε μια σειρά από εκθέσεις ανά χώρα, στις οποίες αναλύονται οι οικονομικές πολιτικές των κρατών μελών της ΕΕ και παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις προτεραιότητες των κρατών μελών της ΕΕ για το επόμενο έτος, με σκοπό την τόνωση της ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Τον ίδιο μήνα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε επίσης να διατεθεί 1 δισεκατομμύριο ευρώ από την πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων το 2015, ώστε να αυξηθεί έως και 30 φορές η προχρηματοδότηση που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την ώθηση των ποσοστών απασχόλησης των νέων, με σκοπό να βοηθηθούν έως 650 000 νέοι ώστε να εισέλθουν στην αγορά εργασίας.

Τον Ιούνιο του 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε θεματολόγιο δεξιοτήτων για την Ευρώπη (COM(2016) 381/2) υπό τον τίτλο «Συνεργασία για την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, της απασχολησιμότητας και της ανταγωνιστικότητας». Αυτό έχει ως στόχο να εξασφαλίσει ότι οι πολίτες θα αναπτύξουν τις αναγκαίες δεξιότητες για το παρόν και το μέλλον, με σκοπό την τόνωση της απασχολησιμότητας, της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης σε ολόκληρη την ΕΕ.

Βλέπε επίσης

Περαιτέρω πληροφορίες της Eurostat

Εκδόσεις

Βασικοί πίνακες

κύριοι δείκτες της ΕΕΔ (t_lfsi)
Πληθυσμός, ενεργός και μη ενεργός πληθυσμός – Προσαρμοσμένες σειρές ΕΕΔ (t_lfsi_act)
Απασχόληση – Προσαρμοσμένες σειρές ΕΕΔ (t_lfsi_emp)
Ανεργία – Προσαρμοσμένες σειρές ΕΕΔ (t_une)
Σειρές ΕΕΔ – Ετήσια αναλυτικά αποτελέσματα της έρευνας (t_lfsa)
Σειρές ΕΕΔ - Ειδικά θέματα (t_lfst)

Βάση δεδομένων

Κύριοι δείκτες της ΕΕΔ (lfsi)
Απασχόληση και επαγγελματική δραστηριότητα — Προσαρμοσμένες σειρές ΕΕΔ (lfsi_emp)
Ανεργία – Προσαρμοσμένες σειρές ΕΕΔ (une)
Μεταβάσεις στην αγορά εργασίας - διαχρονικά στοιχεία ΕΕΔ (lfsi_long)
Σειρές ΕΕΔ –Αναλυτικά αποτελέσματα τριμηνιαίων ερευνών (από το 1998) (lfsq)
Σειρές ΕΕΔ – Αναλυτικά αποτελέσματα ετησίων ερευνών (lfsa)
Σειρές ΕΕΔ –Ειδικά θέματα (lfst)
Αd-hoc ενότητες ΕΕΔ (lfso)
2014. Μετανάστευση και αγορά εργασίας (lfso_14)
2013. Εργατικά ατυχήματα και άλλα προβλήματα υγείας που συνδέονται με την εργασία (lfso_13)
2012. Μετάβαση από την απασχόληση στη συνταξιοδότηση (lfso_12)
2011. Πρόσβαση στην αγορά εργασίας για τα άτομα με αναπηρία (lfso_12)
2010. Συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής (lfso_10)
2009. Είσοδος των νέων στην αγορά εργασίας (lfso_09)
2008. Κατάσταση των μεταναστών στην αγορά εργασίας (lfso_08)
2007. Εργατικά ατυχήματα, προβλήματα υγείας και έκθεση σε κίνδυνο (lfs_07)
2006. Μετάβαση από την εργασία στη συνταξιοδότηση (lfso_06)
2005. Συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής (lfso_05)
2004. Οργάνωση της εργασίας και ρυθμίσεις του χρόνου εργασίας (lfso_04)
2003. Διά βίου μάθηση (lfso_03)
2002 Απασχόληση των ατόμων με αναπηρία (lfso_02)
2000. Μετάβαση από το σχολείο στην επαγγελματική ζωή (lfso_00)

Ειδική ενότητα

Μεθοδολογία / Μεταδεδομένα

Δημοσιεύσεις

Αρχεία μεταδεδομένων ESMS και μεθοδολογία ΕΕ-ΕΕΔ

Πηγή δεδομένων για πίνακες και γραφήματα (MS Excel)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι