Navigation path

High level navigation

Page navigation

Συχνές ερωτήσεις για το δίκτυο Natura 2000

Τι είναι το δίκτυο Natura 2000;

1. Τι είναι το δίκτυο Natura 2000; Ποια είναι η διαφορά μεταξύ μιας περιοχής Natura 2000 και ενός εθνικού πάρκου ή μιας περιοχής προστασίας της φύσης;

Οι περιοχές (ή «τόποι») Natura 2000 αποσκοπούν στην προστασία των περιοχών που θεωρούνται βασικές για επιλεγμένα είδη χλωρίδας και πανίδας ή τύπους οικοτόπων μεταξύ αυτών που καλύπτει η οδηγία για τους οικοτόπους και η οδηγία για τα πτηνά. Πρόκειται για είδη και οικοτόπους που θεωρούνται ευρωπαϊκής σημασίας επειδή απειλούνται με εξαφάνιση, είναι ευάλωτα, σπάνια ή ενδημικά, ή συνιστούν εξαιρετικά παραδείγματα τυπικών χαρακτηριστικών μίας ή περισσότερων από τις εννέα βιογεωγραφικές περιοχές της Ευρώπης. Συνολικά, υπάρχουν περίπου 2000 είδη και 230 τύποι οικοτόπων σε βασικές περιοχές που πρέπει να ανήκουν στο δίκτυο Natura 2000.

Από την άλλη, τα φυσικά καταφύγια, τα εθνικά πάρκα και άλλες εθνικές και περιφερειακές προστατευόμενες περιοχές ορίζονται αποκλειστικά με βάση την εθνική ή περιφερειακή νομοθεσία, η οποία συχνά διαφέρει από χώρα σε χώρα. Αυτές οι προστατευόμενες περιοχές μπορεί να οριστούν για διάφορους σκοπούς και δεν είναι απαραίτητο να αφορούν είδη/οικοτόπους που ενδιαφέρουν το δίκτυο Natura 2000.

Δεν έχουν το ίδιο καθεστώς με τις περιοχές του δικτύου Natura 2000. Ωστόσο, δεν αποκλείεται ορισμένες εθνικές ή περιφερειακές προστατευόμενες περιοχές να έχουν επίσης χαρακτηριστεί ως περιοχές Natura 2000 αν θεωρούνται βασικές περιοχές για είδη και οικοτόπους ενωσιακής σημασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζονται οι διατάξεις των οδηγιών της ΕΕ, εκτός εάν έχουν θεσπιστεί αυστηρότεροι κανόνες μέσω της εθνικής νομοθεσίας.

Περισσότερες πληροφορίες:

Δημιουργία του δικτύου Natura 2000
Βάση δεδομένων EUNIS για το Natura 2000

2. Πώς επιλέγονται οι περιοχές Natura;

Οι περιοχές Natura 2000 επιλέγονται με γνώμονα τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης επιβίωσης των ειδών και των οικοτόπων που προστατεύονται από την οδηγία για τα πτηνά και την οδηγία για τους οικοτόπους. Η επιλογή τους πραγματοποιείται βάσει επιστημονικών στοιχείων.

Σύμφωνα με την οδηγία για τα πτηνά, τα κράτη μέλη της ΕΕ υποχρεούνται να ορίσουν τα «πιο κατάλληλα» εδάφη, σε αριθμό και επιφάνεια, για την προστασία των ειδών που περιέχονται στο παράρτημα I της οδηγίας καθώς και των μεταναστευτικών ειδών.

Σύμφωνα με την οδηγία για τους οικοτόπους, τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίσουν τις περιοχές που είναι αναγκαίες για την διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και των οικοτόπων των οικείων ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της εν λόγω οδηγίας.

Οι περιοχές επιλέγονται και προτείνονται από τα κράτη μέλη. Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), εξετάζει τις προτάσεις των κρατών μελών και αξιολογεί τη συμβολή των προτεινόμενων περιοχών στην κατάσταση διατήρησης κάθε τύπου οικοτόπου και κάθε είδους στο συγκεκριμένο βιογεωγραφικό επίπεδο. Μόλις κριθεί ότι οι περιοχές που έχουν προταθεί δυνάμει της οδηγίας για τους οικοτόπους είναι επαρκείς, οι κατάλογοι των περιοχών εγκρίνονται από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη καλούνται να τις χαρακτηρίσουν «ειδικές ζώνες διατήρησης» (ΕΖΔ) το ταχύτερο δυνατόν και, το αργότερο, εντός μιας εξαετίας.

Περισσότερες πληροφορίες:

Ανακήρυξη περιοχών Natura 2000
Δημιουργία του δικτύου Natura 2000

3. Ποιοι τύποι οικοσυστημάτων περιλαμβάνονται στο δίκτυο Natura 2000;

Οι περιοχές του δικτύου Natura 2000 περιλαμβάνουν διαφορετικούς τύπους οικοσυστημάτων όπως χερσαία, λιμνοποτάμια και θαλάσσια οικοσυστήματα. Ένα οικοσύστημα μπορεί να περιλαμβάνει έναν ή περισσότερους οικοτόπους και συνήθως φιλοξενεί μια ποικιλόμορφη κοινότητα φυτών και ζώων.

Ωστόσο, ορισμένα οικοσυστήματα είναι πλουσιότερα σε σύγκριση με άλλα στο δίκτυο Natura 2000. Για παράδειγμα, τα δασικά οικοσυστήματα αντιστοιχούν περίπου στο 50 % της συνολικής επιφάνειας του δικτύου ενώ τα αγροοικοσυστήματα (βοσκότοποι και άλλες γεωργικές εκτάσεις) καλύπτουν περίπου το 40 % του δικτύου.

Επί του παρόντος (2016), σχεδόν το 6% της θαλάσσιας έκτασης της ΕΕ περιλαμβάνεται στο δίκτυο Natura 2000 και σύντομα θα ολοκληρωθεί η διαδικασία για τον ορισμό των θαλάσσιων περιοχών μέσω των οποίων θα διασφαλιστεί η διατήρηση των οικοτόπων και των ειδών που προστατεύονται από τις οδηγίες για τους οικοτόπους και ανήκουν στα θαλάσσια οικοσυστήματα.

4. Προηγήθηκε δημόσια διαβούλευση για την επιλογή των περιοχών Natura 2000;

Οι οδηγίες δεν καθορίζουν λεπτομερώς τη διαδικασία διαβούλευσης για την επιλογή των περιοχών. Ως αποτέλεσμα αυτού, οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν εμφάνισαν διαφορές από κράτος μέλος σε κράτος μέλος, ανάλογα με τα διοικητικά συστήματα του καθενός. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιλογή των περιοχών του δικτύου συνοδεύτηκε από διεξοδικές συζητήσεις με τους ιδιοκτήτες και τους χρήστες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν έγιναν καθόλου ή έγιναν πολύ λίγες διαβουλεύσεις με τους άμεσα ενδιαφερομένους.

Είναι αλήθεια ότι αυτή η προσέγγιση οδήγησε σε διαμάχες σε ορισμένα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα πληθώρα διοικητικών και νομικών προβλημάτων, τα οποία καθυστέρησαν την υποβολή των προτάσεων. Η Επιτροπή, ωστόσο, δεν είχε καμία συμμετοχή σε αυτή τη φάση και δεν διέθετε καμία αρμοδιότητα ώστε να παρέμβει στις αποκλίνουσες διαδικασίες που ακολούθησαν τα κράτη μέλη.

Η ανάλυση των εθνικών καταλόγων των τόπων κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) και η επιλογή τους σε βιογεωγραφικό επίπεδο πραγματοποιήθηκε με τρόπο διαφανή στο πλαίσιο επιστημονικών σεμιναρίων που διοργανώθηκαν με πρωτοβουλία της Επιτροπής και με την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Τα κράτη μέλη και εμπειρογνώμονες που εκπροσωπούσαν τους άμεσα ενδιαφερόμενους, είτε ιδιοκτήτες και χρήστες είτε περιβαλλοντικές ΜΚΟ, είχαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν σε αυτά τα σεμινάρια.

5. Γιατί δεν λαμβάνονται υπόψη κοινωνικοοικονομικά ζητήματα κατά την επιλογή των περιοχών Natura 2000;

Ο προσδιορισμός και η επιλογή των περιοχών που θα συμπεριληφθούν στο δίκτυο Natura 2000 πραγματοποιείται με αμιγώς επιστημονικά κριτήρια σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής που προβλέπουν οι δύο οδηγίες. Με τη χρήση επιστημονικής βάσης για την επιλογή εξασφαλίζεται ότι:

  • μόνον οι πλέον κατάλληλες περιοχές επιλέγονται για ένταξη στο δίκτυο Natura 2000 (όχι δηλαδή όλες οι περιοχές που φιλοξενούν συγκεκριμένο είδος ή οικότοπο) και
  • εντάσσεται στο δίκτυο Natura 2000 επαρκής αριθμό περιοχών προκειμένου να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη διατήρηση όλων των προβλεπόμενων ειδών και οικοτόπων σε ολόκληρη την περιοχή φυσικής κατανομής τους εντός της ΕΕ.

Εάν δεν περιληφθούν οι πλέον ενδεδειγμένες περιοχές, ή ο αριθμός τους δεν επαρκεί για ένα συγκεκριμένο είδος ή τύπο οικοτόπου, το δίκτυο δεν θα είναι συνεκτικό από οικολογικής άποψης και δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει τον σκοπό του όπως υπαγορεύεται από τις δύο οδηγίες για τη φύση.

Τα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα δεν λαμβάνονται συνεπώς υπόψη κατά τη διαδικασία επιλογής των περιοχών του δικτύου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αποτελούν καίρια παράμετρο κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τους τρόπους προστασίας και διαχείρισης μιας περιοχής Natura 2000. Το άρθρο 2 της οδηγίας για τους οικοτόπους καθιστά σαφές ότι όλα τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία αποσκοπούν στη διατήρηση – και στην αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης – των φυσικών οικοτόπων και των ειδών ενωσιακής σημασίας, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις, καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες.

6. Πόσες περιοχές Natura 2000 υπάρχουν και πού;

Το δίκτυο Natura 2000 περιλαμβάνει αυτή τη στιγμή (2016) περισσότερες από 27.000 περιοχές που καλύπτουν συνολική επιφάνεια περίπου 1.150.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών όλων των κρατών μελών της ΕΕ. Η συνολική έκταση γης που καλύπτεται από το δίκτυο Natura 2000 αντιπροσωπεύει περίπου το 18 % της συνολικής χερσαίας έκτασης της ΕΕ. Η εθνική χερσαία κάλυψη του δικτύου Natura 2000 ποικίλλει από περίπου 9% έως περίπου 38%, ανάλογα με τη χώρα. Η διαφορά αυτή οφείλεται εν μέρει στο πλήθος των φυσικών και ημιφυσικών οικοτόπων που διαθέτει κάθε χώρα. Για παράδειγμα, πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των τύπων οικοτόπων και των ειδών που προστατεύονται δυνάμει των οδηγιών βρίσκονται σε μεσογειακές, ηπειρωτικές και αλπικές περιοχές σε σύγκριση με την περιφέρεια του Ατλαντικού. Επιπλέον, ορισμένες χώρες χαρακτηρίζονται ιστορικά από υψηλότερα επίπεδα εντατικής χρήσης της γης και κατακερματισμού, με αποτέλεσμα μικρότερης έκτασης φυσικούς πόρους υποψήφιων για προστασία δυνάμει των οδηγιών. Οι φυσικοί και ημιφυσικοί οικότοποι και είδη όπως τα μεγάλα σαρκοβόρα είναι κατά κανόνα πολυπληθέστερα και ευρύτερα κατανεμημένα στα κράτη μέλη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης που προσχώρησαν στην ΕΕ από το 2004 και μετά, απ’ ό,τι σε ορισμένα παλαιότερα κράτη μέλη. Οι διαφορές οφείλονται επίσης στις διαφορετικές προσεγγίσεις που επέλεξαν τα κράτη μέλη κατά την οριοθέτηση των προτεινόμενων περιοχών. Αρκετά κράτη μέλη πρότειναν διευρυμένες περιοχές Natura 2000 με προσεγγιστική οριοθέτηση, προτιμώντας μια πιο ολιστική προσέγγιση που δεν αποκλείει τους μη επιλέξιμους οικοτόπους από την προτεινόμενη έκταση. Άλλα προτίμησαν να οριοθετήσουν τις περιοχές με μεγαλύτερη ακρίβεια, περιορίζοντας την έκτασή τους στους επιλέξιμους οικοτόπους.

Το βαρόμετρο Natura 2000 ενημερώνει τακτικά τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των περιοχών και την επιφάνειά τους σε κάθε χώρα και συνολικά στην ΕΕ.

Ο απεικονιστής Natura 2000 είναι μια διαδικτυακή υπηρεσία που επιτρέπει την ανεύρεση και την εξερεύνηση περιοχών Natura 2000 οπουδήποτε στην ΕΕ με το πάτημα ενός κουμπιού.

Περισσότερες πληροφορίες:

Κατάλογοι των περιοχών Natura 2000 που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή σε κάθε βιογεωγραφική περιοχή.
Το δίκτυο Natura 2000 σε όλα τα κράτη μέλη

7. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις ειδικές ζώνες διατήρησης (ΕΖΔ), στους τόπους κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ), στις ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) και στις περιοχές Natura 2000;

Οι ΕΖΔ, οι ΤΚΣ και οι ΖΕΠ αποκαλούνται συνολικά περιοχές Natura 2000. Οι ΖΕΠ είναι περιοχές Natura 2000 που έχουν χαρακτηριστεί ως τέτοιες βάσει της οδηγίας για τα πτηνά, ενώ οι ΤΚΣ και ΕΖΔ βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους. Οι ΤΚΣ και οι ΕΖΔ ταυτίζονται γεωγραφικά. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο είναι το παρεχόμενο επίπεδο προστασίας.

Οι τόποι κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) είναι περιοχές που έχουν εγκριθεί επισήμως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, ως εκ τούτου, υπόκεινται στις διατάξεις περί προστασίας ή στο άρθρο 6 παράγραφοι 2, 3 και 4. Οι ειδικές ζώνες διατήρησης (ΕΖΔ) είναι τόποι κοινοτικής σημασίας που έχουν χαρακτηριστεί από τα κράτη μέλη μέσω νομοθετικής πράξης και για τους οποίους εφαρμόζονται τα απαιτούμενα μέτρα διατήρησης προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση των ειδών και των τύπων οικοτόπων ενωσιακής σημασίας που βρίσκονται εκεί.

Βλέπε: Σημείωμα της Επιτροπής σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ειδικών ζωνών διατήρησης (ΕΖΔ)

8. Έχει ολοκληρωθεί το δίκτυο Natura 2000; Θα ενταχθούν και νέες περιοχές στο μέλλον;

Το δίκτυο Natura 2000 της ΕΕ περιλαμβάνει περισσότερες από 27.000 περιοχές από το σύνολο των 28 κρατών μελών της ΕΕ (2016). Μαζί, καλύπτουν πάνω από 1 εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή σχεδόν το ένα πέμπτο της έκτασης της Ευρώπης (18,36 %), καθώς και ένα σημαντικό μέρος των θαλασσών που την περιβάλλουν. Το γεγονός αυτό καθιστά το δίκτυο Natura ένα από τα μεγαλύτερα συντονισμένα δίκτυα προστατευόμενων περιοχών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Θεματικού Κέντρου για τη Βιοποικιλότητα, είναι υπεύθυνη να αξιολογεί, τόσο σε εθνικό όσο και σε βιογεωγραφικό επίπεδο, κατά πόσον κάθε είδος και κάθε τύπος οικοτόπου καλύπτονται επαρκώς από τις υφιστάμενες περιοχές του δικτύου. Η Επιτροπή πιστεύει ότι το δίκτυο Natura 2000 έχει ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό στην ξηρά, αλλά έχει ζητήσει από ορισμένα κράτη μέλη να προτείνουν επιπλέον περιοχές για συγκεκριμένα είδη και τύπους οικοτόπων προκειμένου να ολοκληρωθεί το δίκτυο στην επικράτειά τους.

Η πρόοδος όσον αφορά τον χαρακτηρισμό περιοχών Natura 2000 στο θαλάσσιο περιβάλλον ήταν, ωστόσο, πολύ βραδύτερη από ό,τι στην ξηρά. Μέχρι σήμερα (Ιούνιος 2016), έχουν ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000 περισσότερες από 3.000 θαλάσσιες περιοχές, οι οποίες καλύπτουν σχεδόν το 6% του συνόλου της θαλάσσιας έκτασης της ΕΕ (πάνω από 360.000 km²). Ένας από τους βασικούς λόγους της αργής προόδου στην ανάδειξη θαλάσσιων περιοχών Natura 2000 είναι η έλλειψη επαρκών επιστημονικών δεδομένων σχετικά με την κατανομή των ευρωπαϊκών προστατευόμενων θαλάσσιων οικοτόπων και ειδών, ιδίως στο επίπεδο λεπτομέρειας που απαιτείται προκειμένου να οριστεί η σχετική περιοχή και να σχεδιαστεί η κατάλληλη διαχείριση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη ενέτειναν πρόσφατα τις προσπάθειές τους για τον χαρακτηρισμό νέων θαλάσσιων περιοχών, ιδίως σε υπεράκτιες ζώνες που δεν ανήκουν στα χωρικά ύδατα των κρατών μελών.

Περισσότερες πληροφορίες:

Νatura 2000
Το δίκτυο Natura 2000 στο θαλάσσιο περιβάλλον

9. Είναι δυνατόν μια περιοχή Natura 2000 να τροποποιηθεί ή να αποχαρακτηριστεί και να αφαιρεθεί από το δίκτυο;

Μια περιοχή μπορεί να αποχαρακτηρισθεί αν χάσει την αξία διατήρησής της λόγω της εξέλιξης του φυσικού περιβάλλοντος και δεν είναι δυνατή η αποκατάστασή της με την εφαρμογή μέτρων διαχείρισης. Ωστόσο, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι η απλή υποβάθμιση του χώρου, για παράδειγμα λόγω ανεπαρκούς διαχείρισης, θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 6 παράγραφος 2. Οι περιοχές αυτές δεν μπορούν να αποχαρακτηρισθούν απλώς και μόνο επειδή έχουν αφεθεί να υποβαθμιστούν και δεν έχουν τύχει σωστής διαχείρισης, όπως θα απαιτούνταν με βάση τις δύο οδηγίες για τη φύση. Δεν αφαιρούνται από τον κατάλογο περιοχές Natura 2000 που έχουν καταστραφεί και για τις οποίες έχει ληφθεί κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Επίσης δεν αποχαρακτηρίζονται και δεν τροποποιούνται περιοχές για τις οποίες διαπιστώνεται ότι ο αρχικός χαρακτηρισμός ή οριοθέτηση βασίστηκε σε εσφαλμένα επιστημονικά στοιχεία. Κάθε τροποποίηση αυτού του είδους που προτείνουν τα κράτη μέλη εγκρίνεται από Επιτροπή μόνον εάν συνοδεύεται από τη δέουσα επιστημονική τεκμηρίωση.

Περισσότερες πληροφορίες: Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-301/12.

10. Πώς μπορώ να ενημερωθώ για τις περιοχές Natura 2000 στα κράτη μέλη; Πώς μπορώ να μάθω αν έκταση που μου ανήκει περιλαμβάνεται στο δίκτυο Natura 2000;

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, έχει δημιουργήσει μια διαδικτυακή χαρτογραφική εφαρμογή γνωστή ως «Απεικονιστής Natura 2000» που διατίθεται ελεύθερα στο κοινό και παρέχει την ακριβή θέση κάθε περιοχής Natura 2000 στο δίκτυο της ΕΕ. Ο χρήστης μπορεί να αναζητήσει, και να εξετάσει λεπτομερώς, οποιαδήποτε περιοχή του δικτύου οπουδήποτε στην ΕΕ. Χάρη στους χάρτες μεγάλης κλίμακας διευκολύνεται η ακριβής αποτύπωση των συνόρων κάθε περιοχής και των βασικών γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών της.

Ο Απεικονιστής Natura 2000 παρέχει επίσης πρόσβαση στο τυποποιημένο έντυπο δεδομένων (ΤΕΔ) που συνοδεύει κάθε περιοχή Natura 2000. Το ΤΕΔ καταγράφει τα είδη χλωρίδας και πανίδας και τους τύπους των οικοτόπων ενωσιακής σημασίας χάριν των οποίων η περιοχή εντάχθηκε στο δίκτυο Natura 2000, καθώς και εκτιμήσεις του μεγέθους των πληθυσμών τους και του βαθμού διατήρησης στην εν λόγω περιοχή κατά τον χρόνο του χαρακτηρισμού της.

Για λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τις περιοχές του δικτύου Natura 2000 μπορεί κανείς να απευθυνθεί στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος.

Περισσότερες πληροφορίες:

Απεικονιστής Natura 2000
Πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου Natura 2000
Το δίκτυο Natura 2000 σε όλα τα κράτη μέλη

11. Ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως περιοχής Natura 2000 σημαίνει ότι πρέπει να παύσουν όλες τις οικονομικές δραστηριότητες στο εσωτερικό της; Επηρεάζει την ιδιοκτησία μου;

Πολύς κόσμος συγχέει τη διατήρηση της φύσης με τη δημιουργία αυστηρά προστατευόμενων φυσικών καταφυγίων όπου απαγορεύεται συστηματικά κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Το δίκτυο Natura 2000 ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση. Αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φύσης και ότι οι δύο πλευρές αποδίδουν καλύτερα όταν συνεργάζονται.

Ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως περιοχής Natura 2000 δεν σημαίνει συνεπώς ότι πρέπει να διακοπούν όλες οι οικονομικές δραστηριότητες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές ή αλλαγές με στόχο την προστασία των ειδών και των οικοτόπων χάριν των οποίων η περιοχή εντάχθηκε στο δίκτυο Natura 2000, ή μέτρα αποκατάστασης προκειμένου να επανέλθουν σε μια ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης. Αλλά συχνά, οι υπάρχουσες ανθρώπινες δραστηριότητες θα συνεχιστούν όπως και πριν.

Πράγματι, για πολλές περιοχές Natura 2000, τα υφιστάμενα είδη φυτών και ζώων και τύποι οικοτόπων μπορεί να εξαρτώνται από τη συνέχιση των εν λόγω δραστηριοτήτων για τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή τους, και, άρα, είναι σημαντικό σε αυτές τις περιπτώσεις να βρεθούν τρόποι να συνεχιστούν και, ενίοτε, να ενισχυθούν οι δραστηριότητες αυτές — π.χ. χορτοκοπή ή βόσκηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή έλεγχος άγριας βλάστησης.

Επομένως, η προσέγγιση δεν είναι ενιαία. Όλα εξαρτώνται από τις ειδικές περιβαλλοντικές, καθώς και κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες κάθε περιοχής, καθώς και από τις συγκεκριμένες οικολογικές απαιτήσεις των ειδών και των οικοτόπων που φιλοξενούν. Αυτό είναι κάτι που κρίνεται κατά περίπτωση.

12. Όταν μια περιοχή εντάσσεται στο δίκτυο Natura 2000 αυτό σημαίνει ότι παύουν όλες οι παραδοσιακές δραστηριότητες, όπως η υλοτομία ή η εξόρυξη τύρφης;

Οι παραδοσιακές δραστηριότητες μπορούν να συνεχιστούν όπως πριν, εφόσον δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τα είδη ή τους τύπους οικοτόπων χάριν των οποίων η περιοχή εντάχθηκε στο δίκτυο Natura 2000. Και πάλι, αυτό θα πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση. Μόνον μετά από αξιολόγηση μπορεί να διαπιστωθεί αν υφίσταται αντίκτυπος. Αν διαπιστωθεί αρνητικός αντίκτυπος, τότε μπορούν να εκπονηθούν μελέτες ώστε να καθοριστεί η έκτασή του και ο καλύτερος τρόπος να μειωθεί ή να εξαλειφθεί (π.χ. μετεγκατάσταση των δραστηριοτήτων σε άλλο σημείο, προσαρμογή των ακολουθούμενων πρακτικών και του χρονοδιαγράμματός τους) ώστε η κατάσταση των προστατευόμενων ειδών και οικοτόπων να μην υφίσταται επιδείνωση ή υποβάθμιση.

13. Επιτρέπεται το κυνήγι στις περιοχές του δικτύου Natura 2000;

Το κυνήγι είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα υφιστάμενης δραστηριότητας που μπορεί να συνεχιστεί σε μια περιοχή Natura 2000, υπό τον όρο ότι δεν έχει αρνητικό αντίκτυπο για τα είδη ή τους τύπους οικοτόπων χάριν των οποίων η περιοχή έλαβε τον χαρακτηρισμό της περιοχής Natura 2000. Οι οδηγίες για τα πτηνά και τους οικοτόπους αναγνωρίζουν τον θεμιτό χαρακτήρα της θήρας ως μορφής βιώσιμης χρήσης και δεν απαγορεύουν a priori το κυνήγι εντός των περιοχών του δικτύου Natura 2000. Αντίθετα, οι οδηγίες καθορίζουν ένα πλαίσιο για τον έλεγχο της κυνηγετικής δραστηριότητας ώστε να εξασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ αυτής και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος της διατήρησης υγιών και βιώσιμων πληθυσμών των θηρεύσιμων ειδών.

Περισσότερες πληροφορίες: Πρωτοβουλίες για βιώσιμο κυνήγι

14. Επιτρέπονται οι δραστηριότητες αναψυχής στις περιοχές Natura 2000;

Οι άνθρωποι θέλουν να περνούν χρόνο στη φύση για διάφορους λόγους. Πολλοί επιθυμούν να χαλαρώσουν σε ένα ήσυχο και γραφικό περιβάλλον, άλλοι θέλουν να εξερευνήσουν νέες περιοχές ή να ασχοληθούν με μια σειρά από δραστηριότητες στη φύση όπως κολύμβηση, πεζοπορία, ποδηλασία, ψάρεμα, κυνήγι κλπ. Όποια και αν είναι η προτίμησή μας, το δίκτυο Natura 2000 μας δίνει μοναδικές ευκαιρίες να ανακαλύψουμε και να απολαύσουμε την πλούσια φυσική κληρονομιά της Ευρώπης.

Αυτές οι δραστηριότητες αναψυχής είναι συμβατές με τις διατάξεις της οδηγίας για τους οικοτόπους και της οδηγίας για τα πτηνά, εφόσον δεν παραβλάπτουν τους οικοτόπους και τα είδη που ζουν σε αυτούς. Το ζητούμενο είναι ο προσεκτικός σχεδιασμός και η συνετή αξιοποίηση των πόρων ώστε οι δραστηριότητες αυτές να μην καταστρέψουν τελικά τους πόρους από τους οποίους εξαρτάται η ύπαρξή τους.

Καθορισμός στόχων διατήρησης για τις περιοχές Natura 2000

15. Τι νόημα έχουν οι στόχοι διατήρησης και πώς καθορίζονται;

Οι στόχοι διατήρησης καθορίζονται προκειμένου να προσδιορίζεται με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια η επιθυμητή κατάσταση ή ο επιθυμητός βαθμός διατήρησης που πρέπει να επιτευχθεί σε μια περιοχή Natura 2000. Πρέπει να καθορίζονται στόχοι για καθέναν από τους σχετικούς τύπους οικοτόπων και τα είδη που υπάρχουν σε μια δεδομένη περιοχή Natura 2000.

Συχνά παρουσιάζονται ως ποσοτικοί στόχοι, π.χ. διατήρηση του πληθυσμού ενός είδους σε συγκεκριμένο ελάχιστο αριθμό ατόμων ή βελτίωση του βαθμού διατήρησης του οικοτόπου από την κατηγορία Γ στην κατηγορία Β εντός 10 ετών.

Ο καθορισμός σαφών στόχων διατήρησης για το Natura 2000 έχει θεμελιώδη σημασία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι κάθε περιοχή του δικτύου συμβάλλει κατά τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο στον συνολικό στόχο των δύο οδηγιών για τη φύση, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης για το σύνολο των τύπων οικοτόπων και ειδών που προστατεύονται1 από τις οδηγίες σε ολόκληρη την περιοχή κατανομής τους εντός της ΕΕ.

Οι στόχοι διατήρησης είναι συγκεκριμένοι για κάθε περιοχή Natura 2000 και θα πρέπει να βασίζονται σε εμπεριστατωμένη γνώση της περιοχής και των ειδών/οικοτόπων που υπάρχουν σε αυτή, των οικολογικών τους απαιτήσεων, καθώς και των πιθανών απειλών και πιέσεων που υφίστανται όσον αφορά τη συνεχιζόμενη παρουσία τους στην περιοχή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε περιοχή Natura 2000 χαρακτηρίζεται από το δικό της μοναδικό σύνολο βιοτικών, αβιοτικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, οι οποίες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, ακόμη και όταν αυτές φιλοξενούν τα ίδια είδη και τους ίδιους οικοτόπους.

Συνιστάται επίσης ο καθορισμός ευρύτερων στόχων διατήρησης για μια ολόκληρη σειρά περιοχών ή για ορισμένα είδη ή ορισμένους οικοτόπους εντός μιας συγκεκριμένης περιφέρειας ή χώρας (εθνικοί ή περιφερειακοί στόχοι διατήρησης). Αυτό δεν διευκολύνει μόνο τον καθορισμό των στόχων διατήρησης στο επίπεδο κάθε επιμέρους περιοχής Natura 2000, αλλά και τον προσδιορισμό στρατηγικών προτεραιοτήτων διατήρησης εντός και μεταξύ των διαφόρων περιοχών. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να δοθεί προτεραιότητα στα μέτρα που παρουσιάζουν τις υψηλότερες πιθανότητες βελτίωσης ή συντήρησης της κατάστασης διατήρησης ενός συγκεκριμένου είδους ή οικοτόπου εντός της περιφέρειας ή της χώρας.

Περαιτέρω διευκρινίσεις παρέχονται σε επεξηγηματικό σημείωμα που έχει εκδώσει η Επιτροπή για την παροχή καθοδήγησης σχετικά με τον καθορισμό των στόχων διατήρησης για το Natura 2000.

1 Ο στόχος της οδηγίας για τα πτηνά είναι διατυπωμένος ελαφρώς διαφορετικά, αλλά η φιλοδοξία είναι η ίδια.

16. Ποιος είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό των στόχων διατήρησης; Ζητείται η γνώμη των ιδιοκτητών/διαχειριστών γης;

Ο καθορισμός των στόχων διατήρησης αποτελεί ευθύνη των αρμόδιων αρχών κάθε κράτους μέλους. Στις οδηγίες για τη φύση δεν περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να γίνεται αυτό, καθώς κάθε κράτος μέλος αποφασίζει αυτόνομα με ποια μορφή και με ποιες μεθόδους θα εφαρμοστούν οι διατάξεις των εν λόγω οδηγιών. Ωστόσο, ο στόχος των οδηγιών για τη φύση είναι όντως η εξασφάλιση ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης για τα είδη και τους οικοτόπους κοινοτικού ενδιαφέροντος, καθώς και η χρήση του δικτύου Natura 2000 για την επίτευξη του στόχου αυτού.

Πέραν του να διασφαλίζεται ότι οι στόχοι διατήρησης βασίζονται σε εμπεριστατωμένη γνώση, συνιστάται επίσης να εξασφαλίζεται η συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών –είτε πρόκειται για διαχειριστές ή ιδιοκτήτες γης είτε για ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διατήρησης– στη διαδικασία καθορισμού των στόχων διατήρησης. Η συμμετοχή αυτή θα διευκολύνει τον καθορισμό ρεαλιστικών και επιτεύξιμων στόχων διατήρησης.

Αφενός, οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές εκτάσεων έχουν γενικά πολύ καλή εικόνα της διαχείρισης που έχει οδηγήσει σε επιτυχή ή ανεπιτυχή αποτελέσματα διατήρησης κατά το παρελθόν και, αφετέρου, είναι επίσης σημαντικό να παρέχεται η δυνατότητα αμφίδρομης συζήτησης μεταξύ των αρχών και των βασικών ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τον βέλτιστο τρόπο καθορισμού των ειδικών ανά περιοχή στόχων και μέτρων διατήρησης. Η συζήτηση και σαφής γνωστοποίηση της σημασίας, του ρόλου και των στόχων διατήρησης μιας συγκεκριμένης περιοχής Natura 2000 θα συμβάλει επίσης στη βελτίωση της ευαισθητοποίησης και της δέσμευσης όλων των ενδιαφερομένων.

17. Πού μπορώ να βρω περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους στόχους διατήρησης μιας συγκεκριμένης περιοχής Natura 2000;

Κάθε χώρα διαθέτει τον δικό της μηχανισμό για τη δημοσιοποίηση των στόχων διατήρησης των περιοχών της στο δίκτυο Natura 2000. Οι στόχοι αυτοί μπορούν να προσδιορίζονται στις νομικές αποφάσεις ή πράξεις ή συνοδευτικά έγγραφα που αφορούν τον χαρακτηρισμό των περιοχών. Είναι επίσης δυνατή η δημοσίευσή τους στον δικτυακό τόπο των αρχών που είναι αρμόδιες για την προστασία της φύσης. Επίσης, οι στόχοι διατήρησης συμπεριλαμβάνονται συνήθως, και αναπτύσσονται περαιτέρω, στα σχέδια διαχείρισης των περιοχών Natura 2000 ή σε παρεμφερή μέσα, όπου αυτά υπάρχουν. Η Επιτροπή συνιστά στα κράτη μέλη να παρέχουν εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες για τους στόχους διατήρησης Natura 2000 κατά τρόπο ώστε να είναι συναφείς και εύκολα κατανοητές στους ιδιοκτήτες και τους διαχειριστές γης.

18. Πώς μπορώ να γνωρίζω ποιες δραστηριότητες είναι, ή δεν είναι, συμβατές με το Natura 2000 εάν δεν έχουν οριστεί στόχοι διατήρησης;

Στόχοι διατήρησης θα πρέπει να καθορίζονται από τις αρχές για όλες τις περιοχές Natura 2000. Ωστόσο, ενδέχεται η διαδικασία να έχει καθυστερήσει και να μην έχουν καθοριστεί ακόμη στόχοι διατήρησης.

Στην περίπτωση αυτή, η ενημέρωση των ενδιαφερόμενων μερών για τις συνέπειες του χαρακτηρισμού μιας περιοχής ως περιοχής Natura 2000 αποτελεί ευθύνη των αρμόδιων αρχών. Ειδικότερα, οι αρχές οφείλουν να ενημερώνουν αν είναι απαραίτητη η προσαρμογή ή ενδεχομένως η εξαίρεση ορισμένων δραστηριοτήτων προκειμένου να αποφευχθεί η υποβάθμιση της περιοχής ή ποιες δραστηριότητες θα πρέπει να προαχθούν για τη βελτίωση των συνθηκών διατήρησής της. Το τυποποιημένο έντυπο δεδομένων (ΤΕΔ) αποτελεί μια χρήσιμη πηγή πληροφοριών για την κατανόηση των λόγων για τους οποίους μια συγκεκριμένη περιοχή έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000. Θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων διαχείρισης (π.χ. κατά τη σύνταξη εγγράφων διαχείρισης ή τον προγραμματισμό νέων επενδύσεων).

Η ελάχιστη απαίτηση είναι να αποφεύγεται η υποβάθμιση όλων των οικοτόπων και των ειδών με σημαντική παρουσία στην περιοχή Natura 2000, σύμφωνα με το ΤΕΔ. Σε περίπτωση έλλειψης επιστημονικών στοιχείων, θα πρέπει να υπερισχύει η αρχή της προφύλαξης.

Λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τις περιοχές Natura 2000 είναι επίσης διαθέσιμες στα σχέδια διαχείρισης Natura 2000, εφόσον υπάρχουν, ή σε άλλα σχετικά έγγραφα (δηλαδή έγγραφα σχετικά με τους στόχους διατήρησης, πράξεις χαρακτηρισμού της περιοχής κλπ.).

Τα κράτη μέλη παρέχουν συνήθως λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις οικείες περιοχές Natura 2000, συμπεριλαμβανομένων των λόγων χαρακτηρισμού τους, των στόχων διατήρησης, των σχεδίων διαχείρισης και των μέτρων διατήρησης, οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες στο κοινό μέσω δικτυακών τόπων και άλλων μέσων (π.χ. μέσω των τοπικών διοικητικών υπηρεσιών). Ορισμένες χώρες παρέχουν επίσης συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες σε ιδιοκτήτες και σε βασικούς χρήστες γης σε κάθε περιοχή Natura 2000 (π.χ. μέσω ειδικών ανακοινώσεων, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο, ή μέσω της σύστασης τοπικών ομάδων ή επιτροπών στο πλαίσιο των οποίων βασικά ενδιαφερόμενα μέρη συμμετέχουν εξαρχής στη διαχείριση των περιοχών, όπως συμβαίνει στη Γαλλία και σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ). Οι ιδιοκτήτες και οι χρήστες γης μπορούν επίσης να απευθύνονται στις τοπικές αρχές που είναι αρμόδιες για την προστασία της φύσης για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένες περιοχές του δικτύου Natura 2000.

Διαχείριση περιοχών του δικτύου Natura 2000

19. Ποιος είναι αρμόδιος για την κατάρτιση των μέτρων διατήρησης;

Ο καθορισμός των μέτρων διατήρησης στις περιοχές Natura 2000 αποτελεί ευθύνη των αρμόδιων αρχών κάθε κράτους μέλους. Όπως ορίζεται στην οδηγία για τους οικοτόπους (άρθρο 6 παράγραφος 1): «Για τις ειδικές ζώνες διατήρησης, τα κράτη μέλη καθορίζουν τα αναγκαία μέτρα διατήρησης που ενδεχομένως συνεπάγονται ειδικά ενδεδειγμένα σχέδια διαχείρισης ή ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης και τα δέοντα κανονιστικά, διοικητικά ή συμβατικά μέτρα που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και των ειδών του παραρτήματος II, τα οποία απαντούν στους τόπους».

Τα αναγκαία μέτρα διατήρησης πρέπει να καθορίζονται από τα κράτη μέλη για όλες τις ειδικές ζώνες διατήρησης (ΕΖΔ), και αυτό το γενικό καθεστώς διατήρησης ισχύει για όλους τους τύπους φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος Ι και για τα είδη του παραρτήματος ΙΙ που απαντούν στις περιοχές Natura 2000, εκτός από εκείνα των οποίων η παρουσία θεωρείται μη σημαντική, σύμφωνα με το τυποποιημένο έντυπο δεδομένων του Natura 2000.

Η Επιτροπή έχει παράσχει καθοδήγηση σχετικά με τη θέσπιση μέτρων διατήρησης των περιοχών Natura 2000 και δημοσίευσε μια επισκόπηση των διατάξεων του άρθρου 6 παράγραφος 1 και την εφαρμογή τους στην πράξη σε διάφορα κράτη μέλη.

Έχει δημοσιευτεί επίσης μια συλλογή των σημαντικότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, μεταξύ άλλων όσον αφορά την υποχρέωση λήψης των αναγκαίων μέτρων διατήρησης στις περιοχές Natura 2000.

20. Πώς προσδιορίζονται και θεσπίζονται μέτρα διατήρησης για μια περιοχή Natura 2000; Ποια είναι η προθεσμία για την εφαρμογή τους;

Τα μέτρα διατήρησης αποτελούν τις πρακτικές δράσεις που πρέπει να υλοποιηθούν ώστε να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων διατήρησης μιας περιοχής Natura 2000. Πρέπει να ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων οικοτόπων και των ειδών που υπάρχουν στην περιοχή. Κατά τη θέσπιση μέτρων διατήρησης πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες, καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στην οδηγία για τους οικοτόπους (άρθρο 2).

Για τον προσδιορισμό των αναγκαίων μέτρων διατήρησης έχει ζωτική σημασία η ύπαρξη βάσης εμπεριστατωμένων γνώσεων όσον αφορά τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή, καθώς και όσον αφορά την κατάσταση διατήρησής της, τις απειλές, τις πιέσεις και τις ανάγκες των ειδών και των τύπων οικοτόπων που υπάρχουν σε αυτή, αλλά και τις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες (υφιστάμενες χρήσεις γης και καθεστώς ιδιοκτησίας, συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών, υπό εξέλιξη οικονομικές δραστηριότητες κλπ.).

Όπως οι στόχοι διατήρησης, έτσι και τα μέτρα διατήρησης συνήθως αφορούν ειδικά κάθε περιοχή Natura 2000 και πρέπει να θεσπίζονται βάσει χωριστής εξέτασης κάθε περιοχής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε περιοχή Natura 2000 χαρακτηρίζεται από το δικό της μοναδικό σύνολο βιοτικών, αβιοτικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, οι οποίες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, ακόμη και όταν αυτές φιλοξενούν τα ίδια είδη και τους ίδιους οικοτόπους.

Τα κράτη μέλη έχουν στη διάθεσή τους μέγιστη προθεσμία 6 ετών από τον χρόνο έγκρισης μιας περιοχής ως τόπου κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) για να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα διατήρησης και να χαρακτηρίσουν την περιοχή ειδική ζώνη διατήρησης (ΕΖΔ). Αυτά τα 6 έτη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για τη συγκέντρωση όλων των απαιτούμενων πληροφοριών σχετικά με την περιοχή, αλλά και για την ενημέρωση, τη συζήτηση και τη διαπραγμάτευση με όλες τις ομάδες συμφερόντων όσον αφορά τα πλέον κατάλληλα μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν για την επίτευξη των στόχων διατήρησης που έχουν καθοριστεί για τη συγκεκριμένη περιοχή.

Στις οδηγίες για τη φύση δεν περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να γίνεται αυτό, καθώς κάθε κράτος μέλος αποφασίζει αυτόνομα με ποια μορφή και με ποιες μεθόδους θα εφαρμοστούν οι διατάξεις των εν λόγω οδηγιών.

Η Επιτροπή έχει παράσχει καθοδήγηση σχετικά με τη θέσπιση μέτρων διατήρησης για τις περιοχές του δικτύου Natura 2000.

21. Ποια είδη μέτρων διατήρησης ενδέχεται να τεθούν σε εφαρμογή;

Όπως αναφέρεται παραπάνω, αυτό είναι κάτι που αποφασίζεται για κάθε περίπτωση χωριστά σε συνάρτηση με τις οικολογικές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κάθε περιοχής Natura 2000. Τα μέτρα διατήρησης κινούνται εντός ενός φάσματος που περιλαμβάνει τα εξής:

  • καμία ενέργεια: όταν δεν απαιτούνται πρόσθετα μέτρα παρά μόνο να συνεχιστεί η διαχείριση της περιοχής με τον ίδιο ακριβώς τρόπο·
  • απλά μέτρα, όπως η αποφυγή της όχλησης κατά την περίοδο αναπαραγωγής, τακτική χορτοκοπή ή κοπή ξηρής βλάστησης, ή η αύξηση των νεκρών ξύλων στο δάσος·
  • μείζονες δραστηριότητες αποκατάστασης, όπως η πλήρης απομάκρυνση των μη αυτόχθονων ειδών ή η υδρολογική αποκατάσταση ενός υγροτόπου, για παράδειγμα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να προτιμηθεί ως μέσο διατήρησης η απαγόρευση κάθε παρέμβασης και η αυστηρή προστασία, ιδίως για οικοτόπους και είδη που είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης παρέμβασης και, ως εκ τούτου, χρειάζονται αυστηρά προστατευμένα καταφύγια προκειμένου να διασφαλιστεί η επιβίωσή τους.

Η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει μια επισκόπηση των προσεγγίσεων για τη θέσπιση μέτρων διατήρησης στα διάφορα κράτη μέλη και πολλά παραδείγματα διαφόρων μέτρων διατήρησης που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο διαφόρων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών σε ολόκληρη την ΕΕ.

Ενδέχεται να απαιτούνται διάφορα είδη μέτρων στις περιοχές Natura 2000, μεταξύ άλλων δραστηριότητες αποκατάστασης των οποίων οι εργασίες πρέπει να διενεργούνται σε προκαθορισμένες χρονικές στιγμές, όπως έργα αποκατάστασης της υδρολογίας ενός υγροτόπου, επαναφύτευση ορισμένων ειδών, επανεισαγωγή ή ενίσχυση πληθυσμών, κατασκευή διαφόρων εγκαταστάσεων ή υποδομών κλπ. Ενδέχεται επίσης να απαιτηθεί η περιοδική εκτέλεση εργασιών στην περιοχή προκειμένου να συντηρείται ή να βελτιώνεται η κατάσταση διατήρησης ορισμένων οικοτόπων ή ο πληθυσμός ορισμένων ειδών. Οι εργασίες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, χορτοκοπή ή ελεγχόμενη βόσκηση σε λιβάδια, τακτικό καθαρισμό της άγριας βλάστησης, διαχείριση των υδρολογικών συστημάτων σε υγροτόπους, κλπ. Ενδέχεται επίσης να απαιτούνται δραστηριότητες εποπτείας, φύλαξης και προστασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η επαρκής προστασία ορισμένων περιοχών.

Η εκπόνηση των αναγκαίων μέτρων απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και την κατάρτιση λεπτομερών σχεδίων και τεχνικών προδιαγραφών, ώστε να διασφαλίζεται η ορθή υλοποίησή τους. Η παρακολούθηση εντάσσεται συνήθως στα σχεδιαζόμενα μέτρα διατήρησης, καθώς υπάρχει ανάγκη επακολούθησης και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων προκειμένου να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων και να γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές όποτε απαιτείται.

Τέλος, η υλοποίηση των μέτρων διατήρησης στις περιοχές Natura 2000 συνήθως επιτυγχάνεται καλύτερα αν συνοδεύεται από κατάλληλη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του πληθυσμού που ζει στην περιοχή και ιδίως των κύριων ενδιαφερόμενων μερών και των ομάδων συμφερόντων που επηρεάζονται από τα μέτρα ή συμμετέχουν στην υλοποίησή τους. Η ευαισθητοποίηση είναι επίσης ιδιαίτερα χρήσιμη στις περιπτώσεις που οι περιοχές Natura 2000 είναι ανοικτές για πρόσβαση και χρήση από τρίτους, δηλαδή από πρόσωπα που δεν είναι ιδιοκτήτες γης, ενοικιαστές ή τις δημόσιες αρχές. Η ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των ατόμων που χρησιμοποιούν τις εν λόγω περιοχές μπορεί να αποδειχθεί μία από τις πλέον σημαντικές διαχειριστικές παραμέτρους.

22. Τι είναι τα σχέδια διαχείρισης Natura 2000 και είναι υποχρεωτικού χαρακτήρα;

Προκειμένου να διευκολυνθούν στο έργο τους όσον αφορά τη διασφάλιση της διαχείρισης των περιοχών κατά τρόπο σαφή και διαφανή, η Επιτροπή ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εκπονούν σχέδια διαχείρισης Natura 2000, σε στενή συνεργασία με τοπικούς ενδιαφερόμενους φορείς. Η κατάρτιση σχεδίων διαχείρισης Natura 2000 είναι ευθύνη των αρχών που είναι αρμόδιες για το Natura 2000. Το σχέδιο διαχείρισης αποτελεί ένα σταθερό και αποδοτικό πλαίσιο για την εφαρμογή και την παρακολούθηση των μέτρων διατήρησης.

Παρότι δεν είναι υποχρεωτικά βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους, τα σχέδια διαχείρισης Natura 2000 αποτελούν εξαιρετικά χρήσιμα εργαλεία για τους ακόλουθους λόγους:

  • Παρέχουν ένα ολοκληρωμένο αρχείο καταγραφής των στόχων διατήρησης, καθώς και της οικολογικής κατάστασης και των οικολογικών απαιτήσεων των οικοτόπων και των ειδών που υπάρχουν στην περιοχή Natura 2000, ώστε να είναι σαφές σε όλους τι διατηρείται και για ποιον λόγο.
  • Αναλύουν τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες της περιοχής και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων χρήσεων γης και των ειδών και των οικοτόπων που υπάρχουν σε αυτή.
  • Παρέχουν ένα πλαίσιο για τη διεξαγωγή ανοικτού διαλόγου μεταξύ όλων των ομάδων συμφερόντων και συνδράμουν στη διαμόρφωση συναινετικής άποψης όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη διαχείριση της περιοχής, καθώς και στη δημιουργία ενός αισθήματος κοινής ευθύνης για το τελικό αποτέλεσμα.
  • Συμβάλλουν στην εξεύρεση πρακτικών λύσεων διαχείρισης οι οποίες είναι βιώσιμες και ενσωματώνονται καλύτερα σε άλλες πρακτικές χρήσης της γης.
  • Παρέχουν ένα μέσο για τον καθορισμό των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των διαφόρων κοινωνικοοικονομικών ενδιαφερόμενων μερών, των αρχών και των ΜΚΟ κατά την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων διατήρησης που έχουν προσδιοριστεί.

Τα σχέδια διαχείρισης Natura 2000 μπορούν να είναι είτε ειδικά ενδεδειγμένα σχέδια για την συγκεκριμένη περιοχή είτε ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω σχέδια περιλαμβάνουν με σαφήνεια τους στόχους διατήρησης Natura 2000.

23. Υπάρχουν διαθέσιμα εργαλεία για τη διευκόλυνση της κατάρτισης σχεδίων διαχείρισης Natura 2000;

Έγγραφα καθοδήγησης για την κατάρτιση των σχεδίων διαχείρισης Natura 2000, για τη διατύπωση των μέτρων διατήρησης, καθώς και για τη διεξαγωγή της διαδικασίας προγραμματισμού της διαχείρισης στις περιοχές Natura 2000, είναι διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής2, αλλά και σε πολλές χώρες.

Χρηματοδοτική υποστήριξη παρέχεται επίσης από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία (Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, Ταμείο Συνοχής), το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το πρόγραμμα LIFE, για την κατάρτιση, επικαιροποίηση και εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης για τις περιοχές Natura 2000.

Τα ευρωπαϊκά αυτά ταμεία έχουν αξιοποιηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό κατά το παρελθόν για την εκπόνηση σχεδίων διαχείρισης Natura 2000, όπως, π.χ. το ΕΓΤΑΑ στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και σε ορισμένα ομόσπονδα κράτη (Länder) της Γερμανίας, το ΕΤΠΑ στην Ελλάδα, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Ιταλία, το Ταμείο Συνοχής στη Λιθουανία και η χρηματοδότηση στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE στην Κύπρο, την Ουγγαρία, τη Λιθουανία και πολλές άλλες χώρες. Τα εν λόγω ταμεία θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται στο μέλλον για την αναθεώρηση και την επικαιροποίηση των σχεδίων διαχείρισης, ανάλογα με την εθνική εφαρμογή των προγραμμάτων.

24. Με ποιον τρόπο προσδιορίζονται οι οικολογικές απαιτήσεις των τύπων οικοτόπων και των ειδών; Η παρουσία απλώς και μόνο ενός είδους/τύπου οικοτόπου ενωσιακής σημασίας συνεπάγεται αλλαγές στη διαχείριση μιας περιοχής Natura 2000;

Οι οικολογικές απαιτήσεις των τύπων οικοτόπων και των ειδών αφορούν όλες τις οικολογικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων τόσο αβιοτικών όσο και βιοτικών παραγόντων, που θεωρούνται απαραίτητες για την εξασφάλιση της διατήρησης των τύπων οικοτόπων (δηλαδή την ειδική ανά οικότοπο δομή και τις ειδικές λειτουργίες που είναι αναγκαίες για τη μακροπρόθεσμη διατήρησή του, τα χαρακτηριστικά του είδη κλπ.) και των ειδών που υπάρχουν στην περιοχή Natura 2000, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης τους με το φυσικό περιβάλλον (αέρας, ύδατα, έδαφος, βλάστηση κλπ.).

Οι απαιτήσεις αυτές θεμελιώνονται σε επιστημονικά δεδομένα και θα πρέπει να καθορίζονται κατά περίπτωση, πράγμα που σημαίνει ότι οι οικολογικές απαιτήσεις μπορεί να διαφέρουν από το ένα είδος στο άλλο ή από τον έναν τύπο οικοτόπου στον άλλον στην ίδια περιοχή, αλλά και για το ίδιο είδος ή τον ίδιο τύπο οικοτόπου από τη μία περιοχή στην άλλη. Είναι, ωστόσο, ανεξάρτητες από κάθε κοινωνικοοικονομική εκτίμηση.

Είναι δυνατή η παραπομπή σε διαθέσιμες εθνικές και περιφερειακές πηγές για τη συγκέντρωση συναφών και λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με τις οικολογικές απαιτήσεις τύπων οικοτόπων και ειδών ενωσιακής σημασίας για την υποστήριξη της διαχείρισής τους. Η Επιτροπή δημοσίευσε επίσης κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση ορισμένων οικοτόπων και ειδών, οι οποίες παρέχουν σημαντικές πληροφορίες ως προς το ζήτημα αυτό.

25. Οι περιοχές Natura 2000 περιλαμβάνουν συχνά είδη και οικοτόπους που δεν καλύπτονται από τις οδηγίες για τα πτηνά και τους οικοτόπους. Θα πρέπει να θεσπίζονται ειδικά μέτρα διατήρησης και για τα είδη και τους οικοτόπους αυτούς;

Συνήθως όχι· όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις οδηγίες για τα πτηνά και για τους οικοτόπους, η θέσπιση μέτρων διατήρησης απαιτείται μόνο για τα είδη και τους τύπους οικοτόπων που προστατεύονται από τις διατάξεις των εν λόγω δύο οδηγιών και που απαντούν στην περιοχή Natura 2000. Ωστόσο, ενδέχεται να πρέπει να δοθεί επίσης προσοχή σε είδη τα οποία δεν προστατεύονται, αυτά καθαυτά, από τις διατάξεις της οδηγίας για τους οικοτόπους, αλλά είναι χαρακτηριστικά κάποιου τύπου οικοτόπου του παραρτήματος Ι ή είναι απαραίτητα για τη διατήρηση ενός είδους κοινοτικής σημασίας (π.χ. προστασία των μυρμηγκοφωλιών για τα πτηνά). Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες.

Επιπλέον, στο πλαίσιο της διαχείρισης των περιοχών μπορούν να λαμβάνονται επίσης υπόψη άλλα είδη και άλλοι οικότοποι που δεν προστατεύονται δυνάμει των οδηγιών της ΕΕ για τη φύση. Τα κράτη μέλη, αλλά και οι επιμέρους ιδιοκτήτες και διαχειριστές είναι απολύτως ελεύθεροι να καθορίζουν στόχους και/ή μέτρα διατήρησης και για είδη και οικοτόπους που δεν καλύπτονται από τις εν λόγω δύο οδηγίες, π.χ. για οικοτόπους και είδη που προστατεύονται ή απειλούνται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.

26. Τα μέτρα διατήρησης στις περιοχές Natura 2000 είναι υποχρεωτικά;

Η διαδικασία θέσπισης των αναγκαίων μέτρων διατήρησης για κάθε περιοχή Natura 2000 δεν συνιστά προαιρετική διάταξη· είναι υποχρεωτική για όλα τα κράτη μέλη. Αυτό σημαίνει ότι, για κάθε περιοχή Natura 2000, τα μέτρα διατήρησης τα οποία θεωρούνται αναγκαία πρέπει να θεσπίζονται και να εφαρμόζονται (ΔΕΕ, υπόθεση C-508/04).

Είναι, ωστόσο, χρήσιμο, να γίνεται διάκριση μεταξύ των μέτρων που θεωρούνται αναγκαία για τη διατήρηση και την αποκατάσταση των ειδών και των τύπων οικοτόπων που υπάρχουν στην περιοχή Natura 2000 και των μέτρων που θεωρούνται επιθυμητά και «θα ήταν καλό να εφαρμοστούν εφόσον υπάρχουν τα μέσα και οι δυνατότητες για την εφαρμογή τους». Τα μέτρα της δεύτερης περίπτωσης μπορούν ιδανικά να χαρακτηρίζονται ως τέτοια στα σχέδια διαχείρισης Natura 2000 ενώ θα θεωρούνται μέτρα βέλτιστης πρακτικής που αποσκοπούν στη βελτίωση του συνολικού επιπέδου βιοποικιλότητας στην περιοχή Natura 2000 και τα οποία υπερβαίνουν τις υποχρεωτικές απαιτήσεις για την συγκεκριμένη περιοχή.

Η εφαρμογή μέτρων διατήρησης δεν συνεπάγεται πάντα τη λήψη μέτρων ενεργού διαχείρισης ή αποκατάστασης, όπως η απομάκρυνση χωροκατακτητικών ξένων ειδών ή η διαφοροποίηση της ηλικιακής διάρθρωσης των δασοσυστάδων. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει μέτρα προστασίας, όπως η αποφυγή oχλήσεων για κάποιο είδος κατά την περίοδο αναπαραγωγής.

Διατίθεται συλλογή των σημαντικότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, μεταξύ άλλων όσον αφορά την υποχρέωση λήψης των αναγκαίων μέτρων διατήρησης σε περιοχές του δικτύου Natura 2000.

27. Πώς πρέπει να διατυπώνονται τα μέτρα διατήρησης;

Τα μέτρα διατήρησης πρέπει να περιγράφονται με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή τους. Θα πρέπει να περιέχουν αναφορά της σχετικής τοποθεσίας και περιγραφή των μέσων και των εργαλείων που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, καθώς και παράθεση πληροφοριών σχετικά με τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των διαφόρων εμπλεκόμενων παραγόντων. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται κατά την περιγραφή των μέτρων διατήρησης πρέπει να έχει στόχο τη σαφήνεια, ώστε τα μέτρα να γίνονται ευρέως κατανοητά.

Συνιστάται επίσης η επανεξέταση και η προσαρμογή των μέτρων διατήρησης όταν απαιτείται, π.χ. βάσει των πραγματικών αποτελεσμάτων των μέτρων που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Είναι επίσης σημαντικό να αναφέρονται το εκτιμώμενο κόστος και η διαθέσιμη χρηματοδότηση και να ορίζεται χρονοδιάγραμμα για την επανεξέταση των μέτρων διατήρησης που λαμβάνονται, ως προς την εφαρμογή τους στην πράξη και την καταλληλότητά τους για την επίτευξη των στόχων διατήρησης.

28. Ποιος αποφασίζει τι είδους μέτρα διατήρησης είναι αναγκαία; Ζητείται η γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών;

Η απόφαση σχετικά με το είδος των μέτρων διατήρησης που είναι αναγκαία αποτελεί ευθύνη των αρμόδιων αρχών κάθε χώρας. Πέραν της υποχρέωσης προσδιορισμού μέτρων τα οποία πρέπει να ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των ειδών και των τύπων οικοτόπων που υπάρχουν σε μια περιοχή Natura 2000, οι οδηγίες για τη φύση δεν υπαγορεύουν το είδος των μέτρων διατήρησης που πρέπει να εφαρμόζονται. Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να σχεδιάσει και να θέσει σε εφαρμογή τα μέτρα που κρίνει ως τα πλέον κατάλληλα και αποτελεσματικά για τις οικείες περιοχές Natura 2000.

Η Επιτροπή συνιστά ωστόσο θερμά να διασφαλίζεται όχι μόνον ότι τα μέτρα διατήρησης βασίζονται σε εμπεριστατωμένη γνώση αλλά και ότι οι διαχειριστές ή ιδιοκτήτες γης, καθώς και άλλοι σχετικοί ενδιαφερόμενοι –είτε πρόκειται για εκπροσώπους των τοπικών κοινοτήτων είτε για ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διατήρησης– συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία τόσο του προσδιορισμού των αναγκαίων μέτρων διατήρησης όσο και της κατάρτισης των σχεδίων διαχείρισης Natura 2000.

Συνιστάται ειδικότερα η εξασφάλιση της συμμετοχής των ιδιοκτητών και των διαχειριστών γης σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας ανάπτυξης ειδικών ανά περιοχή μέτρων διατήρησης. Η συμμετοχή τους στον σχεδιασμό και την προετοιμασία μέτρων διατήρησης για συγκεκριμένη περιοχή Natura 2000 καθιστά δυνατή την αξιοποίηση των εξειδικευμένων γνώσεων που διαθέτουν και παρέχει επίσης μια εξαιρετική ευκαιρία να δεσμευτούν ενεργά για την εφαρμογή αυτών των μέτρων διατήρησης. Η υφιστάμενη ορθή πρακτική συνεπάγεται την εξασφάλιση της ενεργού συμβολής όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών, π.χ. μέσω της συγκρότησης συντονιστικών ομάδων ή επιτροπών.

Η καλή επικοινωνία ευθύς εξαρχής θα συνδράμει επίσης στην εξασφάλιση συμβιβαστικών λύσεων και συνεργειών μεταξύ των αποτελεσμάτων που έχουν ήδη επιτευχθεί και των βελτιώσεων που μπορούν να επέλθουν. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι πιθανότατα μια περισσότερο αποδοτική από πλευράς κόστους και λιγότερο χρονοβόρα διαδικασία. Θα αυξήσει επίσης σε πολύ μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες επιτυχίας διότι θα ενθαρρύνει και θα παράσχει τη δυνατότητα στα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη να συμμετάσχουν, και να δεσμευθούν, πιο ενεργά στη διαχείριση της οικείας περιοχής Natura 2000.

Μετά τη θέσπισή τους, τα μέτρα διατήρησης θα πρέπει να γίνονται γνωστά και στο ευρύ κοινό (π.χ. σε δικτυακούς τόπους, στον τοπικό Τύπο, σε επίσημα μητρώα των τοπικών αρχών).

29. Πώς λαμβάνεται απόφαση για το αν θα ληφθούν μέτρα διατήρησης που είναι πιθανό να έχουν θετικά αποτελέσματα για συγκεκριμένο οικότοπο ή είδος ενώ ταυτόχρονα μπορεί να συντελούν στην υποβάθμιση άλλου τύπου οικοτόπου ή άλλου είδους;

Είναι πιθανό ένα συγκεκριμένο μέτρο διατήρησης να ωφελεί ένα είδος ή έναν οικότοπο, ενώ ταυτόχρονα να έχει αρνητικές επιπτώσεις σε άλλα είδη ή άλλους οικοτόπους. Για παράδειγμα, η απόφαση να εξαλειφθεί ένα χωροκατακτητικό είδος θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξαφάνιση ενός οικοτόπου για ορισμένα πτηνά. Οι συμβιβασμοί μικρότερης κλίμακας είναι συχνοί, αλλά με άρτια σχεδιασμένους στόχους διατήρησης η λήψη της ορθής απόφασης καθίσταται ευκολότερη. Είναι σημαντικό να ανατρέχει κανείς σε αυτούς και να εξετάζει ποιες είναι οι ειδικές ανά περιοχή προτεραιότητες όσον αφορά τα μέτρα διατήρησης και να προβαίνει σε εκτίμηση των πιθανών θετικών και αρνητικών επιπτώσεων που αναμένεται να έχουν τα προβλεπόμενα μέτρα στις προτεραιότητες αυτές.

Συχνά οι συμβιβασμοί μπορούν να αποφευχθούν ή να ελαχιστοποιηθούν με τον κατάλληλο χρονικό προγραμματισμό των μέτρων και τον προσανατολισμό τους προς ορισμένα τμήματα της περιοχής ή ακόμη και με την αντιστάθμιση της επίπτωσης σε ένα τμήμα της περιοχής με τη λήψη μέτρων διατήρησης για τον ίδιο οικότοπο ή για το ίδιο είδος σε άλλο τμήμα της περιοχής.

30. Μπορούν τα μέτρα διατήρησης να είναι παρόμοια για διαφορετικές περιοχές Natura 2000;

Τα μέτρα διατήρησης πρέπει να ανταποκρίνονται στους στόχους διατήρησης που καθορίζονται για κάθε περιοχή Natura 2000 και είναι συνήθως ειδικά για την εκάστοτε περιοχή. Ωστόσο, είναι πιθανό να απαιτούνται τα ίδια μέτρα σε διαφορετικές περιοχές Natura 2000 με παρεμφερή χαρακτηριστικά και παρόμοιους στόχους. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι επίσης δυνατή η από κοινού εφαρμογή των μέτρων διατήρησης (π.χ. ένα σχέδιο διαχείρισης Natura 2000 μπορεί να καλύπτει πολλές περιοχές για τις οποίες απαιτούνται παρόμοια μέτρα).

31. Πώς υλοποιούνται τα αναγκαία μέτρα διατήρησης;

Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές να καθορίζουν τους βέλτιστους τρόπους εφαρμογής των αναγκαίων μέτρων διατήρησης που έχουν προσδιοριστεί για τις περιοχές Natura 2000 που βρίσκονται στην επικράτειά τους. Η οδηγία ορίζει απλώς ότι μεταξύ αυτών μπορεί να περιλαμβάνονται τα δέοντα κανονιστικά, διοικητικά ή συμβατικά μέτρα. Η επιλογή μεταξύ των μέτρων αυτών επαφίεται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να επιλέξουν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες μέτρων και οφείλουν να διασφαλίσουν ότι είναι σε θέση να επιτύχουν τους στόχους διατήρησης με τα μέτρα αυτά:

  • Kανονιστικά μέτρα: συνήθως ακολουθούν μια διαδικασία που καθορίζεται από το δικονομικό δίκαιο και μπορούν να θεσπίζουν ειδικές απαιτήσεις σε σχέση με δραστηριότητες που είναι δυνατό να επιτρέπονται, να περιορίζονται ή να απαγορεύονται στην περιοχή Natura 2000.
  • Διοικητικά μέτρα: μπορεί να ορίζουν σχετικές διατάξεις σε σχέση με την εφαρμογή των μέτρων διατήρησης ή την έγκριση άλλων δραστηριοτήτων στην περιοχή.
  • Συμβατικά μέτρα: αφορούν τη σύναψη συμβάσεων ή συμφωνιών συνήθως μεταξύ των διαχειριστικών αρχών και των ιδιοκτητών ή των χρηστών γης εντός μιας περιοχής Natura 2000.

Δεν υπάρχει ιεραρχία μεταξύ των τριών κατηγοριών. Επομένως, τα κράτη μέλη έχουν την επιλογή να χρησιμοποιήσουν, σε μια περιοχή Natura 2000, είτε μόνο μία κατηγορία μέτρων (π.χ. μόνο συμβατικά μέτρα) είτε συνδυασμό μέτρων (π.χ. συνδυασμό κανονιστικών και συμβατικών μέτρων). Οι μοναδικοί δεσμευτικοί όροι που προβλέπονται είναι ότι τα μέτρα πρέπει να είναι κατάλληλα για την αποφυγή υποβάθμισης των οικοτόπων ή σημαντικής όχλησης για τα είδη για τα οποία μια περιοχή έχει χαρακτηριστεί περιοχή Natura 2000 (σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας για τους οικοτόπους) και ότι πρέπει να ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων και των ειδών που υπάρχουν στην περιοχή (σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας). Αυτές οι οικολογικές απαιτήσεις μπορεί να ποικίλλουν από την απλή προστασία έναντι της υποβάθμισης έως την ενεργό αποκατάσταση ικανοποιητικών δομών και λειτουργιών οικοσυστημάτων, ανάλογα με τον πραγματικό βαθμό διατήρησης των σχετικών ειδών και οικοτόπων.

Προληπτικά μέτρα διατήρησης ή αποκατάστασης μπορούν να υλοποιηθούν μέσω συμβατικών συμφωνιών με ιδιοκτήτες και διαχειριστές γης, συμπεριλαμβανομένων συμφωνιών σχετικά με τον τρόπο κάλυψης του κόστους των μέτρων που υπερβαίνουν τις νομικές υποχρεώσεις. Θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα κάλυψης των πρόσθετων δαπανών με επαρκείς χρηματοδοτικούς πόρους, στο μέτρο του δυνατού, καθώς και η αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος λόγω επιβολής περιορισμών χρήσης. Το ύψος της αποζημίωσης εξαρτάται από τον χαρακτήρα των επιβαλλόμενων περιορισμών και την πραγματική ζημία, καθώς και από τις τοπικές συνθήκες.

Οι ενισχύσεις στο πλαίσιο του Natura 2000 και τα αγρο- και δασο-περιβαλλοντικά μέτρα στο πλαίσιο της πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης αποτελούν ένα καλό παράδειγμα του τρόπου σύναψης συμβάσεων και συμφωνιών με ιδιοκτήτες γης για τη διαχείριση των εκτάσεών τους, με σκοπό την εξασφάλιση της διατήρησης των οικοτόπων και των ειδών. Τα μέτρα Natura 2000 μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη πρόσθετων δαπανών και διαφυγόντος εισοδήματος που προκύπτουν από τις υποχρεώσεις Natura 2000, ενώ τα αγρο- και δασο-περιβαλλοντικά μέτρα μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη πρόσθετων δεσμεύσεων που υπερβαίνουν τη συγκεκριμένη βάση αναφοράς.

32. Πώς μπορούν να συμμετάσχουν ή να συμβάλουν οι ιδιοκτήτες/διαχειριστές γης;

Οι ιδιοκτήτες γης και οι διαχειριστές τοπικών εκτάσεων καλούνται να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην υλοποίηση του Natura 2000. Γνωρίζουν την ιδιοκτησία τους και έχουν εκτεταμένη πείρα στην εφαρμογή πρακτικών μέτρων επιτόπου. Ως εκ τούτου, αποτελούν εταίρους ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη και την επιτυχή υλοποίηση του Natura 2000.

Στο πλαίσιο του Natura 2000 αναγνωρίζεται ότι οι άνθρωποι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του φυσικού περιβάλλοντος και ότι οι συνεργασίες είναι θεμελιώδους σημασίας για την επίτευξη των στόχων διατήρησης. Όλοι διαδραματίζουν έναν ρόλο στην επιτυχία του Natura 2000, είτε πρόκειται για δημόσιες αρχές, ιδιώτες ιδιοκτήτες και χρήστες γης, εργολάβους κατασκευών, ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται για τη διατήρηση της φύσης, ειδικούς επιστήμονες, τοπικές κοινότητες ή για πολίτες εν γένει.

Η σύμπραξη και η συστράτευση των ανθρώπων έχουν επίσης πρακτική σημασία. Πολλές περιοχές του δικτύου Natura 2000 υπόκεινται ήδη σε κάποια μορφή ενεργού χρήσης της γης επί μεγάλο χρονικό διάστημα, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης υπαίθρου. Πολλές περιοχές είναι πολύτιμες για τη φύση, ακριβώς λόγω του μέχρι στιγμής τρόπου διαχείρισής τους και θα είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι δραστηριότητες αυτές θα διατηρηθούν και στο μέλλον.

Με τον τρόπο αυτό, η οδηγία για τους οικοτόπους υποστηρίζει την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης και της ολοκληρωμένης διαχείρισης. Στόχος της είναι να μην αποκλείει κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες από τις περιοχές Natura 2000, αλλά να διασφαλίζει ότι διεξάγονται με τρόπο που προστατεύει και υποστηρίζει τα πολύτιμα υφιστάμενα είδη και οικοτόπους, διαφυλάσσοντας τη γενικότερη υγεία των φυσικών οικοσυστημάτων.

Ωστόσο, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ορισμένα δάση που περιλαμβάνονται στο δίκτυο Natura 2000 έχουν διαμορφωθεί με φυσικές διαδικασίες, με ελάχιστες ή μηδενικές ανθρωπογενείς επιδράσεις, και η διαχείρισή τους θα πρέπει να αποσκοπεί στη διατήρηση του υψηλού βαθμού φυσικότητας που παρουσιάζουν.

Η οδηγία για τους οικοτόπους ορίζει το πλαίσιο δράσης και καθορίζει τους γενικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν, αλλά παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης των επιμέρους περιοχών του δικτύου Natura 2000 σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εξεύρεση τοπικών λύσεων σε ζητήματα τοπικής διαχείρισης, ενώ καταβάλλονται παράλληλα προσπάθειες για την επίτευξη του κοινού συνολικού στόχου της διατήρησης ή της αποκατάστασης των τύπων οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης.

33. Υπάρχουν διαθέσιμα εργαλεία για τη στήριξη της εφαρμογής μέτρων διατήρησης, της ευαισθητοποίησης ή της ανάπτυξης ικανοτήτων μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών;

Η υλοποίηση του δικτύου Natura 2000 θα πρέπει να περιλαμβάνει διαδικασίες για την ανάπτυξη ικανοτήτων σε τοπικό επίπεδο όσον αφορά τη διαχείριση των περιοχών του δικτύου Natura 2000. Συνιστάται ιδιαιτέρως η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών που να είναι προσβάσιμες σε όλα τα μέρη τα οποία συμμετέχουν στην υλοποίηση των σχεδίων διαχείρισης Natura 2000 ή των στόχων διατήρησης από τις αρμόδιες εθνικές ή περιφερειακές αρχές. Ορισμένα κράτη μέλη παρέχουν ήδη τέτοιου είδους υπηρεσίες.

Ο συμμετοχικός σχεδιασμός προβλέπει την παροχή σχετικών πληροφοριών σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και τη δυνατότητα λήψης διεπιστημονικών, άρτια τεκμηριωμένων από τεχνική άποψη μέτρων. Ο τρόπος με τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι αντιλαμβάνονται τον σχεδιασμό βασίζεται στην ποιότητα και την ποσότητα των διαθέσιμων πληροφοριών. Στις πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνονται ο προσδιορισμός των ομάδων-στόχων και ο ειδικός προγραμματισμός πληροφόρησης με τη χρήση διαφόρων εργαλείων και υλικών κατάλληλων για κάθε ομάδα. Είναι σημαντικό να προβλέπεται η κατανόησή τους και η διόρθωση τυχόν παρανοήσεων σχετικά με τους στόχους και τα μέτρα του δικτύου Natura 2000.

Η βιογεωγραφική διαδικασία Natura 2000 δημιουργήθηκε με σκοπό να διευκολυνθεί η ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών σχετικά με τη διαχείριση του Natura 2000 και να αναπτυχθεί η συνεργασία μεταξύ όλων των κρατών μελών και των περιφερειών. Διατίθενται χρηματοδοτικοί πόροι από τα ταμεία της ΕΕ για την ενίσχυση των ικανοτήτων για την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων διατήρησης με την εξασφάλιση της συμμετοχής βασικών τοπικών ενδιαφερομένων, όπως οι γεωργοί και οι ιδιοκτήτες δασών, ιδίως στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ, αλλά και στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE και άλλων προγραμμάτων χρηματοδότησης.

Διασφάλιση της μη υποβάθμισης των περιοχών Natura 2000

34. Τι σημαίνει στην πράξη η διασφάλιση της μη υποβάθμισης μιας περιοχής Natura 2000;

Η οδηγία για τους οικοτόπους (άρθρο 6 παράγραφος 2) επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφεύγονται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και η όχληση των ειδών χάριν των οποίων έχει οριστεί μια συγκεκριμένη περιοχή Natura 2000. Στην οδηγία για τα πτηνά (άρθρο 4 παράγραφος 4) προβλέπεται γενική υποχρέωση για την αποφυγή της υποβάθμισης των οικοτόπων ειδών πτηνών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ως λήψη «κατάλληλων μέτρων» νοείται η θέσπιση από το κράτος μέλος των απαιτούμενων νομικών και/ή συμβατικών μέτρων, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα αποφευχθεί η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων καθώς και η σημαντική όχληση των ειδών για τα οποία μια περιοχή έχει ενταχθεί στο Natura 2000.

Ασφαλώς, οι ιδιοκτήτες/διαχειριστές/χρήστες γης πρέπει να τηρούν κάθε νομικά δεσμευτική διάταξη που θεσπίζεται εν προκειμένω σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο (π.χ. διαδικασίες αδειών). Εάν λαμβάνονται μόνο συμβατικά μέτρα από ένα κράτος μέλος, είναι ευθύνη του εν λόγω κράτους μέλους να διασφαλίσει όχι μόνο ότι τα μέτρα αυτά είναι «κατάλληλα», κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 2, αλλά επίσης ότι εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να αποτρέπεται κάθε είδους υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και σημαντική όχληση των ειδών.

  • Τα «κατάλληλα μέτρα» που πρέπει να θεσπίζουν τα κράτη μέλη δεν περιορίζονται μόνον σε σκόπιμες ενέργειες, αλλά θα πρέπει να καλύπτουν οποιοδήποτε συμβάν θα μπορούσε να προκύψει τυχαία (πυρκαγιά, πλημμύρα κλπ.), στον βαθμό που το συμβάν είναι προβλέψιμο και μπορούν να ληφθούν προληπτικά μέτρα με στόχο την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για τη συγκεκριμένη περιοχή. Οι απρόβλεπτες φυσικές διαταραχές που αποτελούν μέρος της δυναμικής ενός οικοσυστήματος δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως υποβάθμισή του (καταιγίδες, πυρκαγιές, πλημμύρες, κλπ.).
  • Η απαίτηση της θέσπισης «κατάλληλων μέτρων» από τα κράτη μέλη δεν περιορίζεται ούτε στην αντιμετώπιση ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αλλά καλύπτει επίσης ορισμένες φυσικές εξελίξεις που ενδέχεται να επιδεινώσουν την κατάσταση διατήρησης των ειδών και των οικοτόπων που υπάρχουν στην περιοχή Natura 2000. Για παράδειγμα, στην περίπτωση φυσικής διαδοχής σε τύπους ημιφυσικών οικοτόπων, είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για την αναχαίτιση της διαδικασίας αυτής εάν αναμένεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στα είδη ή τους τύπους οικοτόπων για τα οποία ή τους οποίους έχει χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη περιοχή (ΔΕΕ, απόφαση στην υπόθεση C-06/04). Η διάταξη αυτή δεν ισχύει όταν η ενεργός διαχείριση δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει τη διαδικασία (π.χ. υποβάθμιση που οφείλεται στην κλιματική αλλαγή).
  • Η συγκεκριμένη απαίτηση ισχύει επίσης για δραστηριότητες που ασκούνταν ήδη στην περιοχή πριν από την υπαγωγή της στο δίκτυο Natura 2000. Αυτό σημαίνει ότι ενδέχεται να απαιτείται η απαγόρευση ή η τροποποίηση των συνεχιζόμενων δραστηριοτήτων εάν έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην περιοχή (ΔΕΕ, απόφαση στην υπόθεση C-404/09).
  • Εφόσον απαιτείται, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν επίσης για τη λήψη κατάλληλων μέτρων προς αποφυγή της υποβάθμισης εκτός των προστατευόμενων περιοχών, εφόσον υπάρχει κίνδυνος δυσμενών επιπτώσεων στους οικοτόπους ή στα είδη που απαντούν στις εν λόγω περιοχές.
  • Τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή της υποβάθμισης μιας περιοχής θα πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή πριν από την εμφάνιση σαφών συμπτωμάτων υποβάθμισης (ΔΕΕ, αποφάσεις στις υποθέσεις C-355/90 και C-117/00).

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι, στο πλαίσιο του δικτύου Natura 2000 οι ιδιοκτήτες /διαχειριστές/χρήστες γης πρέπει να αποφεύγουν κάθε ενέργεια που θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική διάρθρωση και τις οικολογικές λειτουργίες των προστατευόμενων οικοτόπων ή στην καταλληλότητα των οικοτόπων για τα προστατευόμενα είδη (π.χ. ως τόποι τροφοληψίας, ανάπαυσης ή αναπαραγωγής). Σημαίνει, επίσης, ότι πρέπει να αποφεύγουν ενέργειες που μπορεί να προκαλέσουν σημαντική όχληση των προστατευόμενων ειδών, ιδίως κατά τον χρόνο αναπαραγωγής τους, ανάπαυσης ή τροφοληψίας.

Κατά πόσον μια συγκεκριμένη ενέργεια θα οδηγήσει πράγματι στην υποβάθμιση μιας προστατευόμενης περιοχής ή όχι εξαρτάται επίσης από το σύνολο των οικολογικών συνθηκών της περιοχής Natura 2000 και από τον βαθμό διατήρησης των ειδών και των τύπων οικοτόπων που απαντούν σε αυτόν. Εάν αναμένεται να υπάρχουν αρνητικές επιπτώσεις στα εν λόγω είδη ή στους εν λόγω τύπους οικοτόπων, τότε πρέπει να ληφθούν προληπτικά μέτρα. Σε περίπτωση αμφιβολιών σχετικά με τις επιπτώσεις ενός συγκεκριμένου μέτρου, είναι σκόπιμη η τήρηση της αρχής της προφύλαξης.

Συνιστάται συνεπώς να διενεργείται χωριστή ανάλυση για κάθε περίπτωση. Η πρόβλεψη κατάλληλων μέτρων, ρυθμίσεων ή προϋποθέσεων μπορεί να περιλαμβάνεται, για παράδειγμα, στην κατάρτιση διαχειριστικών σχεδίων, προκειμένου να διασφαλίζεται η άσκηση ορισμένων εκ των υφιστάμενων δραστηριοτήτων κατά τρόπο ώστε να προλαμβάνεται τυχόν όχληση για τα είδη ή η υποβάθμιση των οικοτόπων ενωσιακής σημασίας.

Οι έμμεσες επιπτώσεις πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη. Ενδέχεται να απαιτηθούν ορισμένα προληπτικά μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η επιδείνωση λόγω εξωτερικών παραγόντων ή κινδύνων, όπως είναι οι δασικές πυρκαγιές, η ρύπανση των υδάτων ανάντη, κλπ., που μπορεί να μην σημειώνονται εντός της περιοχής Natura 2000 αλλά να έχουν αντίκτυπο σε αυτή.

Διατίθεται συλλογή των σημαντικότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, μεταξύ άλλων σχετικά με την υποχρέωση να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και η σημαντική όχληση των ειδών χάριν των οποίων μια περιοχή έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000.

35. Η υφιστάμενη διαχείριση πρέπει να ανταποκρίνεται στους στόχους διατήρησης της περιοχής Natura 2000;

Ναι. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας για τους οικοτόπους, πρέπει να αποφεύγεται κάθε υποβάθμιση οικοτόπων και σημαντική ενόχληση ειδών για τα οποία μια συγκεκριμένη περιοχή έχει χαρακτηριστεί περιοχή Natura 2000. Αυτό ισχύει και για τις δραστηριότητες που ασκούνταν ήδη πριν από την ένταξη μιας συγκεκριμένης περιοχής στο δίκτυο Natura 2000. Σε περίπτωση που προϋπάρχουσα δραστηριότητα σε περιοχή Natura 2000 προκαλεί την υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων ή όχληση στα είδη χάριν των οποίων η περιοχή έχει χαρακτηριστεί ως περιοχή Natura 2000, το πρόβλημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την αναχαίτιση της υποβάθμισης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 ή προληπτικών μέτρων διατήρησης που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Για να επιτευχθεί αυτό ενδέχεται να απαιτείται, κατά περίπτωση, η εξάλειψη των αρνητικών επιπτώσεων είτε με τη διακοπή της δραστηριότητας είτε με τη λήψη μέτρων μετριασμού. Είναι δυνατή η πρόβλεψη ορισμένων οικονομικών κινήτρων ή αποζημίωσης σε περίπτωση που οι προσπάθειες οι οποίες επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες δασών βαίνουν πέραν της συνήθους πρακτικής αειφόρου δασικής διαχείρισης.

Για παράδειγμα, είναι πιθανό για ορισμένα είδη πτηνών που φωλιάζουν στην περιοχή να απαιτηθεί η προσαρμογή του χρονοδιαγράμματος ορισμένων δραστηριοτήτων ή ο περιορισμός τους, προκειμένου να αποφευχθεί η όχληση για τα συγκεκριμένα είδη κατά τη διάρκεια ευαίσθητων περιόδων, ή σε εξαιρετικά ευαίσθητες περιοχές, προκειμένου να αποφευχθεί η υποβάθμιση συγκεκριμένων οικοτόπων ή φυσικών στοιχείων που υπάρχουν στην περιοχή.

Από την άλλη πλευρά, στις περιπτώσεις που οι υφιστάμενες δραστηριότητες έχουν θετική επίδραση, συνιστάται η ενίσχυση ή η βελτιστοποίησή τους ώστε να μεγιστοποιηθεί η δυνητική συμβολή της εν εξελίξει διαχείρισης στην επίτευξη των στόχων διατήρησης.

36. Ποιος είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση και την επαλήθευση της συμμόρφωσης με αυτή την υποχρέωση μη υποβάθμισης;

Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη λήψη κατάλληλων μέτρων ώστε να αποφεύγονται τόσο η υποβάθμιση των τύπων οικοτόπων όσο και η σημαντική όχληση για τα είδη που απαντούν στις περιοχές Natura 2000 σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Σύμφωνα με πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν ειδικό, συνεκτικό και πλήρες νομικό καθεστώς, ικανό να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία των εν λόγω περιοχών. Ως εκ τούτου, είναι πιθανό να μην επαρκούν για τον σκοπό αυτό αμιγώς διοικητικά ή προαιρετικά μέτρα.

Οι αρμόδιες εθνικές ή περιφερειακές αρχές είναι επίσης επιφορτισμένες με το καθήκον να επαληθεύουν αν τα μέτρα για την αποφυγή τυχόν υποβάθμισης και σημαντικής όχλησης επιβάλλονται σε ικανοποιητικό βαθμό. Η βάση σύγκρισης για την αξιολόγηση της υποβάθμισης ή της όχλησης είναι ο βαθμός διατήρησης των οικοτόπων και των ειδών τη χρονική στιγμή κατά την οποία μια περιοχή προτείνεται ως τόπος κοινοτικής σημασίας. Πρέπει να γίνεται αντιπαραβολή με τις αρχικές συνθήκες που περιγράφονται στο τυποποιημένο έντυπο δεδομένων του Natura 2000. Όταν χρειάζεται, τα κράτη μέλη μπορούν να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ανάγκη επικαιροποίησης του τυποποιημένου εντύπου δεδομένων μια περιοχής Natura 2000 με βάση ορισμένους λόγους (π.χ. βελτίωση των επιστημονικών γνώσεων ή φυσικές εξελίξεις). Κατόπιν έγκρισης από την Επιτροπή, η κατάσταση που αποτυπώνεται στο επικαιροποιημένο τυποποιημένο έντυπο δεδομένων καθίσταται η νέα βάση σύγκρισης για την αξιολόγηση πιθανής υποβάθμισης ή όχλησης. Στις περιπτώσεις που σημειώνεται υποβάθμιση απαιτείται αποκατάσταση.

Διατίθεται συλλογή των aσημαντικότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, μεταξύ άλλων σχετικά με την υποχρέωση να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και η σημαντική όχληση των ειδών χάριν των οποίων μια περιοχή έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000.

Νέες δραστηριότητες στο πλαίσιο του δικτύου Natura 2000

37. Για ποια είδη δραστηριοτήτων απαιτείται η διαδικασία του άρθρου 6 παράγραφος 3; Τι νοείται ως σχέδιο στο πλαίσιο της οδηγίας για τους οικοτόπους και της οδηγίας για τα πτηνά;

Στην οδηγία για τους οικοτόπους δεν ορίζεται το «σχέδιο», αλλά στη νομολογία έχει καταδειχθεί ότι ο όρος αυτός χρήζει ευρείας ερμηνείας καθώς ο μοναδικός παράγοντας που ενεργοποιεί την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 33 της οδηγίας για τους οικοτόπους είναι αν το σχέδιο ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά μια προστατευόμενη περιοχή ή όχι. Στην περίπτωση σχεδίου έργου (project), ο ορισμός που χρησιμοποιείται στην οδηγία για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων εφαρμόζεται πλέον και στην οδηγία για τους οικοτόπους, σύμφωνα με τον οποίο ως σχέδιο νοείται η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων, καθώς και άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο.

Στην υπόθεση Waddensea (C-127/02) αποσαφηνίστηκε περαιτέρω ότι οι δραστηριότητες που ασκούνται περιοδικώς από πολλών ήδη ετών στον συγκεκριμένο τόπο αλλά για την άσκηση των οποίων χορηγείται ετησίως άδεια για περιορισμένη χρονική περίοδο, όπου κάθε άδεια συνεπάγεται νέα αξιολόγηση τόσο της δυνατότητας ασκήσεως αυτής της δραστηριότητας όσο και του τόπου στον οποίο αυτή μπορεί να ασκηθεί, θα πρέπει να θεωρηθεί, κάθε φορά που ζητείται άδεια, ως αυτοτελές σχέδιο κατά την έννοια της οδηγίας περί οικοτόπων.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επίσης αποφανθεί ότι στα σχέδια περιλαμβάνονται:

  • επαναλαμβανόμενες και μικρής κλίμακας δραστηριότητες (υποθέσεις C-127/02, C-226/08)
  • η εντατικοποίηση μιας δραστηριότητας (υπόθεση C-127/02)
  • οι τροποποιήσεις δραστηριοτήτων (C-72/95)
  • δραστηριότητες που εκτελούνται εκτός του τόπου αλλά που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτόν (υποθέσεις C-98/03, C-418/04)

Επιπλέον, έχει αποφανθεί ότι:

  • η δυνατότητα γενικής απαλλαγής ορισμένων δραστηριοτήτων δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 3 (C-256/98, C-6/04, C-241/08, C-418/04, C-538/09) και
  • το μέγεθος του σχεδίου δεν έχει σημασία καθώς δεν αποκλείει αφ’ εαυτού το ενδεχόμενο να βλάψει σημαντικά έναν προστατευόμενο τόπο (υπόθεση C-98/03, υπόθεση C-418/04).

Η λέξη «σχέδιο» έχει επίσης, για τους σκοπούς του άρθρου 6 παράγραφος 3, δυνητικά πολύ ευρεία σημασία. Κατ’ αναλογία, στην οδηγία ΣΠΕ 2001/42/ΕΚ, στο άρθρο 2 στοιχείο α) της εν λόγω οδηγίας τα σχέδια και τα προγράμματα ορίζονται ως εξής:

«Σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και οι τροποποιήσεις τους:

  • που εκπονούνται και/ή εγκρίνονται από μια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή που εκπονούνται από μια αρχή προκειμένου να εγκριθούν, μέσω νομοθετικής διαδικασίας, από το Κοινοβούλιο ή την Κυβέρνηση, και
  • που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων».

Κατά συνέπεια, η ανάγκη κατάλληλης εκτίμησης ενός σχεδίου θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση, τον σκοπό και το περιεχόμενο του σχεδίου, και όχι απλώς σε σχέση με το αν ονομάζεται «σχέδιο». Παραδείγματα σχεδίων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε μια προστατευόμενη περιοχή είναι: σχέδια χρήσης γης και διαχείρισης δασών που αφορούν περιοχές Natura 2000, κλπ.

Τα σχέδια αυτά είναι σκόπιμο να εξετάζουν και να ενσωματώνουν πλήρως τους στόχους διατήρησης του Natura 2000, ώστε να αποφεύγεται κάθε πιθανός σημαντικός αντίκτυπος στις εν λόγω περιοχές. Σε κάθε περίπτωση, η μικρή πιθανότητα επέλευσης σημαντικού αρνητικού αντικτύπου πρέπει να επαληθεύεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων (έλεγχος του σχεδίου) και να τεκμηριώνεται δεόντως. Το σχέδιο δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε πλήρη δέουσα εκτίμηση κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους εάν πληρούται αυτή η προϋπόθεση.

Είναι χρήσιμο να υπενθυμιστεί ότι τα σχέδια που είναι άμεσα συνδεόμενα ή αναγκαία για τη διαχείριση που αποσκοπεί στη διατήρηση μιας περιοχής Natura 2000 (δηλαδή σχέδια διαχείρισης Natura 2000) δεν χρειάζεται να υποβάλλονται στη διαδικασία αδειοδότησης της οδηγίας για τους οικοτόπους. Γενικά θεωρείται ότι οι επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων για την περιοχή Natura 2000 λαμβάνονται πλήρως υπόψη στη διαδικασία σχεδιασμού της διαχείρισης του Natura 2000 και ότι, συνεπώς, δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η εν λόγω εκτίμηση. Ωστόσο, εάν ένα σχέδιο αυτού του είδους περιλαμβάνει και ένα σκέλος που δεν αφορά τη διατήρηση, ενδέχεται να απαιτείται κατάλληλη εκτίμηση (C-241/08) εάν δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων στη συγκεκριμένη περιοχή.

Διατίθεται μια συλλογή των σημαντικότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συμμόρφωση με τη διαδικασία του άρθρου 6 παράγραφος 3.

3 Βλ. κατευθυντήριες γραμμές για τις διατάξεις του άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους: https://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/docs/art6/natura_2000_assess_en.pdf

38. Στην περίπτωση σχεδίου που ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις σε περιοχή του δικτύου Natura 2000, το σχέδιο απορρίπτεται αυτομάτως; Εάν όχι, ποιες διαδικασίες πρέπει να ακολουθούνται; Πώς λειτουργεί η διαδικασία αδειοδότησης για νέα σχέδια;

Τα σχέδια που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 δεν απορρίπτονται αυτομάτως. Πρέπει, ωστόσο, να υποβάλλονται σε εκτίμηση πολλαπλών σταδίων ως προς τις επιπτώσεις τους για την περιοχή με βάση τους στόχους διατήρησής της.

Τα pστάδια είναι τα εξής:

  • Βήμα 1: έλεγχος – σε αυτό το αρχικό στάδιο καθορίζεται αν ένα σχέδιο πρέπει να υποβληθεί σε κατάλληλη εκτίμηση ή όχι. Εάν είναι πιθανό να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 ή εάν δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο σημαντικών επιπτώσεων, τότε απαιτείται η διενέργεια δέουσας εκτίμησης (ΔΕ). Συνιστάται τα κυριότερα στοιχεία του ελέγχου να καταγράφονται σε έγγραφο για την περίπτωση που αυτό ζητηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
  • Βήμα 2: δέουσα εκτίμηση (ΔΕ) – εφόσον αποφασιστεί ότι απαιτείται διενέργεια ΔΕ, πρέπει να διεξαχθεί λεπτομερής ανάλυση των πιθανών επιπτώσεων του σχεδίου, καθεαυτού ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια, στην ακεραιότητα της περιοχής Natura 2000 λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής της.
  • Βήμα 3: λήψη απόφασης - εάν από την δέουσα εκτίμηση συναχθεί το συμπέρασμα ότι θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στην ακεραιότητα της περιοχής, θα πρέπει να εξεταστεί αν μπορούν να εφαρμοστούν προληπτικά μέτρα ή μέτρα μετριασμού για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυτών.

Τα εν λόγω μέτρα μετριασμού των επιπτώσεων πρέπει να συνδέονται άμεσα με τις πιθανές επιπτώσεις που έχουν προσδιοριστεί στη δέουσα εκτίμηση και μπορούν να καθορίζονται μόνον κατόπιν πλήρους εκτίμησης και περιγραφής των επιπτώσεων αυτών στο πλαίσιο της δέουσας εκτίμησης. Ο προσδιορισμός των μέτρων μετριασμού των επιπτώσεων, όπως και η εκτίμηση των επιπτώσεων αυτή καθαυτή, πρέπει να βασίζεται στην ορθή κατανόηση των σχετικών ειδών και οικοτόπων. Τα μέτρα μετριασμού ενδέχεται, για παράδειγμα, να περιλαμβάνουν αλλαγές ή περιορισμούς στις ημερομηνίες και στο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης ορισμένων δραστηριοτήτων (για παράδειγμα, αποφυγή εκτέλεσης ορισμένων εργασιών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής ενός συγκεκριμένου είδους). Εάν τα εν λόγω μέτρα μετριασμού μπορούν να άρουν ή να αποσοβήσουν με επιτυχία τις αρνητικές επιπτώσεις που έχουν προσδιοριστεί, τότε είναι δυνατή η έγκριση του σχεδίου. Εάν όχι, θα πρέπει να απορριφθεί.

  • Βήμα 4: Το άρθρο 6 παράγραφος 4 προβλέπει ορισμένες παρεκκλίσεις στον γενικό αυτό κανόνα. Ως εκ τούτου, εάν συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σχέδιο θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις σε μια περιοχή Natura 2000, μπορεί παρόλα αυτά να εγκριθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, εάν το σχέδιο θεωρείται αναγκαίο για επιτακτικούς λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος και εφόσον λαμβάνονται τα αναγκαία αντισταθμιστικά μέτρα για την προστασία της συνοχής του δικτύου Natura 2000. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει επίσης να ενημερώνεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, εάν στη συγκεκριμένη περιοχή πλήττονται είδη ή τύποι οικοτόπων προτεραιότητας, απαιτείται γνωμοδότηση της Επιτροπής.

Βλ. το διάγραμμα ροής σχετικά με τη διαδικασία του άρθρου 6 παράγραφος 3.

39. Ποια είναι η σχέση μεταξύ της απαίτησης μη υποβάθμισης δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 2 και της διαδικασίας του άρθρου 6 παράγραφος 3;

Οι συγκεκριμένες δύο διατάξεις αποτελούν στην πραγματικότητα τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και οι δύο παράγραφοι, 2 και 3, του άρθρου 6 αποσκοπούν στην πρόληψη τυχόν σημαντικών αρνητικών επιπτώσεων σε περιοχές του δικτύου Natura 2000. Στην περίπτωση του άρθρου 6 παράγραφος 2, η υποχρέωση συνίσταται στη λήψη κατάλληλων μέτρων ώστε να αποφεύγεται «η υποβάθμιση … ή οι σημαντικές ενοχλήσεις». Το άρθρο 6 παράγραφος 3 αφορά πιο συγκεκριμένα τα νέα σχέδια τα οποία θα μπορούσαν να «παραβλάψουν την ακεραιότητα του τόπου». Σε αντίθεση με το άρθρο 6 παράγραφος 2 όπου δεν προβλέπεται δυνατότητα εξαίρεσης, στο άρθρο 6 παράγραφος 4 προβλέπεται ένα καθεστώς παρέκκλισης που καθιστά δυνατή την υλοποίηση σχεδίων με αρνητικές επιπτώσεις υπό αυστηρά περιορισμένες προϋποθέσεις (έλλειψη διαθέσιμης εναλλακτικής λύσης, επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, αντισταθμιστικά μέτρα κλπ.). Συνεπώς, οι στόχοι των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 6 είναι κατά γενικό κανόνα παρόμοιοι.

Ως εκ τούτου, εάν ένα σχέδιο έχει επιτραπεί ενώ δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 6 παράγραφος 3, μπορεί επίσης να διαπιστωθεί και παράβαση του άρθρου 6 παράγραφος 2. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που διαπιστωθεί η υποβάθμιση ενός οικοτόπου ή η όχληση ενός είδους για χάριν των οποίων έχει ορισθεί η συγκεκριμένη ζώνη (υποθέσεις C-304/05, C-388/05, και C-404/09). Κάθε σχέδιο που έχει επιτραπεί σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 3 και 4 θα συμμορφώνεται επίσης προς το άρθρο 6 παράγραφος 2.

Διατίθεται μια συλλογή των σημαντικότερων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συμμόρφωση με το άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3.

40. Τι πρέπει να νοείται με τον όρο «επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος»;

Οι «επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος αναφέρονται σε καταστάσεις στις οποίες μπορεί να καταδειχθεί ότι το προγραμματιζόμενο σχέδιο είναι απολύτως αναγκαίο. Ο όρος «επιτακτικοί» δείχνει ότι το σχέδιο είναι απαραίτητο, όχι απλώς κάτι το επιθυμητό. Επίσης, εμπεριέχει το αίσθημα του επείγοντος — ότι, δηλαδή, για το κοινό καλό, το σχέδιο πρέπει να υλοποιηθεί το συντομότερο δυνατόν.

Όσον αφορά τη φράση «υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος», μόνον τα δημόσια συμφέροντα, ανεξαρτήτως αν προωθούνται από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, μπορούν να σταθμιστούν με τους στόχους διατήρησης της οδηγίας. Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να υπερτερεί, δηλαδή το σχέδιο πρέπει να είναι αρκούντως σημαντικό ώστε η πλάστιγγα να γείρει προς την πλευρά του και όχι προς την πλευρά του συνολικού στόχου διατήρησης των οδηγιών για τους οικοτόπους και τα πτηνά.

Αν ένα σχέδιο παραβλάπτει την ακεραιότητα μιας περιοχής Natura 2000 η οποία φιλοξενεί τύπους οικοτόπων και/ή είδη ενωσιακής σημασίας που θεωρούνται «προτεραιότητας», οι προϋποθέσεις για το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον είναι αυστηρότερες. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν μόνον εάν οι επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος αφορούν την υγεία του ανθρώπου και τη δημόσια ασφάλεια, ή έχουν υπέρτερες ευεργετικές συνέπειες για το περιβάλλον, ή πρόκειται για άλλους επιτακτικούς λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έχει γνωμοδοτήσει θετικά πριν από την έγκριση του σχεδίου.

41. Απαιτείται εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 6 παράγραφος 3 και για σχέδια σε περιοχές εκτός του δικτύου Natura 2000;

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 3, η δέουσα εκτίμηση δεν απαιτείται μόνον για δραστηριότητες εντός μιας περιοχής Natura 2000 αλλά και για κάθε σχέδιο το οποίο «είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά» την περιοχή.

Συνεπώς, η διαδικασία του άρθρου 6 παράγραφος 3 εφαρμόζεται σε όλα τα σχέδια, ανεξαρτήτως αν βρίσκονται εντός ή εκτός της περιοχής του δικτύου Natura 2000 (π.χ. αποστράγγιση εκτάσεων ανάντη).

42. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη δέουσα εκτίμηση (ΔΕ), στην εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ) και τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (ΣΠΕ);

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ της δέουσας εκτίμησης δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους και της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων στο πλαίσιο της οδηγίας ΕΠΕ ή ΣΠΕ. Συχνά μάλιστα οι δύο αυτές διαδικασίες εκτίμησης διενεργούνται ταυτόχρονα ως μια ενιαία διαδικασία, και περιλαμβάνουν αντίστοιχες ενέργειες (διαλογή, αξιολόγηση, δημόσια διαβούλευση, λήψη αποφάσεων). Ωστόσο, υπάρχουν επίσης μερικές σημαντικές διαφορές.

Κάθε μία από τις δύο διαδικασίες έχει διαφορετικό απώτερο σκοπό και αξιολογεί τις επιπτώσεις με διαφορετική εστίαση. Στην περίπτωση της ΣΠΕ/ΕΠΕ, η εκτίμηση αφορά τις επιπτώσεις στην πανίδα και τη χλωρίδα εν γένει ενώ η ΔΕ επικεντρώνεται ρητά στα προστατευόμενα είδη και τους τύπους των οικοτόπων ενωσιακής σημασίας που υπάγονται στο δίκτυο Natura 2000. Μια ΣΠΕ ή μια ΕΠΕ δεν μπορεί συνεπώς να αντικαταστήσει ή να υποκαταστήσει μια δέουσα εκτίμηση, και καμία από τις δύο διαδικασίες δεν υπερισχύει της άλλης.

Το αποτέλεσμα της κάθε διαδικασίας εκτίμησης είναι επίσης διαφορετικό. Στην περίπτωση της ΕΠΕ ή της ΣΠΕ, οι αρχές και οι προτείνοντες πρέπει απλώς να λάβουν υπόψη τις επιπτώσεις. Αντίθετα, στην περίπτωση της ΔΕ, το αποτέλεσμα της αξιολόγησης είναι νομικά δεσμευτικό για την αρμόδια αρχή. Έτσι, αν η ΔΕ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι θα υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις, ή αν δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων στην ακεραιότητα μιας περιοχής Natura 2000, τότε η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ή το έργο ως έχει.

Επίσης, η διαδικασία αδειοδότησης του Natura 2000 δεν περιορίζεται σε ορισμένους τύπους σχεδίων. Εφαρμόζεται για κάθε σχέδιο που ενδέχεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο σε περιοχή του δικτύου Natura 2000.

Χρηματοδότηση της διατήρησης και της διαχείρισης των περιοχών Natura 2000

43. Τα μέτρα διατήρησης του Natura 2000 συνεπάγονται πάντοτε κόστος;

Όχι πάντοτε. Αυτό εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το είδος των μέτρων και τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία εφαρμόζονται. Υπάρχουν ορισμένα μέτρα διατήρησης τα οποία δεν συνεπάγονται κανένα κόστος ούτε μειωμένο εισόδημα, ή τα οποία μπορούν να ενσωματωθούν εύκολα χωρίς πρόσθετο κόστος ή απώλεια εισοδήματος στις καθημερινές δραστηριότητες διαχείρισης (π.χ. η μεταβολή της σύνθεσης των ειδών των δασοσυστάδων, όταν η σύνθεση αυτή δεν είναι βιώσιμη από οικονομική και οικολογική άποψη, μέσω της εισαγωγής παραγωγικών ειδών δένδρων που αντιστοιχούν στη φυσική βλάστηση, ή απλώς η διασφάλιση της συνέχισης των υφιστάμενων πρακτικών διαχείρισης των δασών εφόσον αυτές έχουν αποδειχθεί επωφελείς για την επίτευξη ή τη διαφύλαξη ικανοποιητικού βαθμού διατήρησης των ειδών και των τύπων οικοτόπων που υπάρχουν μια περιοχή Natura 2000).

Κάποια μέτρα διατήρησης μπορούν ακόμη και να αποφέρουν οικονομικά οφέλη σε βραχυπρόθεσμο ή πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα (π.χ. δημιουργία καλύτερων συνθηκών για το κυνήγι ειδών θηραμάτων, λιγότερες ζημίες από τα θηράματα, καλύτερες δυνατότητες ερασιτεχνικής αλιείας χάρη στη φιλικότερη προς τους ποταμούς δασοπονία, μεγαλύτερο τουριστικό ενδιαφέρον, φιλικότερες προς τη φύση και λιγότερο δαπανηρές δασοκομικές μέθοδοι, βελτιωμένες συνθήκες εδάφους κλπ.).

Ωστόσο, υπάρχουν αναπόφευκτα ορισμένα μέτρα διατήρησης τα οποία πράγματι συνεπάγονται κόστος, επειδή προϋποθέτουν τη διάθεση πρόσθετου ανθρώπινου δυναμικού, απαιτούν νέες επενδύσεις σε νέες υποδομές ή εξοπλισμό, ή επειδή μειώνουν τις εμπορικές ευκαιρίες που έχει στη διάθεσή του ο ιδιοκτήτης. Αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση.

Η Επιτροπή συνιστά ιδιαιτέρως να παρέχεται, στο πλαίσιο των σχεδίων διαχείρισης Natura 2000, και μια εκτίμηση του κόστους εφαρμογής καθενός από τα μέτρα διατήρησης που έχουν προσδιοριστεί για την εκάστοτε περιοχή, καθώς και να εξετάζονται επίσης όλες οι πιθανές πηγές χρηματοδότησης σε τοπικό, εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, τόσο από δημόσιες όσο και από ιδιωτικές πηγές. Συνιστάται επίσης να διερευνάται η δυνατότητα χρήσης καινοτόμων καθεστώτων αυτοχρηματοδότησης (π.χ. μέσω της πώλησης προϊόντων Natura 2000, του οικοτουρισμού, ενισχύσεων για τη διατήρηση της ποιότητας των υδάτων κλπ. – βλ. παραδείγματα στην ερώτηση 45).

44. Πόσο κοστίζει συνολικά η διαχείριση του δικτύου Natura 2000;

Η αποτελεσματική διαχείριση και αποκατάσταση των περιοχών του δικτύου Natura 2000 σε ολόκληρη την ΕΕ-28 απαιτεί σημαντικές οικονομικές επενδύσεις. Το 2007 η Επιτροπή εκτίμησε ότι θα χρειαστούν περίπου 5,8 δισ. EUR ανά έτος στην ΕΕ-27 για τη διαχείριση και την αποκατάσταση των περιοχών του δικτύου. Ωστόσο, η χρήση διαφόρων μέσων της ΕΕ μέχρι στιγμής είναι κατά πολύ χαμηλότερη από τις χρηματοδοτικές ανάγκες του Natura 2000 όπως καθορίζονται από τα κράτη μέλη, καλύπτοντας μόλις το 20% των αναγκών αυτών4.

Πλην όμως, το κόστος αυτό υπερκαλύπτεται σε σημαντικό βαθμό από τα πολλαπλά κοινωνικοοικονομικά οφέλη τα οποία παρέχουν οι περιοχές που περιλαμβάνονται στο δίκτυο. Εκτός του ότι διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην προστασία της βιοποικιλότητας της Ευρώπης, οι περιοχές Natura 2000 παρέχουν επιπλέον ένα ευρύ φάσμα άλλων οφελών και οικοσυστημικών υπηρεσιών στην κοινωνία. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες της Επιτροπής, εκτιμάται ότι τα οφέλη που απορρέουν από τις ζώνες που έχουν χαρακτηριστεί περιοχές του δικτύου Natura 2000 είναι της τάξεως των 200 έως 300 δισ. EUR/έτος.

Παρότι αυτά τα αριθμητικά στοιχεία παρέχουν μόνο μια πρώτη εκτίμηση, τα προκαταρκτικά αποτελέσματα καταδεικνύουν ήδη ότι τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει το δίκτυο Natura 2000 στην κοινωνία υπερτερούν κατά πολύ του κόστους που συνδέεται με τη διαχείριση και την προστασία του σημαντικού αυτού πόρου – και αντιπροσωπεύουν μάλιστα μόνον ένα μέρος των πιθανών οφελών του.

Η ακριβής αναλογία κόστους-οφέλους εξαρτάται προφανώς από ένα φάσμα παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης των περιοχών και της χρήσης γης σε αυτές, αλλά όλα τα στοιχεία μέχρι στιγμής υποδεικνύουν ότι ένα δίκτυο Natura 2000 με άρτια διαχείριση θα υπερκαλύπτει σαφώς το κόστος που σχετίζεται με τη διατήρησή του.

Παραδείγματα για τα οικονομικά οφέλη του Natura 2000:

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ:

Το Natura 2000 ήδη αποδεικνύεται σημαντική κινητήριος δύναμη για πολλές τοπικές οικονομίες μέσω της προσέλκυσης τουριστών, των οποίων οι δαπάνες στηρίζουν τις τοπικές οικονομίες. Εκτιμάται ότι οι δαπάνες στις οποίες προβαίνουν οι επισκέπτες των περιοχών του δικτύου Natura 2000 κυμαίνονται περίπου σε 50–85 δισ. EUR/έτος (το 2006). Εάν ληφθούν υπόψη μόνον οι δαπάνες εκείνων των επισκεπτών που συνδέονται συγκεκριμένα με τον χαρακτηρισμό των περιοχών Natura 2000 (σε αντιδιαστολή με τις φυσικές ζώνες εν γένει), το εύρος των δαπανών κυμαίνεται σε 9–20 δισ. EUR/έτος το 2006, που παράγονται από περίπου 350 εκατομμύρια ημέρες υποδοχής επισκεπτών.

Η συνολική δαπάνη που παράγεται από τους κλάδους τουρισμού και αναψυχής στηρίζει από 4,5 έως 8 εκατομμύρια θέσεις πλήρους απασχόλησης. Τα οφέλη που δημιουργούνται από τους επισκέπτες σε σχέση με το Natura 2000 στηρίζουν από 800.000 έως 2 εκατομμύρια θέσεις πλήρους απασχόλησης, επί συνόλου περίπου 13 εκατομμυρίων θέσεων πλήρους απασχόλησης στον τομέα του τουρισμού εντός της ΕΕ των 27 (το 2008). Επιπλέον, οι προστατευόμενες ζώνες μπορούν να παράσχουν πρόσθετα οφέλη στην τοπική και περιφερειακή οικονομία, προσελκύοντας εισροές επενδύσεων και ενισχύοντας την τοπική εικόνα και την ποιότητα ζωής.

ΥΔΑΤΑ:

Μπορεί να επιτευχθεί εξοικονόμηση χρημάτων μέσω της αξιοποίησης του φυσικού κεφαλαίου, εξοικονομώντας το κόστος καθαρισμού των υδάτων και παροχής ύδρευσης. Ο καθαρισμός των υδάτων και η παροχή ύδρευσης αποτελούν σημαντικές οικοσυστημικές υπηρεσίες που παρέχονται από τα φυσικά οικοσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προστατευόμενων ζωνών όπως οι περιοχές Natura 2000. Διάφορες μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, μεταξύ των οποίων το Μόναχο, το Βερολίνο, η Βιέννη, το Όσλο, η Μαδρίτη, η Σόφια, η Ρώμη και η Βαρκελώνη επωφελούνται από τη φυσική διήθηση με διάφορους τρόπους. Οι δήμοι αυτοί εξοικονομούν χρήματα από την επεξεργασία των υδάτων χάρη στη φυσική επεξεργασία που προσφέρουν τα οικοσυστήματα. Η εξοικονόμηση αυτή μπορεί να μετακυλιστεί στους καταναλωτές, οδηγώντας σε χαμηλότερο κόστος υπηρεσιών κοινής ωφελείας για τους κατοίκους της ΕΕ.

Τα στοιχεία από τέσσερις ευρωπαϊκές πόλεις, συγκεκριμένα το Βερολίνο, τη Βιέννη, το Όσλο και το Μόναχο, παρέχουν μια εικόνα των οφελών που προσφέρουν οι προστατευόμενες ζώνες για τον καθαρισμό των υδάτων και την παροχή ύδρευσης. Με τη χρήση της μεταφοράς οφελών, μπορεί να εκτιμηθεί ότι τα ετήσια οικονομικά οφέλη από τον καθαρισμό των υδάτων κυμαίνονται από 7 έως 16 εκατ. EUR, ενώ από την παροχή ύδρευσης από 12 έως 91 εκατ. EUR ανά πόλη. Τα μέσα κατά κεφαλήν οφέλη κυμαίνονται από 15 έως 45 EUR ανά έτος τόσο για τον καθαρισμό των υδάτων όσο και για την παροχή ύδρευσης συνδυαστικά για τις τέσσερις ευρωπαϊκές πόλεις που αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλυσης, σε σύγκριση με τους μέσους οικιακούς λογαριασμούς νερού, της τάξεως των 200 EUR ανά έτος στην περίπτωση της Γερμανίας.

45. Ποιος είναι αρμόδιος για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης του δικτύου; Υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια της ΕΕ για τη στήριξη της διαχείρισης που αποσκοπεί στη διατήρηση των περιοχών Natura 2000;

Ως δίκτυο που εκτείνεται σε ολόκληρη την ΕΕ, το Natura 2000 βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών. Αντιπροσωπεύει έναν σημαντικό κοινό πόρο που είναι ικανός να παρέχει πολλαπλά οφέλη στην κοινωνία και στην οικονομία της Ευρώπης. Όμως αποτελεί επίσης μια κοινή ευθύνη που απαιτεί επαρκείς οικονομικές επενδύσεις προκειμένου να καταστεί πλήρως λειτουργική.

Παρότι η κύρια αρμοδιότητα για τη χρηματοδότηση του Natura 2000 εναπόκειται στα κράτη μέλη, το άρθρο 8 της οδηγίας για τους οικοτόπους αναγνωρίζει την ανάγκη για παροχή στήριξης σε επίπεδο ΕΕ για τη διαχείριση του Natura 2000 και συνδέει ρητώς την υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων διατήρησης με την παροχή συγχρηματοδότησης από την ΕΕ.

Οι απαιτήσεις διαχείρισης του Natura 2000 έχουν ενσωματωθεί σε διάφορες χρηματοδοτικές ροές της ΕΕ, όπως τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΤΠΑ), το ταμείο αγροτικής ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ), το πρόγραμμα LIFE κλπ.

Αυτή η προσέγγιση ενσωμάτωσης επιλέχθηκε για διάφορους λόγους:

  • διασφαλίζει ότι η διαχείριση των περιοχών του δικτύου Natura 2000 εντάσσεται στις ευρύτερες πολιτικές της ΕΕ για τη διαχείριση της γης·
  • επιτρέπει στα κράτη μέλη να θέτουν προτεραιότητες και να αναπτύσσουν πολιτικές και μέτρα που αντικατοπτρίζουν τις εθνικές και περιφερειακές τους ιδιαιτερότητες·
  • συμβάλλει στην αποφυγή των περιττών επαναλήψεων και αλληλεπικαλύψεων των διαφόρων χρηματοδοτικών μέσων της ΕΕ, καθώς και των διοικητικών επιπλοκών που συνδέονται με τέτοιου είδους επαναλήψεις.

Υπάρχουν διάφορες δυνατότητες χρηματοδότησης στο πλαίσιο των νέων ταμείων της ΕΕ για την περίοδο 2014-2020, αλλά επαφίεται στις αρχές των κρατών μελών να αποφασίσουν αν και με ποιον τρόπο οι εν λόγω δυνατότητες θα αξιοποιηθούν σε μια συγκεκριμένη χώρα/περιοχή.

Για την καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων κονδυλίων της ΕΕ, η Επιτροπή ενθάρρυνε τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μια πιο στρατηγική προσέγγιση πολυετούς προγραμματισμού για τη χρηματοδότηση του Natura 2000. Αυτή λαμβάνει τη μορφή πλαισίων δράσης προτεραιότητας, στα οποία καθορίζονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες και οι στρατηγικές προτεραιότητες για το Natura 2000 σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο για την περίοδο 2014-2020. Τα εν λόγω πλαίσια δράσης προτεραιότητας είναι ειδικά σχεδιασμένα ώστε να διευκολύνουν την ενσωμάτωση κατάλληλων μέτρων διατήρησης, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τα δάση, στα νέα επιχειρησιακά προγράμματα για τα διάφορα χρηματοδοτικά μέσα της ΕΕ (SEC(2011) 1573 τελικό).

46. Προβλέπονται ειδικά μέτρα στο πλαίσιο του κανονισμού της ΕΕ για την αγροτική ανάπτυξη για τη στήριξη του Natura 2000;

Ναι, προβλέπεται ειδικό μέτρο που αφορά τις ενισχύσεις στο πλαίσιο του Natura 2000 και της οδηγίας πλαισίου για τα ύδατα. Σύμφωνα με τον νέο κανονισμό για το ΕΓΤΑΑ (1305/2013), οι ενισχύσεις στο πλαίσιο του Natura 2000 χορηγούνται ετησίως και ανά εκτάριο, προκειμένου να αποζημιωθούν οι δικαιούχοι για τις πρόσθετες δαπάνες και για την απώλεια εισοδήματος που απορρέουν από τα μειονεκτήματα των σχετικών περιοχών, τα οποία σχετίζονται με την εφαρμογή της οδηγίας για τους οικοτόπους και της οδηγίας για τα πτηνά. Η στήριξη χορηγείται σε γεωργούς και σε ιδιώτες δασοκαλλιεργητές και σε ενώσεις ιδιωτών δασοκαλλιεργητών. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις μπορεί επίσης να χορηγείται και σε άλλους διαχειριστές γης (άρθρο 30).

Οι ενισχύσεις στο πλαίσιο του Natura 2000 διατίθενται για πράξεις που σχετίζονται με τα μειονεκτήματα και τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί περιοχές Natura 2000 και καθορίζονται σε σχέδια διαχείρισης ή άλλα ισοδύναμα μέσα. Οι εν λόγω περιορισμοί πρέπει να έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, δηλαδή πρέπει να πληρούνται από το σύνολο των διαχειριστών γης στις αντίστοιχες περιοχές και να συνδέονται με τις διατάξεις που αφορούν τη διατήρηση ή την αποκατάσταση των οικοτόπων και των ειδών, καθώς και την αποφυγή της υποβάθμισης και της διατάραξής τους.

Το μέτρο αυτό είναι διαθέσιμο και στους ιδιοκτήτες δασών εφόσον συμπεριλαμβάνεται από τα κράτη μέλη στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

47. Προβλέπονται άλλα μέτρα στο πλαίσιο του κανονισμού της ΕΕ για την αγροτική ανάπτυξη που θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στη χρηματοδότηση του Natura 2000; Ποιος μπορεί να επωφεληθεί από αυτή τη χρηματοδότηση;

Ναι, προβλέπονται και άλλα μέτρα στο πλαίσιο του νέου κανονισμού για το ΕΓΤΑΑ που θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στη χρηματοδότηση του Natura 2000. Τα σημαντικότερα εξ αυτών είναι τα εξής:

Άρθρο 21: Επενδύσεις στην ανάπτυξη δασικών περιοχών και στη βελτίωση της βιωσιμότητας των δασών, οι οποίες περιλαμβάνουν:

  • τη δάσωση και τη δημιουργία δασικών εκτάσεων (άρθρο 22)·
  • την εγκατάσταση γεωργοδασοκομικών συστημάτων (άρθρο 23)·
  • την πρόληψη και αποκατάσταση ζημιών σε δάση εξαιτίας δασικών πυρκαγιών, φυσικών καταστροφών, συμπεριλαμβανομένων των παρασίτων, των ασθενειών, καθώς και των καταστροφικών συμβάντων και συμβάντων που σχετίζονται με την αλλαγή του κλίματος (άρθρο 24)·
  • τις επενδύσεις οι οποίες βελτιώνουν την ανθεκτικότητα και την περιβαλλοντική αξία των δασικών οικοσυστημάτων ή βελτιώνουν το δυναμικό των οικοσυστημάτων για μετριασμό της αλλαγής του κλίματος (άρθρο 25)· τις επενδύσεις σε δασοκομικές τεχνολογίες και στην επεξεργασία, κινητοποίηση και εμπορία δασικών προϊόντων (άρθρο 26)

: Δασοπεριβαλλοντικές και κλιματικές υπηρεσίες και διατήρηση των δασών.

Άρθρο 35: Συνεργασία.

Βάσει του νέου κανονισμού απαιτείται το 30 % τουλάχιστον της συνολικής συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης να προορίζεται για περιβαλλοντικά ζητήματα και για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτήν μέσω στήριξης για επενδύσεις που αφορούν το περιβάλλον και το κλίμα, για επενδύσεις στα δάση (άρθρα 21 και 34), για γεωργοπεριβαλλοντικά και κλιματικά μέτρα, για τη βιολογική γεωργία, για περιοχές που αντιμετωπίζουν φυσικά ή άλλα μειονεκτήματα και για ενισχύσεις στο πλαίσιο του Natura 2000.

48. Θα πρέπει οι πρόσθετες δαπάνες ή η απώλεια εισοδήματος να βαρύνουν μόνο τους ιδιοκτήτες/διαχειριστές γης;

Ενώ τα οφέλη της εφαρμογής συγκεκριμένων μέτρων διατήρησης περιέρχονται στην κοινωνία συνολικά, θα ήταν άδικο το κόστος της εφαρμογής των εν λόγω μέτρων, είτε πρόκειται για το άμεσο κόστος είτε για την απώλεια νόμιμου εισοδήματος, να βαρύνει τους ιδιοκτήτες/διαχειριστές των σχετικών εκτάσεων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να έχουν τους δικούς τους κανόνες για τον χειρισμό αυτού του ζητήματος και σε πολλές περιπτώσεις στηρίζουν τους ιδιοκτήτες και διαχειριστές γης όταν επιθυμούν να προωθήσουν κάποιο είδος διαχείρισης που συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες ή απώλεια εισοδήματος. Υπάρχουν διαθέσιμοι χρηματοδοτικοί πόροι για την κάλυψη τέτοιου είδους δαπανών, π.χ. από ταμεία της ΕΕ, ειδικότερα από το ΕΓΤΑΑ.

49. Θα πρέπει να προβλέπεται πάντοτε χρηματική αποζημίωση για το κόστος των μέτρων διαχείρισης του Natura 2000;

Είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν για ορισμένα μέτρα διατήρησης είναι δυνατή η χορήγηση χρηματικής αποζημίωσης, ειδικότερα για μέτρα τα οποία στερούν από τον ιδιοκτήτη έσοδα τα οποία θα ανέμενε να αποκομίσει στο πλαίσιο αειφόρου διαχείρισης των δασών ή για τα οποία απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις χωρίς παραγωγική απόδοση. Επιχορηγήσεις, συμβατικές συμφωνίες, φορολογικές ελαφρύνσεις, τεχνική συνδρομή κλπ. αποτελούν πιθανές επιλογές για την αποζημίωση ιδιοκτητών για απώλεια εισοδήματος, για παροχή υπηρεσιών στην κοινωνία συνολικά και, κατά περίπτωση, για απόσβεση κεφαλαίου.

Η αποφυγή της υποβάθμισης αποτελεί νομική υποχρέωση που απορρέει από την οδηγία για τους οικοτόπους, για την οποία καταρχήν δεν απαιτείται αποζημίωση. Ωστόσο, οι αποφάσεις για την παροχή οικονομικών κινήτρων ή αντισταθμιστικών πληρωμών πρέπει να λαμβάνονται σε επίπεδο κρατών μελών, ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες. Για παράδειγμα, όταν επιβάλλονται περιορισμοί ή υποχρεώσεις στη διαχείριση που εφαρμόζεται κατά παράδοση σε μια περιοχή, οι οποίοι προκαλούν απώλεια εισοδήματος ή πρόσθετες δαπάνες, ενδέχεται να συνιστάται η χορήγηση κατάλληλης αποζημίωσης στους ιδιοκτήτες γης. Αυτό μπορεί επίσης να γίνει σε περίπτωση που η υποχρέωση μη υποβάθμισης υπερβαίνει την καθημερινή επαγρύπνηση για την αποφυγή της υποβάθμισης και απαιτεί σημαντικά προληπτικά μέτρα διαχείρισης (π.χ. απομάκρυνση χωροκατακτητικού είδους που έχει εξαπλωθεί στην περιοχή).

50. Ποια μέτρα είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του χρηματοδοτικού μέσου LIFE της ΕΕ για τη στήριξη της χρηματοδότησης μέτρων διατήρησης σε περιοχές Natura 2000;

Το LIFE έχει χρηματοδοτήσει κατά το παρελθόν μεγάλο αριθμό έργων διατήρησης της φύσης και θα εξακολουθήσει να χρηματοδοτεί μέτρα διατήρησης στις περιοχές Natura 2000 κυρίως μέσω έργων του τομέα «Φύση και Βιοποικιλότητα» του προγράμματος LIFE.

