Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων > Ισπανία

Τελευταία ενημέρωση: 01-02-2007
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων - Ισπανία

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Τι σημαίνει στην πράξη ο όρος: “επίδοση εγγράφων των διαδίκων και κοινοποίηση δικαστικών πράξεων”; 1.
2. Ποια έγγραφα ή πράξεις πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται στη διάρκεια της δίκης; 2.
3. Ποιος μπορεί να επιδώσει ένα έγγραφο των διαδίκων ή να κοινοποιήσει μια δικαστική πράξη; 3.
4. Πώς πραγματοποιείται η επίδοση ενός εγγράφου ή η κοινοποίηση μιας δικαστικής πράξης; 4.
5. Τι συμβαίνει, αν σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η άμεση προσωπική παράδοση ενός εγγράφου ή μιας πράξης στον παραλήπτη; (π.χ. επειδή απουσιάζει από την οικία του). 5.
6. Υπάρχει γραπτή απόδειξη της επίδοσης και κοινοποίησης; 6.
7. Ποιες είναι οι συνέπειες αν η επίδοση ή η κοινοποίηση δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το νόμο ή στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν έλαβε το έγγραφο (π.χ. σε περίπτωση που το έγγραφο παραδόθηκε σε άλλο πρόσωπο); 7.
8. Πρέπει να πληρώσω τα έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης; Aν ναι, πόσο υψηλά είναι; 8.

 

Η διαβίβαση μιας δικαστικής πράξης δεν συνίσταται απλώς στην αποστολή της με το ταχυδρομείο. Αν έχετε εμπλακεί σε δίκη, θα χρειαστεί να διαβιβάσετε διάφορα έγγραφα στον αντίδικο με τον οποίο έχετε την επίδικη διαφορά και θα λάβετε από αυτόν άλλα. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο κατοχυρώνεται δεόντως το δικαίωμα υπεράσπισης, βασική προϋπόθεση της οποίας είναι η γνώση για την ύπαρξη της δίκης. Από νομική άποψη αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει να κοινοποιηθούν ή να επιδοθούν έγγραφα ή πράξεις τόσο του δικαστηρίου όσο και των διαδίκων.

Η κλήση ή κλήτευση είναι κατά κανόνα η πρώτη από τις διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου με την οποία γνωστοποιείται στον αντίδικο η έναρξη της διαδικασίας· η κοινοποίησή της πραγματοποιείται από το ίδιο το δικαστήριο, υπό την ευθύνη του δικαστικού γραμματέα, μέσω δικαστικού υπαλλήλου, που παρουσιάζεται αυτοπροσώπως στην οικία του εναγομένου ή του προσώπου που εμπλέκεται με άλλο τρόπο στη δίκη.

Ωστόσο, αυτή η ανάγκη κοινοποίησης δεν υπάρχει μόνον κατά την έναρξη αλλά και κατά τις διάφορες φάσεις της δίκης και αφορά τόσο τα πρόσωπα που εκπροσωπούνται όσο και αυτά που δεν εκπροσωπούνται, αλλά πρέπει να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου (μάρτυρες, πραγματογνώμονες κ.λπ.). Στην Ισπανία, το ίδιο το δικαστήριο είναι αρμόδιο για τη διαβίβαση των εγγράφων, την κοινοποίηση των διαδικαστικών πράξεων και την επίδοση των αποφάσεών του στους διαδίκους ή σε άλλους εμπλεκόμενους στη δίκη.

Εάν οι διάδικοι εκπροσωπούνται [κανονικά, εκτός από τις προφορικές δίκες το ποσό των οποίων δεν υπερβαίνει τα 900 EUR και τις διαδικασίες διαταγής πληρωμής, οι διάδικοι πρέπει να εκπροσωπούνται στη δίκη από δικηγόρο (procurador) νόμιμα εξουσιοδοτημένο να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση], ο δικηγόρος, ως εκπρόσωπος του διαδίκου, παραλαμβάνει και υπογράφει όλες τις πράξεις κοινοποίησης. Αν δεν υπάρχει εκπροσώπηση, η κοινοποίηση πραγματοποιείται άμεσα στον ενδιαφερόμενο.

1. Τι σημαίνει στην πράξη ο όρος: “επίδοση εγγράφων των διαδίκων και κοινοποίηση δικαστικών πράξεων”;

Γιατί υπάρχουν ειδικές διαδικασίες για την επίδοση και την κοινοποίηση των εν λόγω εγγράφων;

Στην Ισπανία δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του γαλλικού όρου «notification» (τυπική διαδικασία με την οποία διαβιβάζεται προς γνωστοποίηση το περιεχόμενο μιας πράξης σε ένα πρόσωπο) και του όρου signification [ονομασία που δίνεται στην κοινοποίηση όταν γίνεται από δικαστικό κλητήρα (huissier de justice)]. Τα έγγραφα των διαδίκων επιδίδονται στους άλλους διαδίκους και οι δικαστικές πράξεις κοινοποιούνται μέσω των επονομαζόμενων «πράξεων δικαστικής κοινοποίησης» (actos de comunicación judicial) που αποστέλλονται πάντα από το δικαστήριο υπό την ευθύνη του δικαστικού γραμματέα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη σωστή οργάνωση της υπηρεσίας. Αυτές οι πράξεις αποστέλλονται από τον ίδιο το δικαστικό γραμματέα ή από το δημόσιο υπάλληλο που ορίζεται από αυτόν, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

  1. Μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου, όταν πρόκειται για έγγραφα που απευθύνονται σε αυτούς που εκπροσωπούνται στη δίκη από νομικό εκπρόσωπο.
  2. Αποστολή των προς κοινοποίηση εγγράφων με το ταχυδρομείο, με τηλεγράφημα ή άλλο τεχνικό μέσο που παρέχει αξιόπιστη απόδειξη της παραλαβής, της ημερομηνίας της και του περιεχομένου του κοινοποιηθέντος εγγράφου.
  3. Παράδοση προσωπικώς στον παραλήπτη από το δικαστικό γραμματέα (ή τον υπάλληλο που ορίζεται από αυτόν) πλήρους αντιγράφου της απόφασης που πρέπει να κοινοποιηθεί, της εντολής που εξέδωσε το δικαστήριο ή της κλήσης ή κλήτευσης.
  4. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να εντοπιστεί ο παραλήπτης (οπότε είναι υποχρεωτικό να αναζητηθεί η διεύθυνση κατοικίας του στους διάφορους δημόσιους καταλόγους που υπάρχουν, πολλοί από τους οποίους είναι ηλεκτρονικά προσπελάσιμοι από το ίδιο το δικαστήριο), η κοινοποίηση πραγματοποιείται με ανακοινώσεις που αναρτώνται στην πόρτα του δικαστηρίου (επίσης, αν το ζητήσει ο ενάγων, οι ανακοινώσεις αυτές δημοσιεύονται στις επίσημες εφημερίδες ή σε άλλο μέσο επικοινωνίας). Εξαίρεση αποτελούν οι δικαστικές αποφάσεις, που πρέπει, εκτός από την ανάρτησή τους στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου, να δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Αυτόνομης Κοινότητας.

Όμως όλες οι διαδικαστικές πράξεις που εκδίδονται από το δικαστήριο δεν είναι ίδιες και πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ τους ανάλογα με το σκοπό που επιδιώκουν, ως εξής:

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

  1. Κοινοποιήσεις, με σκοπό τη γνωστοποίηση απόφασης, νομικού μέτρου ή διαδικασίας.
  2. Κλήσεις, με σκοπό την ενημέρωση του παραλήπτη για την ανάγκη να παρουσιαστεί στο δικαστήριο εντός της καθορισμένης προθεσμίας για να συμμετάσχει στη δίκη.
  3. Κλητεύσεις, που ενημερώνουν τον παραλήπτη όχι σχετικά με την προθεσμία αλλά σχετικά με τον τόπο, τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα κατά την οποία πρέπει να παρουσιαστεί στο δικαστήριο για να προβεί στην ενέργεια που του επισημαίνεται στην πράξη κλήτευσης.
  4. Δικαστικές εντολές, που διατάσσουν τον παραλήπτη, σύμφωνα με το νόμο, να κάνει ή να μην κάνει κάτι.
  5. Διαταγές, που δεν απευθύνονται σε πολίτες αλλά σε υποθηκοφυλακεία, μητρώα εμπορικών εταιρειών, νηολόγια και μητρώα πώλησης κινητών αγαθών με δόσεις, συμβολαιογράφους, εμπορικούς μεσίτες ή δικαστικούς υπαλλήλους. Μ’ αυτές τις πράξεις οι παραλήπτες διατάσσονται να εκδώσουν πιστοποιητικά ή αποδείξεις ή να προβούν σε ενέργειες που είναι αρμόδιοι να εκτελούν.
  6. Δικαστικές οδηγίες, που απευθύνονται στις μη δικαστικές αρχές και σε δημοσίους υπαλλήλους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση.

Αυτοί οι ειδικοί κανόνες που διέπουν τις πράξεις δικαστικής κοινοποίησης είναι δικαιολογημένοι, επειδή οι εν λόγω πράξεις δεν αποτελούν απλές τυπικές απαιτήσεις αλλά τα μέσα για να εξασφαλιστεί στους διαδίκους ή σ’ αυτούς που πρέπει ή μπορούν να είναι διάδικοι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και των νόμιμων συμφερόντων τους με βάση το θεμελιώδες δικαίωμα για πραγματική δικαστική προστασία και την αρχή της νομικής εκπροσώπησης για όλους, εφόσον η προϋπόθεση για την άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι η επίγνωση της ύπαρξης της δίκης.

2. Ποια έγγραφα ή πράξεις πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται στη διάρκεια της δίκης;

Όλες οι σημαντικές πράξεις της δίκης πρέπει να κοινοποιούνται σε όλους όσοι συμμετέχουν στη δίκη και επίσης σε όσους αναφέρονται στη δίκη ή μπορεί να θιγούν απ’ αυτήν. Συγκεκριμένα:

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

  1. Οι δικαστικές αποφάσεις και τα μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας εκ μέρους του δικαστικού γραμματέα κοινοποιούνται σε όλους όσοι συμμετέχουν στη δίκη.
  2. Με διάταξη του δικαστηρίου, κοινοποιείται επίσης η δίκη που εκκρεμεί στα πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, θίγονται ενδεχομένως από τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί ή στους ενδιαφερόμενους. Έγγραφο αυτού του είδους κοινοποιείται, υπό τους ίδιους όρους, αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι οι διάδικοι χρησιμοποιούν τη δίκη για δόλιους σκοπούς.

Επίσης κοινοποιούνται πράξεις σε τρίτους στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο.

3. Ποιος μπορεί να επιδώσει ένα έγγραφο των διαδίκων ή να κοινοποιήσει μια δικαστική πράξη;

Τα δικόγραφα διαβιβάζονται πάντα από το δικαστήριο υπό την ευθύνη του δικαστικού γραμματέα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη σωστή οργάνωση της υπηρεσίας. Αυτά τα έγγραφα διαβιβάζονται από τον ίδιο το δικαστικό γραμματέα ή από το δημόσιο υπάλληλο που ορίζεται από αυτόν. Κανονικά, η κοινοποίηση αυτού του είδους πραγματοποιείται από τους παραδοσιακά επονομαζόμενους δικαστικούς υπαλλήλους (“agentes judiciales”), (οι οποίοι από το 2004 και μετά ονομάζονται βοηθοί δικαστηρίου “funcionarios del cuerpo de auxilio judicial”)· αυτοί ασχολούνται με την επίδοση των εγγράφων, που μπορεί να είναι κοινοποιήσεις, κλητεύσεις, κλήσεις ή διαταγές με τη μορφή που προβλέπεται στον κώδικα πολιτικής δικονομίας [Ley de Enjuiciamiento Civil (Ley 1/2000)].

Η επίδοση του εγγράφου μέσω του βοηθού δικαστηρίου (funcionario del cuerpo de auxilio judicial) δεν είναι ο μόνος τρόπος κοινοποίησης. Είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και άλλα μέσα όπως το ταχυδρομείο και το τηλεγράφημα ή η επίδοση μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου.

Συνολικά, οι μορφές κοινοποίησης των εγγράφων στην Ισπανία είναι οι ακόλουθες:

  1. Μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου, όταν πρόκειται για κοινοποιήσεις που απευθύνονται στους εκπροσωπούμενους από αυτόν διαδίκους. Αυτή η εκπροσώπηση μέσω του δικηγόρου είναι αναγκαία, εκτός αν πρόκειται για προφορικές δίκες για διαφορές αξίας κάτω των 900 EUR, για την αρχική αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, για δίκες πτώχευσης, όταν η κλήση ενώπιον του δικαστηρίου περιορίζεται στην παρουσίαση των απαιτήσεων, ή για τη συμμετοχή σε συνεδριάσεις πιστωτών, για υποθέσεις σχετικά με την αμφισβήτηση αποφάσεων που αφορούν τη δωρεάν παροχή νομικής βοήθειας (ευεργέτημα πενίας) και όταν ζητείται η λήψη επειγόντων μέτρων πριν από τη δίκη. Όσο ισχύει το πληρεξούσιο, ο δικηγόρος είναι αυτός που υπογράφει και λαμβάνει τις κλητεύσεις, κλήσεις, δικαστικές εντολές και κοινοποιήσεις κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που αναφέρονται στον πελάτη του, κατά τη διάρκεια της δίκης έως τη στιγμή που εκτελείται η απόφαση. Αυτές οι πράξεις έχουν την ίδια ισχύ που θα είχαν αν γίνονταν με την άμεση συμμετοχή του ίδιου του εκπροσωπούμενου, χωρίς όμως αυτός να έχει το νόμιμο δικαίωμα να ζητήσει την κοινοποίησή τους στον ίδιο.
  2. Αποστολή των εγγράφων που πρέπει να κοινοποιηθούν με το ταχυδρομείο, τηλεγράφημα ή οποιοδήποτε άλλο τεχνικό μέσο που παρέχει αξιόπιστη απόδειξη της παραλαβής τους, της ημερομηνίας παραλαβής και του περιεχομένου του εγγράφου.
  3. Επίδοση στον παραλήπτη από τον βοηθό του δικαστηρίου ακριβούς αντιγράφου της απόφασης που πρέπει να κοινοποιηθεί, της εντολής που του απευθύνει το δικαστήριο ή της κλήσης ή κλήτευσης. Στην κλήση αναφέρεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και η σχετική δίκη, το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο επιδίδεται η κλήτευση ή η κλήση, το αντικείμενό τους και ο τόπος, η ημέρα και η ώρα κατά την οποία ο καλούμενος πρέπει να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου ή η προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η πράξη στην οποία αναφέρεται η κλήση, καθώς και, σε κάθε περίπτωση, προειδοποίηση σχετικά με τις συνέπειες σύμφωνα με το νόμο. Στις κοινοποιήσεις, κλητεύσεις και κλήσεις δεν επιτρέπεται ούτε καταγράφεται απάντηση από τον ενδιαφερόμενο, εκτός αν υπάρχει ρητή εντολή. Στις εντολές ο ενδιαφερόμενος επιτρέπεται να δώσει απάντηση, η οποία καταγράφεται συνοπτικά στην πράξη.
  4. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να εντοπιστεί ο παραλήπτης (οπότε υπάρχει υποχρέωση να αναζητηθεί η διεύθυνση κατοικίας του στους διάφορους δημόσιους καταλόγους που υπάρχουν, σε πολλούς από τους οποίους το δικαστήριο έχει ηλεκτρονική πρόσβαση), η κοινοποίηση πραγματοποιείται μέσω ανάρτησης ανακοινώσεων στην πόρτα του δικαστηρίου (αυτές οι ανακοινώσεις μπορούν επίσης, αν το επιθυμεί ο ενάγων, να δημοσιευθούν στις επίσημες εφημερίδες ή σε άλλο μέσο επικοινωνίας). Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν αποτελούν οι δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες, εκτός από την δημοσίευσή τους στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου, πρέπει οπωσδήποτε να δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Αυτόνομης Κοινότητας.

(Όταν πρόκειται για την κοινοποίηση ή επίδοση δικαστικών εγγράφων που προέρχονται ή απευθύνονται σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000. Για τη μεταφορά του στην εθνική της νομοθεσία, η Ισπανία όρισε ως φορείς διαβίβασης τους γραμματείς των πρωτοδικείων και ως φορείς παραλαβής τους γραμματείς των ανώτερων δικαστηρίων ή τους γραμματείς που είναι υπεύθυνοι για τις κοινές υπηρεσίες κοινοποίησης. Για να τους εντοπίσετε, χρησιμοποιήστε το δικαστικό χάρτη English της Ισπανίας. Επίσης μπορείτε να συμβουλευτείτε την ιστοσελίδα του ευρωπαϊκού δικαστικού άτλαντα στον τομέα των αστικών υποθέσεων, στον οποίο αναφέρονται τα όργανα αυτά.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

4. Πώς πραγματοποιείται η επίδοση ενός εγγράφου ή η κοινοποίηση μιας δικαστικής πράξης;

Όσον αφορά αυτούς που είναι ή μπορούν να είναι διάδικοι, αυτό εξαρτάται από το είδος του εγγράφου και τη μορφή κοινοποίησης και επίδοσης που χρησιμοποιείται:

  1. Όταν πραγματοποιείται μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου (δηλαδή όταν οι διάδικοι εκπροσωπούνται), η διαδικασία κοινοποίησης είναι η ακόλουθη: σε κάθε δικαστικό κτίριο που αποτελεί την έδρα πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει μια υπηρεσία παραλαβής δικογράφων που οργανώνεται από την Ένωση Δικηγόρων (SRCP). Αν πρόκειται για έγγραφα που υποβάλλουν οι διάδικοι, η επίδοσή τους στους δικηγόρους των άλλων διαδίκων πραγματοποιείται μέσω αυτής της υπηρεσίας και πριν από την κατάθεση του εγγράφου ενώπιον του δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω υπηρεσία λαμβάνει το έγγραφο και το διαβιβάζει στους άλλους δικηγόρους. Κατόπιν καταγράφεται σε μητρώο ο αριθμός των αντιγράφων που απεστάλησαν στους άλλους δικηγόρους μαζί με τα ονόματά τους. Το έγγραφο αυτό, μαζί με το πρωτότυπο του εγγράφου που διαβιβάστηκε, κατατίθεται στο δικαστήριο από την προαναφερόμενη υπηρεσία. Αντίθετα, αν πρόκειται για έγγραφο που διαβιβάζεται από το δικαστήριο στους δικηγόρους, υποβάλλεται στην υπηρεσία αυτή, εις διπλούν, αντίγραφο της απόφασης ή κλήσης, από τα οποία ο δικηγόρος λαμβάνει ένα αντίγραφο και υπογράφει το άλλο, που πρέπει να επιστραφεί στο δικαστήριο από την ίδια υπηρεσία. Η επίδοση θεωρείται ότι έγινε την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής. (Από αυτό το σύστημα εξαιρούνται τα έγγραφα κοινοποίησης, κλήτευσης, κλήσης και εντολής για τα οποία ο νόμος ορίζει ότι πρέπει να επιδίδονται προσωπικά στους διαδίκους).
  2. Όταν οι διάδικοι δεν εκπροσωπούνται από δικηγόρο και αν πρόκειται για την πρώτη φορά που απευθύνεται κλήση ή κλήτευση στον εναγόμενο, οι πράξεις κοινοποίησης επιδίδονται στις διευθύνσεις κατοικίας των διαδίκων.

Η διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντος είναι αυτή που αναφέρεται στην αίτηση ή αγωγή για την έναρξη της δίκης. Ο ενάγων δηλώνει ως διεύθυνση κατοικίας του εναγομένου αυτή που γνωρίζει και αυτή η διεύθυνση θα χρησιμοποιηθεί για την αποστολή της πρώτης κλήσης. Αν ο ενάγων δηλώσει διάφορες διευθύνσεις κατοικίας, πρέπει να δηλώσει επίσης τη σειρά με την οποία, κατά τη γνώμη του, μπορεί να πραγματοποιηθεί με επιτυχία η κοινοποίηση των εγγράφων. Επίσης ο ενάγων πρέπει να σημειώσει όλα τα στοιχεία του εναγομένου που γνωρίζει και τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στον εντοπισμό του, όπως αριθμοί τηλεφώνου, φαξ ή παρόμοια στοιχεία.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ο εναγόμενος, μετά την πρώτη εμφάνισή του στο δικαστήριο, μπορεί να ορίσει διαφορετική διεύθυνση κατοικίας για τις επόμενες κοινοποιήσεις.

Εάν οι διάδικοι αλλάξουν διεύθυνση κατοικίας στη διάρκεια της δίκης, πρέπει να το ανακοινώσουν αμέσως στο δικαστήριο. Πρέπει επίσης να αναφέρουν τυχόν αλλαγές του αριθμού τηλεφώνου, φαξ ή παρομοίων μέσων, εφόσον τα μέσα αυτά χρησιμοποιούνται ως μέσα επικοινωνίας με το δικαστήριο.

Η επίδοση αντιγράφου της απόφασης ή της κλήσης στον παραλήπτη πραγματοποιείται από τον αρμόδιο υπάλληλο στην έδρα του δικαστηρίου ή στην κατοικία του προσώπου που πρέπει να λάβει την κοινοποίηση, την κλήση ή την εντολή. Η επίδοση τεκμηριώνεται με απόδειξη παραλαβής που υπογράφεται από το γραμματέα του δικαστηρίου ή από το βοηθό δικαστηρίου που επιδίδει το έγγραφο και από τον παραλήπτη, το όνομα του οποίου πρέπει να σημειώνεται (αν αυτός αρνηθεί να υπογράψει, η άρνηση πρέπει να καταχωριστεί, και, αν αρνηθεί να το παραλάβει, πρέπει να ενημερωθεί ότι το αντίγραφο είναι στη διάθεσή του στην έδρα του δικαστηρίου και ότι η επίδοση παράγει πλήρη αποτελέσματα από την επομένη της καταχώρισης αυτής).

Στις επαρχιακές πρωτεύουσες και τις μεγάλες πόλεις συγκροτήθηκε μια κοινή υπηρεσία κοινοποιήσεων και δικαστικών εντολών (Servicio Común de Notificaciones y Embargos (SAC), υπό την αιγίδα της Ένωσης Ανωτέρων Δικαστών (Decanato de los Juzgados), η οποία ασχολείται με τις πράξεις κοινοποίησης για όλα τα δικαστήρια της περιοχής.

Οι κοινοποιήσεις που πρέπει να διαβιβαστούν στους μάρτυρες, πραγματογνώμονες και άλλα πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι αλλά συμμετέχουν στη δίκη, πραγματοποιούνται με αποστολή του αντιγράφου της απόφασης ή της κλήσης με συστημένη επιστολή ή τηλεγράφημα, με βεβαίωση παραλαβής, ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο που παρέχει αξιόπιστο τεκμήριο της παραλαβής, της ημερομηνίας παραλαβής και του περιεχομένου του εγγράφου. Ο γραμματέας του δικαστηρίου καταγράφει στην πράξη επίδοσης την παράδοση και το περιεχόμενο του εγγράφου που παραδόθηκε και επισυνάπτει, αν χρειάζεται, τη βεβαίωση παραλαβής ή το μέσο με το οποίο τεκμηριώνεται η παραλαβή του εγγράφου από τον παραλήπτη. Το έγγραφο επιδίδεται στη διεύθυνση κατοικίας που ορίζει ο ενδιαφερόμενος. Κατά περίπτωση μπορεί να διεξαχθεί ο αναγκαίος έλεγχος όσον αφορά τα στοιχεία κατοικίας ή διαμονής του προσώπου στο οποίο πρέπει να επιδοθεί το έγγραφο. Οι μάρτυρες, οι πραγματογνώμονες και άλλα πρόσωπα τα οποία, χωρίς να είναι διάδικοι, πρέπει να παρουσιαστούν στη δίκη, οφείλουν να ενημερώσουν το δικαστήριο για τυχόν αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας που πραγματοποιείται στη διάρκεια της διεξαγωγής της δίκης. Την πρώτη φορά που παρουσιάζονται στο δικαστήριο ενημερώνονται σχετικά με την υποχρέωση αυτή.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας της Ισπανίας [Ley de Εnjuiciamiento civil española (Ley 1/2000)] παρέχει τη δυνατότητα πραγματοποίησης επιδόσεων με ηλεκτρονικά ή παρόμοια μέσα αν το δικαστήριο και οι διάδικοι ή οι παραλήπτες πράξεων κοινοποίησης διαθέτουν ηλεκτρονικά, τηλεματικά, τηλεπικοινωνιακά ή άλλα παρόμοια μέσα, που καθιστούν δυνατή την αποστολή και παραλαβή εγγράφων με τρόπο που εγγυάται την αυθεντικότητα της κοινοποίησης και του περιεχομένου της και ο οποίος παρέχει αξιόπιστη απόδειξη της παράδοσης και της παραλαβής του εγγράφου καθώς και του χρόνου πραγματοποίησης της κοινοποίησης. Αν πληρούνται αυτές οι απαιτήσεις, οι πράξεις κοινοποίησης μπορούν να εκτελεστούν με τα ανωτέρω μέσα, με βεβαίωση παραλαβής. Για το σκοπό αυτό, οι διάδικοι και οι επαγγελματίες που εμπλέκονται στη δίκη πρέπει να δηλώσουν στο δικαστήριο αν έχουν στη διάθεσή τους τα προαναφερόμενα μέσα και να δώσουν και την ηλεκτρονική τους διεύθυνση. Προβλέπεται επίσης να δημιουργηθεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης ένας ηλεκτρονικά προσπελάσιμος κατάλογος των εν λόγω μέσων και των διευθύνσεων των δημόσιων φορέων. Οι αποφάσεις, τα έγγραφα, οι γνωμοδοτήσεις ή οι εκθέσεις που υποβλήθηκαν ή διαβιβάστηκαν με τα προαναφερόμενα μέσα και των οποίων η αυθεντικότητα μπορεί να αναγνωριστεί ή να επαληθευτεί μόνο με άμεση εξέταση ή άλλες διαδικασίες, πρέπει να υποβάλλονται ή να διαβιβάζονται στους διαδίκους ή στους ενδιαφερόμενους με τρόπο που να διευκολύνει τις εν λόγω διαδικασίες, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις χρόνου και τόπου που προβλέπονται από το νόμο για κάθε περίπτωση.

Σε περίπτωση που το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί σε γεωγραφική περιοχή διαφορετική από την περιοχή δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που το εκδίδει, πρέπει να ζητηθεί από το αρμόδιο για την περιοχή αυτή δικαστήριο να κοινοποιήσει το έγγραφο. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως δικαστική αρωγή και, στην περίπτωση αυτή, η κοινοποίηση πραγματοποιείται από το δικαστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση διενέργειας αυτής της διαδικαστικής πράξης (που ονομάζεται exhorto). Στην εν λόγω αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης ή κλήσης καθώς και άλλα τυχόν έγγραφα, ανάλογα με την περίπτωση. Αυτά τα έγγραφα πρέπει να επιδίδονται εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία παραλαβής τους.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

5. Τι συμβαίνει, αν σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η άμεση προσωπική παράδοση ενός εγγράφου ή μιας πράξης στον παραλήπτη; (π.χ. επειδή απουσιάζει από την οικία του).

Κατ’ αρχήν, αν οι διάδικοι δεν εκπροσωπούνται από δικηγόρο και έχουν ορίσει ως διεύθυνση επιδόσεων το δικαστήριο, οι κοινοποιήσεις που γίνονται στις εν λόγω διευθύνσεις παράγουν πλήρη αποτελέσματα μόλις επιβεβαιωθεί η σωστή εκτέλεση της κοινοποίησης, ακόμη και αν ο παραλήπτης δεν επιβεβαίωσε την παραλαβή της.

Αλλά αν δεν έχει οριστεί διεύθυνση επιδόσεων (πράγμα πολύ σύνηθες όταν πρόκειται για επίδοση σκοπός της οποίας είναι η κλήση ενός προσώπου στο δικαστήριο ή η προσωπική παρουσία των διαδίκων σε ορισμένες διαδικαστικές ενέργειες), η επίδοση μπορεί κατ’ αρχήν να γίνει σε άλλα πρόσωπα διαφορετικά από τον παραλήπτη, με την προϋπόθεση ότι έχουν στενή συγγενική σχέση με αυτόν, η οποία ορίζεται από το νόμο.

Συνεπώς, αν ο παραλήπτης δεν είναι παρών στη διεύθυνση στην οποία έγινε η προσπάθεια να επιδοθεί το έγγραφο και η οποία είναι η διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη σύμφωνα με τους δημοτικούς καταλόγους, το φορολογικό μητρώο ή κάθε άλλο επίσημο μητρώο ή αρχείο επαγγελματικής ένωσης ή είναι κατοικία ή χώρος μισθωμένος από τον εναγόμενο, το έγγραφο μπορεί να επιδοθεί σε οποιοδήποτε υπάλληλο ή συγγενή του, ηλικίας άνω των 14 ετών, που είναι παρών στη διεύθυνση αυτή, ή στον επιστάτη του κτιρίου, αν υπάρχει, επισημαίνοντας στον παραλήπτη ότι είναι υποχρεωμένος να παραδώσει το αντίγραφο της απόφασης ή της κλήσης στον άμεσα ενδιαφερόμενο ή να τον ενημερώσει, αν γνωρίζει που βρίσκεται.

Αν η κοινοποίηση απευθύνεται στη διεύθυνση μόνιμης εργασίας του παραλήπτη, η επίδοση, αν ο παραλήπτης απουσιάζει, γίνεται σε πρόσωπο που δηλώνει ότι τον γνωρίζει ή, αν υπάρχει τμήμα αρμόδιο για την παραλαβή εγγράφων ή αντικειμένων, στον υπεύθυνο του τμήματος αυτού. Στην απόδειξη παράδοσης καταγράφεται το όνομα του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση και η ημερομηνία και η ώρα που το εν λόγω πρόσωπο αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε στη διεύθυνση κατοικίας του, καθώς και το όνομα του προσώπου που παρέλαβε το αντίγραφο της απόφασης ή κλήσης και η σχέση του εν λόγω προσώπου με τον παραλήπτη. Η κοινοποίηση που πραγματοποιείται με τον τρόπο αυτό έχει πλήρη ισχύ.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Σε περίπτωση που δεν είναι κανείς παρών στη διεύθυνση κατοικίας για την επίδοση του εγγράφου, ο δικαστικός γραμματέας ή ο δικαστικός υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν πρέπει να προσπαθήσει να διαπιστώσει αν ο παραλήπτης διαμένει όντως στη διεύθυνση αυτή. Αν ο παραλήπτης δεν διαμένει ή δεν εργάζεται πλέον στην εν λόγω διεύθυνση και κανένα από τα ερωτηθέντα πρόσωπα δεν γνωρίζουν τη σημερινή του διεύθυνση, αυτό καταγράφεται στην απόδειξη μη παράδοσης της κοινοποίησης. Αν δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί με τον τρόπο αυτό η διεύθυνση του εναγομένου και ο ενάγων δεν έχει δηλώσει άλλες πιθανές διευθύνσεις, το δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να εξακριβώσει τη διεύθυνση του εναγομένου βάσει των δημοτικών μητρώων ή μέσω της διεύθυνσης που αναγράφεται σε δημοσιεύσεις των επαγγελματικών ενώσεων, όταν πρόκειται, αντιστοίχως, για επιχειρήσεις ή για άλλους φορείς ή πρόσωπα που για την άσκηση του επαγγέλματός τους υποχρεούνται να ενταχθούν σε επαγγελματικές ενώσεις. Επίσης το δικαστήριο πρέπει να απευθυνθεί στον τόπο μόνιμης επαγγελματικής ή εργασιακής δραστηριότητας (σε ορισμένες περιπτώσεις το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης μέσω των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας). Αν η διεύθυνση κατοικίας ή ο τόπος διαμονής εξακριβωθεί με αυτά τα μέσα, γίνεται η επίδοση. Αν δεν καρποφορήσουν οι προσπάθειες εξακρίβωσης της διεύθυνσης, η κοινοποίηση γίνεται με σχετική ανακοίνωση, αφού προηγουμένως καταγραφούν οι άκαρπες προσπάθειες εξακρίβωσης της διεύθυνσης κατοικίας ή του τόπου διαμονής. Στην περίπτωση αυτή η κοινοποίηση γίνεται μέσω ανάρτησης αντιγράφου της απόφασης ή της κλήσης στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση και μόνον κατόπιν αιτήματος και με έξοδα ενός εκ των διαδίκων η κοινοποίηση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της περιφέρειας, της Αυτόνομης Κοινότητας, και στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης ή σε μια εθνική η τοπική εφημερίδα.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Επειδή υπάρχει περίπτωση διάφορα δικαστήρια να προσπαθούν να εντοπίσουν το ίδιο πρόσωπο, ο κώδικας πολιτικής δικονομίας της Ισπανίας (Ley 1/2000), προκειμένου να απλουστευθεί η διαδικασία και να αποφεύγονται οι άσκοπες επαναληπτικές αναζητήσεις διευθύνσεων εκ μέρους κάθε δικαστικού οργάνου, προβλέπει τη δημιουργία κεντρικού μητρώου των ατόμων που δικάστηκαν ερήμην, το οποίο θα διατίθεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα δικαστήρια που έχουν κάνει άκαρπες αναζητήσεις της διεύθυνσης κατοικίας ή του τόπου διαμονής του εναγομένου μπορούν να συμβουλεύονται το εν λόγω μητρώο, κοινοποιώντας το όνομα του εναγομένου και άλλα στοιχεία της ταυτότητάς του. Κάθε δικαστήριο που επιθυμεί να αναζητήσει τη διεύθυνση εναγομένου μπορεί να συμβουλευτεί το κεντρικό μητρώο των ατόμων που δικάστηκαν ερήμην για να εξακριβώσει αν ο εναγόμενος περιλαμβάνεται στο εν λόγω μητρώο και αν τα στοιχεία που υπάρχουν είναι τα ίδια με αυτά που διαθέτει το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή δεν χρειάζεται να προσπαθήσει εκ νέου να εντοπίσει τον εναγόμενο, εφόσον το πρώτο δικαστήριο απέτυχε ήδη στην προσπάθεια αυτή, και μπορεί να αποφασίσει αμέσως την κοινοποίηση των εγγράφων με ανάρτηση ανακοινώσεων. Ο εναγόμενος που είναι εγγεγραμμένος στο κεντρικό μητρώο μπορεί να ζητήσει την ακύρωση της εγγραφής, κοινοποιώντας τη διεύθυνση στην οποία μπορούν να αποσταλούν οι δικαστικές κοινοποιήσεις. Στην περίπτωση αυτή (όταν ο εγγεγραμμένος έχει εντοπιστεί), οι υπεύθυνοι του μητρώου κοινοποιούν στα δικαστήρια που εκδικάζουν την αγωγή κατά του εν λόγω εναγομένου τη διεύθυνση που έχει δηλωθεί για την παράδοση κοινοποιήσεων, έτσι ώστε εφεξής η κοινοποίηση εγγράφων στη διεύθυνση αυτή να είναι έγκυρη.

6. Υπάρχει γραπτή απόδειξη της επίδοσης και κοινοποίησης;

Υπάρχει πάντοτε και σε κάθε περίπτωση γραπτή απόδειξη της επίδοσης, που καταγράφεται και πιστοποιείται από τον δικαστικό γραμματέα. Οι διατυπώσεις εξαρτώνται από τον τρόπο που επιλέχθηκε για την εκτέλεση της κοινοποίησης.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Όταν οι επιδόσεις γίνονται στην έδρα του δικαστηρίου ή στην κοινή υπηρεσία παραλαβής της Ένωσης Δικηγόρων (Colegio de Procuradores - SRCP), η επίδοση επιβεβαιώνεται με την υπογραφή του δικηγόρου ή του διαδίκου στο αντίγραφο του εγγράφου ή στην απόδειξη που εκδόθηκε και πιστοποιήθηκε για το σκοπό αυτό από το δικαστικό γραμματέα.

Όταν η κοινοποίηση αντίγραφου της απόφασης ή της κλήσης γίνεται με συστημένη επιστολή ή τηλεγράφημα με απόδειξη παραλαβής, ή με οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο μέσο, ο δικαστικός γραμματέας πιστοποιεί την απόδειξη αποστολής και το περιεχόμενο του εγγράφου που έχει αποσταλεί, επισυνάπτοντας, όπου χρειάζεται, την απόδειξη παραλαβής ή το μέσο με το οποίο επιβεβαιώνεται η παραλαβή.

Όταν τα έγγραφα παραδίδονται στον παραλήπτη, η παράδοση επιβεβαιώνεται με την απόδειξη που συντάσσει ο δικαστικός υπάλληλος και η οποία υπογράφεται από τον παραλήπτη ή με αντίγραφο της κοινοποιούμενης απόφασης, υπογεγραμμένο από τον παραλήπτη.

Όταν η κοινοποίηση πραγματοποιείται με ανάρτηση στον πίνακα ανακοινώσεων, χρησιμεύει ως απόδειξη έγγραφο επικυρωμένο από το δικαστικό γραμματέα με το οποίο επιβεβαιώνεται η ανάρτηση της κοινοποίησης στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου και η περίοδος που θα παραμείνει στον εν λόγω πίνακα, μαζί με αντίγραφο της εφημερίδας στην οποία δημοσιεύθηκε η ανακοίνωση, αν έχει χρησιμοποιηθεί κι αυτό το πρόσθετο μέτρο.

7. Ποιες είναι οι συνέπειες αν η επίδοση ή η κοινοποίηση δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το νόμο ή στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν έλαβε το έγγραφο (π.χ. σε περίπτωση που το έγγραφο παραδόθηκε σε άλλο πρόσωπο);

Μπορεί, ωστόσο, η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι έγκυρες; Ή πρέπει οπωσδήποτε να επαναληφθούν;

Η δυνατότητα παράδοσης εγγράφου σε πρόσωπο που δεν είναι ο άμεσος παραλήπτης του επιτρέπεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο και οι οποίες έχουν ήδη εξεταστεί αναλυτικά. Στις περιπτώσεις αυτές η επίδοση είναι απόλυτα έγκυρη.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Στις περιπτώσεις στις οποίες οι επιδόσεις δεν γίνονται σύμφωνα με τον κώδικα πολιτικής δικονομίας (Ley 1/2000) και βάσει των κανόνων που διευκρινίζονται στις προηγούμενες ερωτήσεις, είναι πάντα άκυρες αν έχουν ως συνέπεια τη στέρηση του δικαιώματος υπεράσπισης. Για να ακυρωθεί η κοινοποίηση χρειάζεται δικαστική απόφαση, ακόμη και όταν η διαδικασία ακύρωσης της κοινοποίησης έχει κινηθεί αυτεπάγγελτα. Εν τούτοις, όταν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο κοινοποίησης, κλήσης, κλήτευσης ή εντολής δηλώσει ότι έχει ενημερωθεί για το θέμα και δεν αμφισβητήσει την εγκυρότητα της κοινοποίησης κατά την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του δικαστηρίου, το έγγραφο παράγει πλήρη αποτελέσματα, σαν να είχε επιδοθεί σύμφωνα με το νόμο. Για το λόγο αυτό, δεν χρειάζεται να γίνει εκ νέου η επίδοση.

Η εγκυρότητα της κοινοποίησης είναι πολύ σημαντική, διότι αν ο εναγόμενος δεν εμφανιστεί στη δίκη δεόντως, την ημερομηνία και στον τόπο που υποδεικνύεται στην κλήση ή κλήτευση, η δίκη πραγματοποιείται ερήμην δηλ. εν απουσία του, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να παρέμβει. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εξακολουθεί να απουσιάζει, μπορεί να ασκήσει αγωγή για την ακύρωση της δίκης στη φάση εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης.

Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που η επίδοση είναι έγκυρη, είναι δυνατόν να μπορεί ο εναγόμενος να ζητήσει και να επιτύχει την ακύρωση τελεσίδικης απόφασης που βλάπτει τα συμφέροντά του. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις και για συγκεκριμένους (περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο) λόγους, και πάντα με την προϋπόθεση ότι η δικαστική απόφαση δεν κοινοποιήθηκε στον ίδιο προσωπικά. Αυτό το αίτημα πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο σε χρονικό πλαίσιο μεταξύ 20 ημερών και τεσσάρων μηνών. Οι μόνοι λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα αυτό είναι οι ακόλουθοι:

  • Αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην αδυνατούσε να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου για λόγους ανωτέρας βίας, μολονότι είχε λάβει γνώση της δικαστικής υπόθεσης, εφόσον είχε κληθεί δεόντως να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου.
  • Αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην αγνοούσε την άσκηση αγωγής ή την ύπαρξη δικαστικής υπόθεσης, επειδή η κλήση ή κλήτευση διαβιβάστηκε με έγγραφο, αλλά το έγγραφο δεν έφθασε ποτέ στα χέρια του για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται ο ίδιος.
  • Αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην αγνοούσε την άσκηση αγωγής ή την ύπαρξη δικαστικής υπόθεσης, επειδή η κοινοποίηση της κλήσης έγινε με ανάρτηση ανακοίνωσης και επειδή ο ίδιος απουσίαζε από τον τόπο διεξαγωγής της δίκης και από άλλο τόπο της χώρας ή της Αυτόνομης Κοινότητας στις επίσημες εφημερίδες των οποίων δημοσιεύθηκαν οι ανακοινώσεις.

8. Πρέπει να πληρώσω τα έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης; Aν ναι, πόσο υψηλά είναι;

Για να δοθεί απάντηση στην ερώτηση αυτή, πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η κοινοποίηση.

Οι κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται από το δικαστήριο είναι δωρεάν.

Για τα έγγραφα που κοινοποιούνται μέσω των δικηγόρων προβλέπονται έξοδα και τέλη (η κλίμακα τελών ρυθμίζεται από το Βασιλικό Διάταγμα 1372/2003, της 7ης Νοεμβρίου). Κατ’ αρχήν τα έξοδα αυτά βαρύνουν το διάδικο που ανέθεσε την εκπροσώπησή του στο δικηγόρο, εκτός αν ο εν λόγω διάδικος δικαιούται δωρεάν δικηγορική αρωγή (ευεργέτημα πενίας). Επίσης τα έξοδα αυτά μπορούν να συμπεριληφθούν στα δικαστικά έξοδα, οπότε κατά γενικό κανόνα βαρύνουν το διάδικο που χάνει τη δίκη.

Πρόσθετες πληροφορίες

  • Στον ιστοχώρο του Γενικού Δικαστικού Συμβουλίου (Consejo General del Poder Judicial) : español
  • Στον ιστοχώρο του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Ministerio de Justicia): English - español

« Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων - Γενικές Πληροφορίες | Ισπανία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 01-02-2007

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο