Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων > Βέλγιο

Τελευταία ενημέρωση: 01-08-2007
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων - Βέλγιο

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Τι σημαίνει στην πράξη ο όρος « επίδοση » και « κοινοποίηση »;Γιατί υπάρχουν ειδικές διατάξεις για την επίδοση και την κοινοποίηση των πράξεων; 1.
2. Ποια έγγραφα επιδέχονται επίδοση και ποια κοινοποίηση; 2.
3. Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση μιας πράξης; 3.
4. Πώς διεξάγεται στην πράξη η επίδοση ή η κοινοποίηση; 4.
5. Τι γίνεται στην περίπτωση που, όλως εξαιρετικώς, δεν είναι δυνατόν να γίνει απευθείας η επίδοση ή κοινοποίηση στον παραλήπτη (π.χ. αν αυτός δεν ευρίσκεται στην οικία του); 5.
6. Υπάρχει γραπτή απόδειξη που να πιστοποιεί ότι έχει διεξαχθεί η επίδοση ή κοινοποίηση; 6.
7. Ποιες είναι οι συνέπειες αν κάτι συμβεί και ο παραλήπτης δεν παραλάβει την πράξη ή αν η επίδοση ή η κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων του νόμου (π.χ. αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει σε κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη; (Μπορεί δηλαδή να αποκατασταθεί η παράβαση των διατάξεων του νόμου;) Πρέπει να αποσταλεί εκ νέου η πράξη προς επίδοση ή κοινοποίηση; 7.
8. Υπάρχει κόστος για την επίδοση ή την κοινοποίηση, και, αν ναι, ποιο είναι αυτό; 8.

 

1. Τι σημαίνει στην πράξη ο όρος « επίδοση » και « κοινοποίηση »;Γιατί υπάρχουν ειδικές διατάξεις για την επίδοση και την κοινοποίηση των πράξεων;

Σε υπόθεση που παραπέμπεται στη δικαιοσύνη, η επικοινωνία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Είναι απόλυτα αναγκαίο να ενημερώνονται τόσο τα μέρη όσο και ο δικαστής ως προς τις διεκδικήσεις του ενάγοντος, τους ισχυρισμούς του εναγομένου, το τι συνέβη κατά τη διαδικασία και την απόφαση του δικαστηρίου. Το μέρος που δεν συμφωνεί με την απόφαση και εφεσιβάλλει, οφείλει να ενημερώσει τα υπόλοιπα μέρη. Η ενημέρωση γίνεται με την επίδοση ή την αποστολή εγγράφων (π.χ. κλητήρια θεσπίσματα, δικόγραφα, αιτήματα, προτάσεις, αποφάσεις κλπ.). Στο προκείμενο δεν συζητούνται τα ίδια τα έγγραφα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτά γνωστοποιούνται στα ενδιαφερόμενα μέρη και ενδεχομένως στο δικαστήριο. Οι σχετικοί κανόνες εκτίθενται στα άρθρα 32 – 37 του Κώδικα Δικονομίας (βλ. ιστότοπο της Ομοσπονδιακής Δημόσιας Διοίκησης – Δικαιοσύνη (Service public fédéral Justice / Federale Overheidsdienst Justitie Deutsch - français - Nederlands) υπό πηγές δικαίου -> πάγια νομοθεσία: νομική υπόσταση = Κώδικας Δικονομίας = πρώτο μέρος: γενικές αρχές).

Στο Βέλγιο γίνεται διάκριση μεταξύ της κοινοποίησης και της επίδοσης.

Η επίδοση είναι κατ’ ουσία η παράδοση μιας πράξης σε ένα πρόσωπο μέσω δημοσίου λειτουργού. Στο Βέλγιο ο λειτουργός αυτός ονομάζεται huissier de justice/gerechtsdeurwaarder (δικαστικός επιμελητής). Η ίδια η επίδοση συνίσταται στην παράδοση από τον δικαστικό επιμελητή, ενός επικυρωμένου αντιγράφου της πράξης που πρέπει να επιδοθεί στο άλλο μέρος.

Η κοινοποίηση, κατ΄ αντίθεση προς την επίδοση, είναι η αποστολή μέσω του ταχυδρομείου (συνεπώς όχι μέσω δημοσίου λειτουργού) ενός δικαστικού εγγράφου, στο πρωτότυπο ή σε αντίγραφο.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Κατά γενικό κανόνα χρησιμοποιείται η επίδοση. Η κοινοποίηση χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις που ορίζονται από τον νόμο.

2. Ποια έγγραφα επιδέχονται επίδοση και ποια κοινοποίηση;

Ο νόμος ορίζει ποια έγγραφα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο επίδοσης ή κοινοποίησης. Ο αριθμός τους πάντως είναι μεγάλος ώστε δεν είναι δυνατή η διεξοδική αναφορά τους. Πρόκειται π.χ. για τα κλητήρια θεσπίσματα, τα δικόγραφα, τις αποφάσεις, τις εφέσεις, κλπ.

3. Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση μιας πράξης;

Η επίδοση γίνεται με ένταλμα, και πρέπει συνεπώς να διενεργείται από δικαστικό επιμελητή.

Η κοινοποίηση αποστέλλεται από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου (σπανίως από τον εισαγγελέα) με το λεγόμενο «gerechtsbrief» / «pli judiciaire» (ειδική μορφή συστημένης επιστολής με απόδειξη παραλαβής), ή με απλή ή συστημένη επιστολή. Οι κανόνες σχετικά με το «gerechtsbrief» / «pli judiciaire» εκτίθενται στο άρθρο 46 του Κώδικα Δικονομίας. Από την έναρξη ισχύος του νόμου της 20ής Οκτωβρίου 2000 για την καθιέρωση της χρήσης των τηλεπικοινωνιών και της ηλεκτρονικής υπογραφής στις δικαστικές και εξώδικες διαδικασίες, η  κοινοποίηση θα είναι επίσης δυνατή με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

4. Πώς διεξάγεται στην πράξη η επίδοση ή η κοινοποίηση;

Η επίδοση, που συνίσταται στην παράδοση μέσω δικαστικού επιμελητή ακριβούς αντιγράφου της πράξης (που αποτελεί το αντικείμενο της επίδοσης ή κοινοποίησης), γίνεται προς τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κώδικα Δικονομίας. Στο ίδιο άρθρο ορίζεται επίσης ότι αν ο παραλήπτης αρνηθεί να παραλάβει την πράξη, ο δικαστικός επιμελητής διαπιστώνει την άρνηση επί του πρωτοτύπου και η επίδοση θεωρείται ότι έγινε στον ενδιαφερόμενο.

Σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται σε νομικό πρόσωπο (π.χ. το κράτος, τον δήμο/την κοινότητα, ανώνυμη εταιρεία, ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης), η επίδοση σε πρόσωπο (παράδοση επικυρωμένου αντιγράφου) είναι ουσιαστικά αδύνατη. Το άρθρο 34 του Κώδικα Δικονομίας επιλύει αυτό το πρόβλημα ορίζοντας ότι η επίδοση θεωρείται ότι έγινε στον ενδιαφερόμενο όταν το αντίγραφο της πράξης παραδοθεί στο όργανο ή τον υπάλληλο που έχει την ιδιότητα, δυνάμει του νόμου, των καταστατικών ή με κανονική εξουσιοδότηση, να εκπροσωπεί, έστω και από κοινού με άλλους, το νομικό πρόσωπο ενώπιον της δικαιοσύνης.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η κοινοποίηση γίνεται με επιστολή, με συστημένη επιστολή ή με «gerechtsbrief» / «pli judiciaire». Στο μέλλον, θα είναι επίσης δυνατή η κοινοποίηση με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

5. Τι γίνεται στην περίπτωση που, όλως εξαιρετικώς, δεν είναι δυνατόν να γίνει απευθείας η επίδοση ή κοινοποίηση στον παραλήπτη (π.χ. αν αυτός δεν ευρίσκεται στην οικία του);

Αν η επίδοση δεν μπορεί να γίνει στον παραλήπτη, το άρθρο 35 του Κώδικα Δικονομίας ορίζει ότι η επίδοση γίνεται στην κατοικία, ή έλλειψη αυτής, στον τόπο διαμονής του παραλήπτη. Αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η επίδοση γίνεται στην εμπορική ή διοικητική έδρα του νομικού προσώπου.

Οι έννοιες «κατοικία» και «τόπος διαμονής» ορίζονται στο άρθρο 36 του Κώδικα Δικονομίας. Ως «κατοικία» νοείται ο τόπος στον οποίο είναι εγγεγραμμένο κατά κύριο λόγο το πρόσωπο στα μητρώα πληθυσμού, και ως «τόπος διαμονής» νοείται κάθε άλλο ίδρυμα, όπως ο τόπος όπου το πρόσωπο διατηρεί γραφείο, εμπορική επιχείρηση ή βιομηχανία.

Στην περίπτωση αυτή, σε ποιον γίνεται η επίδοση του εγγράφου; Το άρθρο 35 του  Κώδικα Δικονομίας ορίζει ότι το αντίγραφο της πράξης παραδίδεται σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, σε υπάλληλο ή σε μέλος του υπηρετικού προσωπικού του παραλήπτη.

Η επίδοση δεν μπορεί να γίνει σε ανήλικο που δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 16 ετών.

Το άρθρο 44 του Κώδικα Δικονομίας περιγράφει τις διάφορες συμπληρωματικές διατυπώσεις που πρέπει να γίνουν στην περίπτωση που το έγγραφο δεν μπορεί να επιδοθεί προσωπικώς στον παραλήπτη: σε αυτή την περίπτωση παραδίδεται εντός κλειστού φακέλου που φέρει τη σφραγίδα του γραφείου του δικαστικού επιμελητή επί του σημείου συγκόλλησης των χειλέων του φακέλου, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του παραλήπτη και τη μνεία «Pro Justitia - À remettre d’urgence» / "Pro Justitia - Dadelijk af te geven". Επί του φακέλου δεν επιτρέπεται καμία άλλη ένδειξη. Η ολοκλήρωση αυτών των διατυπώσεων αναφέρεται στο αντικείμενο της επίδοσης και το αντίγραφο. Εντούτοις, τα αντίγραφα εγγράφου που αφορά πολλά πρόσωπα με τον ίδιο τόπο κατοικίας ή, ελλείψει τόπου κατοικίας, τον ίδιο τόπο διαμονής, δεν τίθενται εντός κλειστού φακέλου αν παραδίδονται σε έναν από τους ενδιαφερομένους.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Είναι δυνατόν η επίδοση να μη μπορεί να γίνει ούτε στον παραλήπτη ούτε στον τόπο κατοικίας ή τον τόπο διαμονής του παραλήπτη. Συγκεκριμένα, είναι πιθανό ο δικαστικός επιμελητής να μη βρει το πρόσωπο προς το οποίο πρέπει να επιδοθεί το έγγραφο, στον δε τόπο κατοικίας/διαμονής να μην υπάρχει κανένα πρόσωπο στο οποίο να μπορεί να παραδοθεί το εν λόγω έγγραφο (συγγενείς ή άλλοι). Η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται βάσει των διατάξεων των άρθρων 37 (προκειμένου για ποινικές υποθέσεις) και 38 (για λοιπές υποθέσεις) του Κώδικα Δικονομίας.

Σε περίπτωση που το αντικείμενο της επίδοσης για ποινικές υποθέσεις δεν μπορεί να επιδοθεί όπως προβλέπεται από το άρθρο 35, τότε το άρθρο 37 ορίζει ότι η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του αντιγράφου του εν λόγω εγγράφου στο αστυνομικό τμήμα, και εάν δεν υπάρχει αστυνομικό τμήμα, στον δήμαρχο, σε μέλος του δημοτικού συμβουλίου ή σε εξουσιοδοτημένο προς τούτο υπάλληλο. Ο δικαστικός επιμελητής αφήνει στον τόπο κατοικίας ή, ελλείψει αυτού, στον τόπο διαμονής του παραλήπτη, και σε κλειστό φάκελο, ειδοποίηση που τον πληροφορεί για την έκδοση του εν λόγω εγγράφου και τον τόπο απ’ όπου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να το παραλάβει.