Πρόσκληση υποβολής προτάσεων εκδίδεται κάθε έτος, και στο πλαίσιο της διατίθενται σχεδόν 100 εκατ. EUR για έργα που αποσκοπούν στη στήριξη της διατήρησης της φύσης και της βιοποικιλότητας εν γένει. Από το LIFE συγχρηματοδοτείται ποσοστό έως 60 % των δαπανών επιλεγμένων έργων του τομέα «Φύση και Βιοποικιλότητα» του προγράμματος LIFE.

Είναι επίσης δυνατή η στόχευση της διατήρησης της φύσης μέσω έργων που περιλαμβάνουν κυρίως δράσεις επικοινωνίας· στην περίπτωση αυτή, οι αιτούντες θα πρέπει να μελετήσουν τη δέσμη εγγράφων για την αίτηση στον τομέα «Περιβαλλοντική διακυβέρνηση και πληροφόρηση» του προγράμματος LIFE.

Τέλος, είναι επίσης δυνατή η στόχευση της διατήρησης περιοχών του δικτύου Natura 2000 στο πλαίσιο ενός πολύ ευρύτερου έργου που αφορά το δίκτυο Natura 2000 συνολικά σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Για περισσότερες λεπτομέρειες, οι αιτούντες (συνήθως εθνικές/περιφερειακές διοικήσεις) θα πρέπει να ανατρέξουν στη δέσμη εγγράφων για την αίτηση για ολοκληρωμένα έργα του προγράμματος LIFE.

51. Υπάρχουν άλλες ευκαιρίες και κίνητρα χρηματοδότησης για το Natura 2000 σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο;

Ναι, υπάρχουν επίσης πολλές δυνατότητες συνεισφοράς στη διαχείριση και τη διατήρηση της φύσης μέσω εθνικών και περιφερειακών προγραμμάτων, δεδομένου ότι η κύρια αρμοδιότητα για τη χρηματοδότηση των περιοχών του δικτύου Natura 2000 ανήκει στα επιμέρους κράτη μέλη. Σε ορισμένα κράτη μέλη υπάρχουν εθελοντικές συμφωνίες για τη διαχείριση των περιοχών Natura 2000 κατά τρόπο που ευνοεί τη διατήρηση της περιοχής και/ή συμβάσεις διαχείρισης για τη διατήρηση ειδών και οικοτόπων οι οποίες χρηματοδοτούνται από εθνικά κονδύλια.

Σε ορισμένες χώρες, οι ιδιοκτήτες γης μπορούν επίσης να επωφελούνται από κίνητρα όπως απαλλαγές από τον φόρο ακίνητης περιουσίας και άλλα φορολογικά πλεονεκτήματα (π.χ. στο Βέλγιο).

Επιπλέον, σε ορισμένα κράτη μέλη, οι ιδιοκτήτες γης δικαιούνται σε κάθε περίπτωση πλήρη αποζημίωση για τις πρόσθετες δαπάνες και για απώλεια εισοδήματος σε ζώνες του δικτύου Natura 2000 π.χ. όταν ο χαρακτηρισμός δασικών οικοτόπων συνεπάγεται ορισμένους περιορισμούς στην παραγωγή ξυλείας στη Σουηδία.

Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων

52. ¿Cómo es posible saber si el estado de conservación de la especie o del hábitat ha mejorado en toda su área de distribución natural dentro de la UE?

Σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας για τους οικοτόπους, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εποπτεία της κατάστασης της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος. Η κατάσταση της διατήρησης όλων των ειδών και των οικοτόπων ενωσιακής σημασίας αξιολογείται σε τακτική βάση στο πλαίσιο των εξαετών εκθέσεων προόδου που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας για τους οικοτόπους και με το άρθρο 12 της οδηγίας για τα πτηνά. Ο στόχος είναι να προσδιοριστεί η κατάσταση διατήρησης κάθε είδους ή κάθε τύπου οικοτόπου σε ολόκληρη την περιοχή της φυσικής του κατανομής εντός της ΕΕ. Έχουν καθοριστεί τέσσερις κατηγορίες κατάστασης διατήρησης: Ικανοποιητική (FV), Μη ικανοποιητική-Ανεπαρκής (U1), Μη ικανοποιητική-Κακή (U2), και Άγνωστη (XX).

Σε ορισμένα κράτη μέλη (π.χ. Αυστρία, Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο) έχει αναπτυχθεί πρόγραμμα συστηματικής παρακολούθησης για την παρακολούθηση του επιπέδου διατήρησης σε διάφορες περιοχές.

Ο απώτερος στόχος, ασφαλώς, είναι η επίτευξη «ικανοποιητικής» κατάστασης διατήρησης για όλους τους τύπους οικοτόπων και τα είδη, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία για τους οικοτόπους. Αυτό όμως θα χρειαστεί χρόνο για να επιτευχθεί. Οι εν λόγω τύποι οικοτόπων και τα είδη επιλέχθηκαν επειδή απειλούνταν ή ήταν σπάνια, που σημαίνει ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η κατάσταση της διατήρησής τους ήταν ήδη κακή εξαρχής. Επομένως, θα μεσολαβήσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι να αποδώσουν καρπούς τα μέτρα διατήρησης που έχουν εφαρμοστεί, όσον αφορά τη βελτίωση της συνολικής κατάστασης της διατήρησης των ειδών ή των οικοτόπων σε ολόκληρη την ΕΕ.

Επί του παρόντος καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη του στόχου αυτού και οι πλέον πρόσφατες αξιολογήσεις κατάστασης διατήρησης δημοσιεύθηκαν το 2015.

53. Ποιες είναι οι υποχρεώσεις παρακολούθησης σε επιμέρους περιοχές Natura 2000; Ποιος είναι αρμόδιος εν προκειμένω; Με ποιον τρόπο μπορεί να πληροφορηθεί κανείς την πλέον πρόσφατη κατάσταση διατήρησης ενός συγκεκριμένου είδους ή ενός συγκεκριμένου τύπου οικοτόπου στην περιοχή του;

Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για την παρακολούθηση της κατάστασης των τύπων οικοτόπων και των ειδών ενωσιακής σημασίας στο επίπεδο κάθε επιμέρους περιοχής του δικτύου Natura 2000 στην επικράτειά του. Η ευθύνη αυτή ανατίθεται στις αρμόδιες αρχές σε κάθε χώρα. Τα πλέον πρόσφατα αποτελέσματα της παρακολούθησης σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο θα πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού, για παράδειγμα στους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων αρχών.

Ωστόσο, οι ιδιώτες ιδιοκτήτες ή διαχειριστές γης δεν έχουν υποχρέωση να παρακολουθούν την κατάσταση των ειδών και των τύπων οικοτόπων που υπάρχουν στις ιδιόκτητες εκτάσεις τους. Εάν βέβαια επιθυμούν να το πράξουν, αυτό είναι απολύτως θεμιτό, καθώς πρόκειται σε κάθε περίπτωση για πολύ χρήσιμες πληροφορίες, για παράδειγμα, προκειμένου να λαμβάνεται έγκαιρη προειδοποίηση για επικείμενη υποβάθμιση.

Ο βαθμός διατήρησης ενός συγκεκριμένου είδους ή τύπου οικοτόπου σε μια περιοχή του δικτύου Natura 2000 καταγράφεται και επικαιροποιείται στο τυποποιημένο έντυπο δεδομένων το οποίο δημοσιοποιείται για κάθε περιοχή Natura 2000. Οι αρμόδιες αρχές και οι διαχειριστές των περιοχών Natura 2000 ενδέχεται επίσης να είναι σε θέση να παρέχουν σχετικές αναλυτικές πληροφορίες.

54. Ποιες υποχρεώσεις προβλέπονται όσον αφορά την παρακολούθηση των μέτρων διατήρησης στις περιοχές Natura 2000;

Το άρθρο 11 της οδηγίας για τους οικοτόπους υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την εποπτεία της κατάστασης διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος. Το άρθρο 17 παράγραφος 1 απαιτεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα διατήρησης που εφαρμόζονται σε περιοχές του δικτύου Natura 2000, καθώς και εκτίμηση των επιπτώσεων αυτών των μέτρων.

Στο πλαίσιο του νέου μορφότυπου υποβολής εκθέσεων δυνάμει του άρθρου 17 (που υιοθετήθηκε για την υποβολή εκθέσεων για την περίοδο 2007-2012) ζητούνται πληροφορίες βάσει των οποίων θα είναι δυνατό να αξιολογείται τόσο η συνεισφορά του δικτύου Natura 2000 στην κατάσταση της διατήρησης των οικοτόπων και των ειδών όσο και η συνολική αποτελεσματικότητα του δικτύου.

Στον νέο αυτό μορφότυπο υποβολής εκθέσεων περιλαμβάνεται η απαίτηση υποβολής στοιχείων σχετικά με την εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης ή άλλων μέσων που χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για τη διαχείριση του δικτύου τους, τις περιοχές που επηρεάζονται από σχέδια για τα οποία ήταν αναγκαία η εφαρμογή αντισταθμιστικών μέτρων, καθώς και τα κυριότερα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διασφάλιση της συνοχής του δικτύου Natura 2000 σύμφωνα με το άρθρο 10.

Λαμβανομένης υπόψη της υποχρέωσης των κρατών μελών να υποβάλλουν στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή μέτρων διατήρησης και τον αντίκτυπο των μέτρων στην κατάσταση διατήρησης, συνιστάται η δημιουργία μηχανισμού παρακολούθησης για τα μέτρα διατήρησης στο επίπεδο κάθε επιμέρους περιοχής. Ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει μετρήσιμα και σαφώς επαληθεύσιμα κριτήρια και δείκτες για τη διευκόλυνση της παρακολούθησης και της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων.

Η παρακολούθηση στο πλαίσιο του Natura 2000 συνήθως αποτελεί ευθύνη των αρμόδιων αρχών. Συνιστάται στενή συνεργασία μεταξύ των αρχών για τη διατήρηση της φύσης και των ιδιοκτητών και των διαχειριστών γης.

Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων είναι ουσιώδους σημασίας προκειμένου να είναι δυνατή η προσαρμογή των στόχων και μέτρων διατήρησης σε τυχόν σημαντικές φυσικές ή άλλες εξελίξεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τη διατήρηση των οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος που βρίσκονται στην εκάστοτε περιοχή Natura 2000.

Η προστασία των ειδών και των οικοτόπων ενωσιακής σημασίας σε ολόκληρη την περιοχή της φυσικής κατανομής τους, εκτός των περιοχών του δικτύου Natura 2000

55. Οι εκτάσεις που βρίσκονται εκτός του δικτύου Natura 2000 διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στη διατήρηση των ειδών και των οικοτόπων ενωσιακής σημασίας;

Ναι, οι εκτάσεις που βρίσκονται εκτός του δικτύου Natura 2000 πράγματι μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση των οικοτόπων και των ειδών ενωσιακού ενδιαφέροντος, ειδικότερα εκείνων που είναι ευάλωτα στον κατακερματισμό ή στην απομόνωση. Πρόκειται για εκτάσεις που μπορούν να συμβάλουν στην ουσιαστική βελτίωση της οικολογικής συνοχής του δικτύου και στη λειτουργική συνδεσιμότητα των περιοχών Natura 2000.

Οι εκτάσεις που βρίσκονται εκτός του δικτύου Natura 2000 μπορούν επίσης να αποτελέσουν πρόσθετο καταφύγιο για τα είδη και τους τύπους οικοτόπων εκτός των ορίων των περιοχών του δικτύου. Αυτό είναι πολύ χρήσιμο στην περίπτωση ειδών και οικοτόπων που καταλαμβάνουν εκτεταμένα εδάφη (π.χ. αρκούδα και λύγκας) ή έχουν ευρεία κατανομή (π.χ. παρόχθια δάση) καθώς μόνον ένα μέρος των συνολικών τους πόρων περιλαμβάνεται στο δίκτυο Natura 2000 (ενίοτε λιγότερο από 50%). Οι περιοχές αυτές που βρίσκονται εκτός του δικτύου Natura 2000 είναι αναγκαίες για την επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης.

Το άρθρο 10 της οδηγίας για τους οικοτόπους ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προωθήσουν τη διαχείριση χαρακτηριστικών του τοπίου στα οποία αποδίδεται πρωταρχική σημασία για τη μετανάστευση, τη γεωγραφική κατανομή και τη γενετική ανταλλαγή αγρίων ειδών πανίδας και χλωρίδας. Τέτοιου είδους μέτρα μπορούν επίσης να αφορούν εκτάσεις που δεν έχουν χαρακτηριστεί περιοχές Natura 2000. Το άρθρο 10 έχει πρακτικές συνέπειες για τους ιδιοκτήτες και διαχειριστές γης μόνον εάν τα κράτη μέλη έχουν λάβει ειδικά μέτρα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ορισμένες χώρες αντιμετωπίζουν το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο εθνικών ή περιφερειακών στρατηγικών (π.χ. Εθνικό Δίκτυο Φύσης στις Κάτω Χώρες, Ecoforests στη Λετονία, Schémas Régionaux de Cohérence Ecologique στη Γαλλία, Στρατηγική οικολογικής συνδεσιμότητας στην Ισπανία). Η πρωτοβουλία για τις πράσινες υποδομές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενθαρρύνει περαιτέρω τα κράτη μέλη να λάβουν τέτοιου είδους μέτρα.

Η σημασία των περιοχών που βρίσκονται εκτός του δικτύου Natura 2000 για τα πτηνά αποτυπώνεται στο άρθρο 3 στοιχείο α) και στο άρθρο 4 της οδηγίας για τα πτηνά που απαιτούν από τα κράτη μέλη να καταβάλλουν προσπάθειες για τη συντήρηση και διευθέτηση των οικοτόπων που βρίσκονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό των ζωνών προστασίας σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις και για την αποφυγή της ρύπανσης ή της υποβάθμισης των οικοτόπων.

56. Τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση προστατεύονται και εκτός των περιοχών Natura 2000;

Οι δύο οδηγίες της ΕΕ για τη φύση απαιτούν επίσης την προστασία ορισμένων ειδών σε ολόκληρη την ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός των περιοχών Natura 2000, προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρησή τους σε ολόκληρη την περιοχή της φυσικής κατανομής τους στην ΕΕ. Καλύπτονται όλα τα είδη των πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στην ΕΕ καθώς και άλλα είδη που απαριθμούνται στα παραρτήματα IV και V της οδηγίας για τους οικοτόπους.

Επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται επίσης να διασφαλίζουν τη διαφύλαξη, διατήρηση ή αποκατάσταση επαρκούς ποικιλίας και επιφάνειας οικοτόπων για όλα τα είδη άγριων πτηνών στο ευρωπαϊκό έδαφος (άρθρο 3 της οδηγίας για τα πτηνά). Η απαίτηση αυτή ενδέχεται να συνεπάγεται τη λήψη μέτρων προστασίας οικοτόπων που βρίσκονται εκτός του δικτύου Natura 2000.

Όσον αφορά τις διατάξεις για την προστασία των ειδών σε ολόκληρη την περιοχή φυσικής κατανομής τους, οι δύο οδηγίες απαιτούν από τα κράτη μέλη να απαγορεύσουν τις εξής ενέργειες:

  • εκ προθέσεως θανάτωση ή σύλληψη προστατευόμενων ειδών με οιονδήποτε τρόπο·
  • εκ προθέσεως καταστροφή ή συλλογή αυγών ή φωλιών, ή αποκομιδή, συλλογή, κοπή, εκρίζωση ή καταστροφή προστατευόμενων φυτών·
  • βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης·
  • εκ προθέσεως όχληση, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, τη νεογνική περίοδο, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση·
  • κατοχή, εμπορία και μεταφορά δειγμάτων που έχουν συλλεγεί από το φυσικό περιβάλλον.

Αυτές οι απαγορεύσεις, όπως έχουν μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία, πρέπει να τηρούνται από όλους τους ιδιοκτήτες, χρήστες και διαχειριστές γης.

Διατίθεται περαιτέρω καθοδήγηση σχετικά με τις διατάξεις για την προστασία των ειδών δυνάμει της οδηγίας για τους οικοτόπους.

57. Επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις από τις διατάξεις περί προστασίας των ειδών και, αν ναι, υπό ποιες περιστάσεις;

Οι παρεκκλίσεις από τις διατάξεις για την προστασία των ειδών σε ολόκληρη την περιοχή φυσικής κατανομής τους (βλ. Ερώτηση 46) επιτρέπονται σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. για να προληφθούν σοβαρές ζημίες στις καλλιέργειες, στην κτηνοτροφία, στα δάση, στην αλιεία και στα ύδατα), εφόσον δεν υφίσταται άλλη ικανοποιητική λύση και οι συνέπειες αυτών των παρεκκλίσεων δεν είναι ασυμβίβαστες με τους συνολικούς στόχους των οδηγιών.

Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή παρεκκλίσεων καθορίζονται στο άρθρο 9 της οδηγίας για τα πτηνά και στο άρθρο 16 της οδηγίας για τους οικοτόπους.

Διατίθεται περαιτέρω καθοδήγηση σχετικά με τις διατάξεις για την προστασία των ειδών δυνάμει της οδηγίας για τους οικοτόπους.

Επικοινωνία, συνεργασία, ενεργός συμμετοχή ενδιαφερόμενων μερών

58. Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος των ιδιοκτητών και διαχειριστών γης στην εφαρμογή του Natura 2000;

Η υλοποίηση του Natura 2000 αποτελεί ευθύνη των κρατών μελών αλλά έχει πολύ σημαντικές συνέπειες για τους ιδιοκτήτες και διαχειριστές εκτάσεων γης και η συμμετοχή τους είναι καίριας σημασίας. Αποτελεί πραγματική ανάγκη και είναι όντως πολύτιμη η εξασφάλιση της εμπλοκής τους ήδη από πρώιμο στάδιο. Οι ιδιοκτήτες γης γνωρίζουν την ιδιοκτησία τους, έχουν τους δικούς τους στόχους σε επίπεδο διαχείρισης και μπορούν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στον καθορισμό και στην εφαρμογή των μέτρων διαχείρισης στη γη τους. Ως εκ τούτου, αποτελούν σημαντικούς εταίρους στο πλαίσιο της ανάπτυξης και της επιτυχούς υλοποίησης του Natura 2000.

Συνιστάται ιδιαιτέρως η εκπόνηση και ανάπτυξη σχεδίων διαχείρισης που εξετάζουν τους ειδικούς ανά περιοχή στόχους διατήρησης και περιλαμβάνουν μέτρα διατήρησης στις περιοχές Natura 2000. Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται η συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών προκειμένου να διερευνώνται στον μέγιστο δυνατό βαθμό οι επιλογές που ανταποκρίνονται σε διαφορετικές προσδοκίες, να αντιμετωπίζονται και να αποφεύγονται πιθανές συγκρούσεις και να εντοπίζονται λύσεις για την αντιστάθμιση τυχόν οικονομικής ζημίας (πρόσθετων δαπανών και διαφυγόντος εισοδήματος) που θα μπορούσε να προκληθεί από συγκεκριμένα μέτρα διατήρησης τα οποία υπερβαίνουν τη συνήθη πρακτική στο πλαίσιο της αειφόρου διαχείρισης.

59. Γιατί είναι σημαντική η συμμετοχή των διαφόρων ομάδων ενδιαφερόμενων μερών στον καθορισμό των στόχων διατήρησης της φύσης και στην κατάρτιση των σχεδίων διαχείρισης Natura 2000;

Δεδομένου ότι ο στόχος του Natura 2000 είναι να συμβάλει στη διασφάλιση της βιοποικιλότητας λαμβανομένων παράλληλα υπόψη των κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών απαιτήσεων, συνιστάται ιδιαιτέρως ο εκ των προτέρων εντοπισμός και η συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών στην κατάρτιση και την ανάπτυξη των μέτρων που αφορούν τη διατήρηση των δασών στις περιοχές του δικτύου Natura 2000.

Η διαχείριση των περιοχών Natura 2000 μπορεί να αφορά λιγότερο ή περισσότερο άμεσα τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι αρχές και οι ιδιοκτήτες και διαχειριστές γης διαδραματίζουν τον σημαντικότερο ρόλο στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων αλλά θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις άλλων ενδιαφερομένων μερών, ειδικότερα των τοπικών κοινοτήτων και άλλων χρηστών της γης, των ΜΚΟ, των κυνηγών, των ερασιτεχνών αλιέων κλπ., που μπορεί να είναι σε θέση να συμβάλουν στη διαδικασία με τις γνώσεις και την πείρα που διαθέτουν.

Η συμμετοχή του κοινού στον σχεδιασμό και στην κατάρτιση ειδικών ανά περιοχή στόχων διατήρησης και μέτρων διατήρησης για μια περιοχή του δικτύου Natura 2000 παρέχει τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι απόψεις των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται στη συγκεκριμένη περιοχή ή τη χρησιμοποιούν. Πρόκειται για μια εξαιρετική ευκαιρία να δημιουργηθεί μια κοινωνική ατμόσφαιρα που να ευνοεί περισσότερο τη διατήρηση του περιβάλλοντος. Οι πιθανότητες επιτυχίας θα αυξηθούν σημαντικά εάν παρέχεται ενημέρωση και διενεργείται διαβούλευση με τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά τη διαχείριση της περιοχής, εξασφαλίζοντας, ει δυνατόν, τη συμμετοχή τους. Μπορεί επίσης να αποτελέσει μια ευκαιρία για την ανάπτυξη μιας πολυκλαδικής και επαγγελματικής προσέγγισης καθώς και συνεργασίας και πιθανών συνεργειών μεταξύ διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών.

Η συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών αποτελεί μια ευκαιρία να αποφευχθούν ή να επιλυθούν πιθανές συγκρούσεις και να αξιοποιηθεί η γνώση και η πείρα τους. Δεδομένου ότι η κατάσταση διατήρησης των προστατευόμενων τύπων οικοτόπων και ειδών συχνά επηρεάζεται από τις δραστηριότητες ευρέος φάσματος ενδιαφερόμενων μερών (γεωργοί, δασοκόμοι, κυνηγοί, τουριστικός κλάδος κλπ.), η επικοινωνία με αυτά και μεταξύ αυτών είναι ουσιώδους σημασίας για την επίτευξη ολοκληρωμένης διαχείρισης και την εκπλήρωση των στόχων διατήρησης και άλλων στόχων με ισορροπημένο τρόπο.

60. Ποια στάδια θα πρέπει να περιλαμβάνει η συμμετοχική διαδικασία;

Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι διεξαγωγής συμμετοχικών διαδικασιών. Μια συμμετοχική διαδικασία για τη διαχείριση δασικών περιοχών του Natura 2000 θα μπορούσε να περιλαμβάνει τα ακόλουθα βασικά στάδια:

  • Εντοπισμός όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών.
  • Συγκρότηση, κατά περίπτωση, πολυμερούς ομάδας εργασίας ή συντονιστικής επιτροπής ενδιαφερόμενων μερών.
  • Καταγραφή αξιών, δικαιωμάτων, πόρων, εκτάσεων γης και εδαφών, και εκτίμηση επιπτώσεων.
  • Συμμετοχική εκτίμηση επιπτώσεων – καθορισμός θετικών και αρνητικών επιπτώσεων.
  • Αναλυτική και δημόσια πληροφόρηση σχετικά με τους στόχους διατήρησης και συζήτηση για τα προβλεπόμενα μέτρα. Στοχευμένη πληροφόρηση προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία αφορά άμεσα το θέμα.
  • Συζήτηση και προσδιορισμός των καλύτερων μέσων και μηχανισμών για την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων, λαμβανομένων υπόψη των χρηματοδοτικών πόρων, των αποζημιώσεων και του επιμερισμού των οφελών.
  • Διευκόλυνση σε περίπτωση αντικρουόμενων αξιώσεων, με τη χρήση κατάλληλων διαδικασιών επίλυσης συγκρούσεων.
  • Δημιουργία ενός συμμετοχικού μοντέλου παρακολούθησης με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών εξαρχής: τι πρέπει να παρακολουθείται, πώς, πότε, πού, από ποιον.
  • Εφαρμογή συμβουλευτικών υπηρεσιών.

61. Τι είδους πληροφορίες θα πρέπει να δημοσιοποιούνται;

Η ανοικτή πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες είναι εξαιρετικά σημαντική, ειδικότερα όσον αφορά πληροφορίες για τους στόχους και τα μέτρα διατήρησης, τις υποχρεώσεις, τις συστάσεις και τις συμφωνίες, τόσο στο επίπεδο των περιοχών Natura 2000 όσο και σε εθνικό/περιφερειακό επίπεδο. Πέραν των απαραίτητων διαβουλεύσεων, οι ιδιοκτήτες και διαχειριστές γης θα πρέπει να ενημερώνονται επαρκώς για τους λόγους και για τη σημασία των ειδικών ανά περιοχή στόχων και μέτρων διατήρησης στις περιοχές Natura 2000. Ως εκ τούτου, συνιστάται η δημοσιοποίηση λεπτομερούς περιγραφής των στόχων και των μέτρων διατήρησης, καθώς και κατάλληλων πληροφοριών σχετικά με τη θέση φυσικών στοιχείων καίριας σημασίας και των αντίστοιχων μέτρων διατήρησης. Σε αντίθεση με ορισμένα άλλα σχέδια (που ενδέχεται να περιέχουν ιδιωτικές και ευαίσθητες πληροφορίες), ένα σχέδιο διαχείρισης Natura 2000 αποτελεί κατά κανόνα δημόσια διαθέσιμο έγγραφο (βλ. επίσης ερώτηση 22).

Η κοινοποίηση σχετικών και κατανοητών πληροφοριών είναι υψίστης σημασίας για την ενίσχυση της αμοιβαίας κατανόησης και για την προώθηση του διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών. Αποτελεί επίσης απαραίτητη προϋπόθεση για εποικοδομητικές συζητήσεις σχετικά με τους στόχους και τα μέτρα διατήρησης. Ένα άρτιο σχέδιο επικοινωνίας απαιτεί την ανάπτυξη κατάλληλων στρατηγικών επικοινωνίας και ενημέρωσης σχετικά με τους γενικούς στόχους του Natura 2000, τους στόχους και τα μέτρα διατήρησης περιοχών κλπ. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει μια πολυμερή ομάδα εργασίας ή επιτροπή ενδιαφερόμενων μερών, ει δυνατόν, και την ανάπτυξη μιας διαφανούς διαδικασίας για τη διεξαγωγή των συνεδριάσεων και των διαβουλεύσεων (συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης, ενημερωτικά δελτία κλπ.). Είναι σημαντικό τα ενδιαφερόμενα μέρη να ενημερώνονται δεόντως όχι μόνο για τους περιορισμούς αλλά και για τις ευκαιρίες τις οποίες προσφέρει το Natura 2000.

62. Οι ιδιοκτήτες γης συχνά δυσκολεύονται να κατανοήσουν το Natura 2000. Πώς μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση αυτή;

Παρότι δεν προβλέπονται ρητώς υποχρεώσεις επικοινωνίας στην οδηγία για τους οικοτόπους, η Επιτροπή έχει τονίσει τη σημασία και την ανάγκη κοινοποίησης και επεξήγησης των στόχων του Natura 2000 στο ευρύ κοινό, και ειδικότερα στους ενδιαφερόμενους φορείς που συνδέονται άμεσα με την περιοχή, για τη διαχείριση των περιοχών Natura 2000. Η Επιτροπή έχει καταρτίσει χρήσιμα έγγραφα καθοδήγησης σχετικά με τις γενικές διατάξεις της οδηγίας για τα πτηνά και της οδηγίας για τους οικοτόπους καθώς και έγγραφα καθοδήγησης που απευθύνονται ειδικότερα σε συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς (βλ.: άρθρο 6 - Καθοδήγηση ανά τομέα).

Διατίθενται διάφορα εργαλεία για την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης, την παροχή συμβουλών και την ανάπτυξη ικανοτήτων σε τοπικό επίπεδο όσον αφορά τη διαχείριση μιας περιοχής Natura 2000 καθώς και για την ανάπτυξη μιας συμμετοχικής διαδικασίας (βλ. επίσης ερώτηση 34).

Το δίκτυο Natura 2000 σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βιώσιμης ανάπτυξης

63. Πώς λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις διατήρησης του Natura 2000 σε ευρύτερα χωροταξικά σχέδια ή αναπτυξιακά προγράμματα και πολιτικές;

Οι απαιτήσεις διατήρησης του Natura 2000 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την προετοιμασία και την υλοποίηση ευρύτερων χωροταξικών σχεδίων και αναπτυξιακών προγραμμάτων και πολιτικών. Αυτό γίνεται συνήθως κατά την εκπόνηση των εν λόγω σχεδίων, μέσω διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες μπορούν να παράσχουν χρήσιμες πληροφορίες ώστε να προβλεφθεί και να προληφθεί κάθε δυνητικός αντίκτυπος στις εν λόγω απαιτήσεις διατήρησης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, για παράδειγμα, με την χωροθέτηση των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων, για παράδειγμα αποφεύγοντας τις πλέον ευαίσθητες περιοχές.

Κάθε σχέδιο που ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις σε μια περιοχή Natura πρέπει να υπόκειται σε δέουσα εκτίμηση του δυνητικού του αντικτύπου στην ακεραιότητα της περιοχής σε συνάρτηση με τους στόχους διατήρησής της.

Η στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση (ΣΠΕ) παρέχει ένα εργαλείο για την αξιολόγηση, την πρόληψη και τον μετριασμό των δυνητικών επιπτώσεων στις απαιτήσεις διατήρησης των περιοχών Natura 2000 εφόσον συνδυάζει την επαρκή εξέταση των δυνητικών επιπτώσεων στις προστατευόμενες περιοχές με τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους όσον αφορά τη δέουσα εκτίμηση. (Βλέπε επίσης ερωτήσεις 39 και 43)

64. Πώς οι οδηγίες για τους οικοτόπους και τα πτηνά αλληλεπιδρούν με άλλα νομοθετήματα της ΕΕ για το περιβάλλον (οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα, ΕΠΕ, ΣΠΕ, οδηγία πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική)

Η οδηγία για τα πτηνά και η οδηγία για τους οικότοπους (οδηγίες για τη φύση) αλληλεπιδρούν με άλλα νομοθετήματα της ΕΕ για το περιβάλλον που έχουν και αυτά ως στόχο την επίτευξη μιας ικανοποιητικής οικολογικής κατάστασης στα λιμνοποτάμια και στα θαλάσσια οικοσυστήματα, όπως η οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα (ΟΠΥ) και η οδηγία πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική (ΟΠΘΣ).

Τόσο οι οδηγίες για τη φύση όσο και η οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα στοχεύουν στην εξασφάλιση υγιών υδατικών οικοσυστημάτων εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ισορροπία μεταξύ της προστασίας του νερού/της φύσης και της βιώσιμης χρήσης των φυσικών πόρων. Υπάρχουν πράγματι πολλές συνέργειες, καθώς η εφαρμογή των μέτρων στο πλαίσιο της ΟΠΥ εξυπηρετεί γενικά και τους στόχους των οδηγιών για τη φύση. Έχει εκπονηθεί μια σειρά από καθοδηγητικά έγγραφα για να υποστηριχθεί και να εναρμονιστεί η εφαρμογή των οδηγιών για τα πτηνά και τους οικοτόπους και η οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διατίθεται μια συνοπτική παρουσίαση των βασικών ζητημάτων σχετικά με τη διασύνδεση μεταξύ των νομοθετικών πράξεων της ΕΕ για τα ύδατα και τη φύση.

Οι οδηγίες για τη φύση συνδέονται επίσης σαφώς με την οδηγία πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική (ΟΠΘΣ) υπό την έννοια ότι όλες καλύπτουν ζητήματα που άπτονται της διατήρησης της βιοποικιλότητας στο θαλάσσιο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης να εξασφαλιστεί καλή κατάσταση διατήρησης ως προς τις πτυχές της βιοποικιλότητας που καλύπτει κάθε οδηγία. Μολονότι οι έννοιες της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης (ΚΠΚ, οδηγία πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική) και της ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης (ΙΚΔ, οδηγία για τους οικοτόπους) ή κατάσταση του πληθυσμού (οδηγία για τα πτηνά) δεν είναι κατ’ ανάγκη ισοδύναμες μπορούν να αλληλοενισχύονται. Τα μέτρα που εφαρμόζονται στο πλαίσιο των οδηγιών για τη φύση μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη των ευρύτερων στόχων της ΟΠΘΣ και αντιστρόφως. Διατίθενται οι απαντήσεις σε συχνές ερωτήσεις σχετικά με τη σχέση μεταξύ της οδηγίας πλαισίου για τη θαλάσσια στρατηγική και οι οδηγίες για τη φύση.

Όσον αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων διαφόρων σχεδίων στις περιοχές Natura 2000, υπάρχουν κοινά σημεία και συνέργειες μεταξύ της δέουσας εκτίμησης (ΔΕ) σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους και των εκτιμήσεων που διενεργούνται στο πλαίσιο των οδηγιών περί εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή περί στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης. Οι εν λόγω εκτιμήσεις πραγματοποιούνται συχνά από κοινού στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας.

Η ΔΕ πρέπει, ωστόσο, να εστιάζεται σαφώς στα προστατευόμενα είδη και τύπους των οικοτόπων ενωσιακής σημασίας που υπάγονται στο δίκτυο Natura 2000. Όταν ένα σχέδιο υπάγεται στην οδηγία ΕΠΕ ή ΣΠΕ, η εκτίμηση του άρθρου 6 μπορεί να αποτελέσει τμήμα των αντίστοιχων εκτιμήσεων, αν και πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να είναι σαφώς διακριτή και να ταυτοποιείται στη σχετική περιβαλλοντική δήλωση ή να δημοσιεύεται χωριστά (βλ. επίσης ερώτηση 43).

Περισσότερες πληροφορίες:

Περιπτωσιολογικές μελέτες σχετικά με τις συνέργειες μεταξύ της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα, της οδηγίας πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική και των οδηγιών για τη φύση και «Σύντομος οδηγός».

65. Πώς αλληλεπιδρούν οι οδηγίες για τους οικοτόπους και τα πτηνά με άλλες πολιτικές της ΕΕ (περιφερειακή, ΚΓΠ, ΚΑλΠ, μεταφορές, ενέργεια...)

Οι οδηγίες για τη φύση αλληλεπιδρούν με τις άλλες πολιτικές της ΕΕ με διάφορους τρόπους. Οι εν λόγω πολιτικές λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις για την προστασία της φύσης οι οποίες ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στηρίζουν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, τα κυριότερα ταμεία της ΕΕ που στηρίζουν τις βασικές πολιτικές της ΕΕ (περιφερειακή ανάπτυξη, συνοχή, κοινωνική πολιτική, γεωργία και αγροτική ανάπτυξη, θαλάσσια και αλιευτική πολιτική) ενσωματώνουν συναφείς στόχους και μέτρα για τη στήριξη της εφαρμογής και της ανάπτυξης των οδηγιών για τους οικοτόπους και τα πτηνά και του δικτύου Natura 2000.

Στο τρέχον δημοσιονομικό πλαίσιο, τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία (ΕΔΕΤ) υποστηρίζουν μια σειρά από θεματικούς στόχους στους οποίους περιλαμβάνεται η προστασία του περιβάλλοντος και η προώθηση της αποδοτικότητας ως προς τους πόρους. Οι εν λόγω θεματικοί στόχοι εξειδικεύονται σε ειδικές προτεραιότητες για κάθε ΕΔΕΤ.

Στις επενδυτικές προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και του Ταμείου Συνοχής περιλαμβάνεται η προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και του εδάφους και η προώθηση των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων, μεταξύ άλλων μέσω του δικτύου NATURA 2000, και των πράσινων υποδομών.

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας στηρίζει την προστασία και την αποκατάσταση της υδρόβιας βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων και περιλαμβάνει διάφορα μέτρα που αποσκοπούν να συμβάλουν στη διατήρηση των ειδών και των οικοτόπων που προστατεύονται από τις οδηγίες για τη φύση καθώς και στη διαχείριση, την αποκατάσταση και την παρακολούθηση των περιοχών Natura 2000.

Το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) περιλαμβάνει μεταξύ των προτεραιοτήτων του την αποκατάσταση, διατήρηση και ενίσχυση των οικοσυστημάτων που συνδέονται με τη γεωργία και τη δασοκομία, με ιδιαίτερη έμφαση στην αποκατάσταση, διατήρηση και ενίσχυση της βιοποικιλότητας, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών Natura 2000.

Η Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) περιλαμβάνει μια σειρά από διατάξεις για την προστασία και την ενίσχυση της βιοποικιλότητας και των φυσικών οικοσυστημάτων, («Οικολογικός προσανατολισμός»), που περιλαμβάνουν τη διατήρηση μόνιμων βοσκοτόπων και διαφόρων οικολογικά επωφελών στοιχείων σε συγκεκριμένες περιοχές οικολογικής εστίασης, καθώς και άλλα συναφή μέτρα.

Η κοινή αλιευτική πολιτική (ΚΑλΠ) περιλαμβάνει επίσης μια σειρά μέτρων για τη διατήρηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, συμπεριλαμβανομένων ειδικών διατάξεων για τη θέσπιση μέτρων διαχείρισης της αλιείας για τις περιοχές του Natura 2000 και άλλες προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές.

Όσον αφορά τις πολιτικές για τις aμεταφορές και την ενέργεια, οι διατάξεις για την προστασία της φύσης λαμβάνονται υπόψη στο επίπεδο του προγραμματισμού και ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των σχεδίων και των προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει εκδώσει ειδικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές και το δίκτυο Natura 2000 και σχετικά με τις εξελίξεις στον τομέα της αιολικής ενέργειας σε σχέση με το δίκτυο Natura 2000.

Παρέχεται επίσης καθοδήγηση για τη γεωργία, τη δασοκομία και την υδατοκαλλιέργεια σε σχέση με το δίκτυο Natura 2000 και για τις υποδομές μεταφοράς ενέργειας σε σχέση με το δίκτυο Natura 2000 (βλ. άρθρο 6 — Καθοδήγηση ανά τομέα: https://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/guidance_en.htm)

66. Τι είδους υπηρεσίες οικοσυστήματος παρέχουν στην κοινωνία οι περιοχές Natura 2000;

Το δίκτυο Natura 2000 παρέχει οφέλη στην κοινωνία και στην οικονομία μέσω μιας σειράς οικοσυστημικών υπηρεσιών. Σε αυτές περιλαμβάνεται η παροχή υλικών πόρων όπως το νερό ή οι βιώσιμες καλλιέργειες και η βιώσιμη ξυλεία (προμηθευτικές υπηρεσίες) και διεργασίες που ρυθμίζουν την ποιότητα του νερού και του αέρα ή προλαμβάνουν φυσικούς κινδύνους όπως οι πλημμύρες και η διάβρωση του εδάφους και μετριάζουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής με την αποθήκευση και δέσμευση άνθρακα (ρυθμιστικές υπηρεσίες). Οι περιοχές του δικτύου Natura 2000 προσφέρουν επίσης πολιτιστικές υπηρεσίες, για παράδειγμα φιλοξενώντας δραστηριότητες αναψυχής και τουριστικές δραστηριότητες ή συμβάλλοντας στη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας και στην αίσθηση του ανήκειν σε έναν τόπο. Οι επισκεπτοημέρες σε περιοχές Natura 2000 υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 1,2 έως 2,2 δισ. κάθε χρόνο και η αξία των αντίστοιχων οφελών σε όρους αναψυχής είναι 5 έως 9 δισ. ευρώ ετησίως.

Πρόσφατες μελέτες με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αξιολόγησαν και εκτίμησαν το συνολικό οικονομικό όφελος που παρέχεται από το δίκτυο Natura 2000. Η αξία του εν λόγω οφέλους από περιοχές του χερσαίου τμήματος του δικτύου Natura 2000 — υπολογιζόμενη με βάση τις υπάρχουσες μελέτες σε επιμέρους περιοχές και την αξία των υπηρεσιών που παρέχουν διάφοροι οικότοποι — εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 200 έως 300 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως αυτή τη στιγμή (δηλ. 2% με 3% του ΑΕΠ της ΕΕ). Το ύψος αυτό θα πρέπει να εκληφθεί ως μια πρώτη ενδεικτική εκτίμηση του μεγέθους των ετήσιων οφελών και όχι ως ένα ακριβές αποτέλεσμα.

Στην Ευρώπη, περίπου 4,4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και 405 δισεκατομμύρια EUR ετήσιων κύκλων εργασιών, εξαρτώνται άμεσα από την διατήρηση υγιών οικοσυστημάτων, σημαντικό μέρος των οποίων βρίσκεται εντός του δικτύου Natura 2000. Παρότι αυτά τα αριθμητικά στοιχεία παρέχουν μόνο μια πρώτη εκτίμηση, τα προκαταρκτικά αποτελέσματα καταδεικνύουν ήδη ότι τα οικονομικά οφέλη που προσφέρει το δίκτυο Natura 2000 υπερτερούν κατά πολύ του κόστους που συνδέεται με τη διαχείριση και την προστασία του σημαντικού αυτού πόρου. Το τελευταίο υπολογίζεται σε περίπου 5,8 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως — ένα πολύ μικρό μέρος της δυνητικής αξίας για την κοινωνία.

Διασφαλίζοντας την προστασία των περιοχών Natura 2000 και καθιστώντας υποχρεωτικά τα μέτρα διατήρησης, το δίκτυο ενισχύει τη λειτουργία των οικοσυστημάτων, τα οποία με τη σειρά τους αποφέρουν οφέλη για την κοινωνία και την οικονομία.

Περισσότερες πληροφορίες:

Το κόστος και τα οφέλη του δικτύου Natura 2000
Κοινωνικοοικονομικά οφέλη του θαλάσσιου δικτύου Natura 2000

Right navigation