Η κεντρική υπηρεσία, το αστυνομικό τμήμα, ο δήμαρχος, το μέλος του δημοτικού συμβουλίου ή ο εξουσιοδοτημένος προς τούτο υπάλληλος λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε το αντίγραφο να παραδοθεί το ταχύτερο δυνατό στον ενδιαφερόμενο.

Ενημερώνουν αμέσως την εισαγγελία που ζήτησε την επίδοση είτε ως προς την ημερομηνία που παρεδόθη το έγγραφο στον παραλήπτη ή σε ένα από τα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 35 είτε ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν εστάθη δυνατή η επίδοση.

Προς τον σκοπό αυτό, ο δικαστικός επιμελητής συμπληρώνει έντυπο στο οποίο αναφέρεται η αρμόδια δικαστική αρχή, η ημερομηνία της ακρόασης ή της δίκης, η εισαγγελία που πρέπει να ενημερωθεί, καθώς και το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του προσώπου στο οποίο πρέπει να παραδοθεί ιδιοχείρως το έγγραφο. Το έντυπο αυτό συνοδεύει τον φάκελο που παραδίδεται στην κεντρική υπηρεσία, το αστυνομικό τμήμα, τον δήμαρχο, το μέλος του δημοτικού συμβουλίου ή τον εξουσιοδοτημένο προς τον σκοπό αυτό υπάλληλο.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Η παράδοση του εγγράφου στο αστυνομικό τμήμα, τον δήμαρχο, το μέλος του δημοτικού συμβουλίου ή τον εξουσιοδοτημένο προς τον σκοπό αυτό υπάλληλο, καθώς και η επίδοση στον παραλήπτη ή σε ένα από τα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 35, γίνεται ατελώς.

Σε περίπτωση που το έγγραφο, για άλλες πλην των ποινικών υποθέσεις, δεν μπορεί να επιδοθεί όπως προβλέπεται από το άρθρο 35, τότε το άρθρο 38 του Κώδικα Δικονομίας ορίζει ότι η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του εγγράφου από τον δικαστικό επιμελητή στον τόπο κατοικίας ή, ελλείψει αυτού, στον τόπο διαμονής του παραλήπτη, εντός κλειστού φακέλου με τις ενδείξεις που προβλέπονται από το άρθρο 44 πρώτο εδάφιο. Στις ενδείξεις αυτές περιλαμβάνεται και η σφραγίδα του γραφείου του δικαστικού επιμελητή επί του σημείου συγκόλλησης των χειλέων του φακέλου, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του παραλήπτη και η μνεία «Pro Justitia - À remettre d’urgence» / "Pro Justitia - Dadelijk af te geven". Επί του φακέλου δεν επιτρέπεται καμία άλλη ένδειξη.

Ο δικαστικός επιμελητής αναγράφει επί του πρωτοτύπου και επί του κοινοποιηθέντος αντιγράφου του εγγράφου την ημερομηνία και τον τόπο κατάθεσης του εν λόγω εγγράφου. Το αργότερο την πρώτη ημέρα που ακολουθεί την παράδοση του εγγράφου, ο δικαστικός επιμελητής απευθύνει, στον τόπο κατοικίας ή, ελλείψει αυτού, στον τόπο διαμονής του παραλήπτη, συστημένη ταχυδρομική επιστολή υπογεγραμμένη από τον ίδιο. Στην επιστολή αναγράφεται η ημερομηνία και η ώρα της επίσκεψης προς επίδοση καθώς και η δυνατότητα που έχει ο παραλήπτης ο ίδιος ή αντιπρόσωπός του φέρων γραπτή εξουσιοδότηση να παραλάβει ακριβές αντίγραφο του εγγράφου από το γραφείο του δικαστικού επιμελητή, εντός προθεσμίας τριών μηνών κατ’ ανώτατο όριο από την επίδοση. Σε περιπτώσεις που ο παραλήπτης του εγγράφου έχει ζητήσει μεταφορά του τόπου κατοικίας του, η συστημένη επιστολή που προβλέπεται στο εδάφιο 3 απευθύνεται στον τόπο όπου είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα πληθυσμού και τη διεύθυνση όπου δηλώνει ότι θέλει να εγκατασταθεί. Η επιστολή φέρει το ονοματεπώνυμο του δικαστικού επιμελητή, τη διεύθυνση του γραφείου του, τις ώρες λειτουργίας και τον τηλεφωνικό αριθμό.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Όταν απορρέει από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά διαπιστώθηκαν επί τόπου, ότι ήταν ουσιαστικά αδύνατη η επίδοση του εγγράφου  στον τόπο κατοικίας ή, ελλείψει αυτού, στον τόπο διαμονής του παραλήπτη, η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του αντιγράφου στην εισαγγελία της δικαστικής περιοχής στην οποία συνέβησαν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά. Επί του πρωτοτύπου και επί του αντιγράφου της πράξης αναγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν αναγκαία την επίδοση στην εισαγγελία. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που οι τόποι που δηλώνονται ως τόποι κατοικίας του παραλήπτη της επίδοσης είναι εμφανώς εγκαταλειμμένοι χωρίς αυτός να έχει ζητήσει τη μεταφορά του τόπου κατοικίας του. Με εντολή του εισαγγελέα λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε στον ενδιαφερόμενο να παραδοθεί, το ταχύτερο δυνατό, το σχετικό αντίγραφο.

Όσον αφορά την επίδοση στους αποδέκτες των οποίων ο γνωστός τόπος κατοικίας ή ο γνωστός τόπος διαμονής ευρίσκεται στο εξωτερικό, στο Βέλγιο χρησιμοποιούνται τρία συστήματα: η επίδοση ή κοινοποίηση ρυθμίζεται από κανονισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (βλ. κανονισμό (ΕΚ αριθ. 1348/2000 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις ), από συνθήκη (βλ. Σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965, Η συνδιάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο English - français), ή από άλλη ρύθμιση. Μόνο η τελευταία περίπτωση αναφέρεται στο παρόν.  

Οι περιπτώσεις στις οποίες δεν εφαρμόζεται ούτε ο κανονισμός ούτε η συνθήκη ρυθμίζονται από το άρθρο 40 του Κώδικα Δικονομίας. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι ο δικαστικός επιμελητής αποστέλλει το αντίγραφο της πράξης με συστημένη επιστολή στον τόπο κατοικίας ή διαμονής στην αλλοδαπή, και μάλιστα αεροπορικώς αν το σημείο άφιξης δεν ευρίσκεται σε όμορη χώρα. Η επίδοση θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε με την παράδοση της πράξης στις ταχυδρομικές υπηρεσίες με απόδειξη αποστολής.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Για διεθνείς επιδόσεις, οι προθεσμίες κατά κανόνα παρατείνονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Κώδικα Δικονομίας, κατά 15 ημέρες εφόσον το ενδιαφερόμενο μέρος διαμένει σε όμορη χώρα ή το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας, κατά 30 ημέρες εφόσον το ενδιαφερόμενο μέρος διαμένει σε άλλη χώρα της Ευρώπης, και κατά 80 ημέρες εφόσον διαμένει σε άλλο μέρος του κόσμου. Υπάρχουν εξαιρέσεις, ειδικότερα όσον αφορά τις διαδικαστικές πράξεις της πολιτικής αγωγής στις ποινικές υποθέσεις.

6. Υπάρχει γραπτή απόδειξη που να πιστοποιεί ότι έχει διεξαχθεί η επίδοση ή κοινοποίηση;

Σε περίπτωση επίδοσης, το άρθρο 43 του Κώδικα Δικονομίας ορίζει ότι το πρόσωπο που παραλαμβάνει το αντίγραφο οφείλει να υπογράψει το πρωτότυπο. Αν αρνηθεί να υπογράψει, ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στη σχετική μνεία επί του προς επίδοση εγγράφου. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει οπωσδήποτε απόδειξη εκτέλεσης της επίδοσης. Η αμφισβήτηση διαπίστωσης εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή δεν είναι εύκολη.

Όσον αφορά την κοινοποίηση, θα υπάρξει φυσικά γραπτή απόδειξη της εκτέλεσης  κατά το μέτρο που αυτή πραγματοποιείται με συστημένη επιστολή. Για το “gerechtsbrief” / “pli judiciaire”, και πάλι το άρθρο 46 του Κώδικα Δικονομίας προβλέπει απόδειξη παραλαβής. Η απόδειξη αυτή φυλάσσεται στον φάκελο της διαδικασίας.

7. Ποιες είναι οι συνέπειες αν κάτι συμβεί και ο παραλήπτης δεν παραλάβει την πράξη ή αν η επίδοση ή η κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων του νόμου (π.χ. αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει σε κάποιον τρίτο); Μπορεί η επίδοση ή η κοινοποίηση να είναι παρά ταύτα έγκυρη; (Μπορεί δηλαδή να αποκατασταθεί η παράβαση των διατάξεων του νόμου;) Πρέπει να αποσταλεί εκ νέου η πράξη προς επίδοση ή κοινοποίηση;

Υπό κανονικές συνθήκες, λίγες είναι οι πιθανότητες να μην παραλάβει ο παραλήπτης την πράξη, δεδομένου ότι η βελγική νομοθεσία χρησιμοποιεί την επίδοση προς τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Αυτό σημαίνει ότι ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει το αντίγραφο προσωπικά στον παραλήπτη. Εντούτοις, στο νόμο προβλέπονται περιπτώσεις στις οποίες η πράξη επιδίδεται σε τρίτον (άρθρο 35 του Κώδικα Δικονομίας) ή ακόμα και σε κάποια διεύθυνση (άρθρο 38). Στις περιπτώσεις αυτές η επίδοση είναι απόλυτα νόμιμη ως εάν να είχε γίνει στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Το πρόσωπο που βεβαιώνει νομίμως την παραλαβή του εγγράφου, κατά το άρθρο 25, και δεν διαβιβάζει αυτήν στον παραλήπτη ή δεν τον ενημερώνει σχετικά μπορεί να υπέχει αστική ευθύνη. Στην πράξη η διάταξη αυτή έχει πολύ καλά αποτελέσματα.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Δεν αποκλείονται εντούτοις παραβάσεις του νόμου κατά την επίδοση ή κοινοποίηση (π.χ. να μην αναφέρονται ορισμένες πληροφορίες στο έγγραφο). Η διαδικαστική κύρωση για τη μη κανονική επίδοση ή κοινοποίηση είναι η ακύρωση των διαδικαστικών πράξεων. Οι κανόνες σχετικά με την ακύρωση περιλαμβάνονται στα άρθρα 860 έως 867 του Κώδικα Δικονομίας.

Το άρθρο 860 ορίζει ότι μια διαδικαστική πράξη μπορεί να κηρυχθεί άκυρη αν ο νόμος επιβάλλει την εν λόγω κύρωση σε περίπτωση μη τήρησης υποχρέωσης προβλεπόμενης από τον νόμο.

Σύμφωνα με το άρθρο 861, ο δικαστής μπορεί να κηρύξει πράξη άκυρη μόνο αν η καταγγελλόμενη παράλειψη ή παρατυπία βλάπτει τα συμφέροντα του μέρους που ζητά την ακύρωση της πράξης ή του εγγράφου.

Αυτή η τελευταία προϋπόθεση δεν ισχύει πάντως στις περιπτώσεις που εκτίθενται στο άρθρο 862 παρ. 1. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι ο κανόνας που αναφέρεται στο άρθρο 861 δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις παράλειψης ή παρατυπίας σχετικά με:

  1. τις προβλεπόμενες προθεσμίες (επί κυρώσει έκπτωσης του δικαιώματος/ακύρωσης),
  2. την υπογραφή της πράξης,
  3. την ένδειξη της ημερομηνίας της πράξης εφόσον αυτή είναι αναγκαία για την εκτίμηση των επιπτώσεών της,
  4. την υπόδειξη του δικαστή που πρέπει να γνωρίζει την υπόθεση,
  5. τον όρκο στον οποίο υπόκεινται οι μάρτυρες και οι εμπειρογνώμονες,
  6. την ένδειξη ότι η επίδοση των εγγράφων και των εκτελεστικών πράξεων έγινε στον ενδιαφερόμενο με άλλο τρόπο από αυτόν που ορίζει η νομοθεσία.  

Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο αποφασίζει την έκπτωση του δικαιώματος ή την ακύρωση των πράξεων, ακόμα και αυτεπαγγέλτως (“ambtshalve nietigheid” / “nullité d’office”). Το άρθρο 862 παρ. 2 του Κώδικα Δικονομίας ορίζει πάντως ότι ο δικαστής οφείλει να λάβει υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 867.

Το άρθρο 867 ορίζει ότι η παράλειψη ή η παρατυπία ως προς το τυπικό μιας πράξης (και μεταξύ άλλων, η μη τήρηση των προθεσμιών που ορίζονται επί ποινή ακυρώσεως) ή της ένδειξης κάποιας από τις διατυπώσεις μπορεί να επιφέρει ακύρωση, όταν αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα ότι η πράξη παρήγε το αναμενόμενο από τον νόμο αποτέλεσμα ή ότι ελήφθη δεόντως υπόψη το γεγονός ότι πληρώθηκε όντως η μη αναφερθείσα διατύπωση.

Πρέπει εξάλλου να συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις για να επιβληθεί η ακύρωση, αλλά το θέμα δεν μπορεί να εξηγηθεί λεπτομερώς κατά την εξέταση της επίδοσης και της κοινοποίησης.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το πρόσωπο που προκαλεί την ακύρωση μπορεί να υπέχει ευθύνη αν καταφανεί ότι η ακύρωση προκλήθηκε από δικό του λάθος.

8. Υπάρχει κόστος για την επίδοση ή την κοινοποίηση, και, αν ναι, ποιο είναι αυτό;

Ο δικαστικός επιμελητής εισπράττει αμοιβή για την εργασία του. Η αμοιβή αυτή ρυθμίζεται από τα άρθρα 519-523 του Κώδικα Δικονομίας (βλ. ιστότοπο της n de Federale Overheidsdienst Justitie / Service public fédéral Justice Deutsch - français - Nederlands, υπό πηγές δικαίου -> πάγια νομοθεσία: νομική υπόσταση = Κώδικας Δικονομίας, λέξεις = 519).

Το ακριβές τιμολόγιο, το οποίο πρέπει να τηρείται, καθορίζεται στο βασιλικό διάταγμα της 30ής Νοεμβρίου 1976 περί καθορισμού του τιμολογίου σχετικά με τις πράξεις που εκτελούν οι δικαστικοί επιμελητές σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και τιμών σχετικά με ορισμένες χορηγήσεις (βλ. Διαδίκτυο, ιστότοπο Federale Overheidsdienst Justitie / Service public fédéral Justice Deutsch - français - Nederlands, υπό πηγές δικαίου -> πάγια νομοθεσία: νομική υπόσταση = Κώδικας Δικονομίας= βασιλικό διάταγμα, ημερομηνία έκδοσης = από 1976 11 30 έως  (κενό)).

Πρόσθετες πληροφορίες

  • Federale Overheidsdienst Justitie Deutsch - français - Nederlands
    • Άρθρο 32 κ.ε του Κώδικα Δικονομίας : υπό πηγές δικαίου -> πάγια νομοθεσία: νομική υπόσταση = Κώδικας Δικονομίας, λέξεις = πρώτο μέρος: γενικές αρχές
    • Άρθρα 519 – 523 του Κώδικα Δικονομίας: υπό πηγές δικαίου -> πάγια νομοθεσία: νομική υπόσταση = Κώδικας Δικονομίας, λέξεις = 519.
    • Βασιλικό διάταγμα της 30ής Νοεμβρίου 1976 περί καθορισμού του τιμολογίου σχετικά με τις πράξεις που εκτελούν οι δικαστικοί κλητήρες σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και τιμών σχετικά με ορισμένες χορηγήσεις: υπό πηγές δικαίου -> πάγια νομοθεσία: νομική υπόσταση = Κώδικας Δικονομίας= βασιλικό διάταγμα, ημερομηνία έκδοσης = από 1976 11 30 έως (κενό).
  • De Nationale Kamer van Gerechtsdeurwaarders van België / Chambre nationale des huissiers de justice de Belgique français - Nederlands
  • Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 Deutsch - English - français - Nederlands του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις
  • Η Σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 (H συνδιάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιοt English - français).

« Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων - Γενικές Πληροφορίες | Βέλγιο - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 01-08-2007

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο