Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων > Βέλγιο

Τελευταία ενημέρωση: 28-04-2006
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων - Βέλγιο

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Η έκδοση στην αρχική γλώσσα επικαιροποιήθηκε και μεταφέρθηκε στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 Σημείωση: όλες οι νομικές διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το παρόν έγγραφο βρίσκονται στην ιστοσελίδα Federale Overheidsdienst Justitie Deutsch - français - Nederlands και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο "geconsolideerde wetgeving"



 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Τι σημαίνει η λέξη εκτέλεση στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις; 1.
2. Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μία εκτελεστή απόφαση; 2.
2.1. Η διαδικασία 2.1.
2.2. Οι ουσιαστικοί όροι 2.2.
3. Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης 3.
3.1. Τι είδους περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης; 3.1.
3.2. Ποιες είναι οι επιπτώσεις των μέτρων εκτέλεσης; 3.2.
3.3. Ποια είναι η ισχύς αυτών των μέτρων; 3.3.
4. Υπάρχει δυνατότητα έφεσης εναντίον κάποιας απόφασης που προβλέπει τέτοια μέτρα; 4.

 

1. Τι σημαίνει η λέξη εκτέλεση στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Εάν κάποιος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί οικειοθελώς με κάποια δικαστική απόφαση, ο ενάγων μπορεί να τον εξαναγκάσει σε συμμόρφωση με τη βοήθεια του δικαστηρίου. Η ενέργεια αυτή είναι γνωστή ως αναγκαστική εκτέλεση. Για να γίνει αυτό απαιτείται εκτελεστός τίτλος (άρθρο 1386 του Δικονομικού Κώδικα), επειδή συνεπάγεται παρέμβαση στην προσωπική δικαιϊκή σφαίρα του οφειλέτη. Ο τίτλος αυτός είναι συνήθως μία δικαστική απόφαση ή μία συμβολαιογραφική πράξη. Για λόγους σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του οφειλέτη ο τίτλος μπορεί να μην εκτελεστεί σε ορισμένες περιπτώσεις (άρθρο 1387 του Δικονομικού Κώδικα). Την εκτέλεση του τίτλου την αναλαμβάνει ο δικαστικός κλητήρας.

Η αναγκαστική εκτέλεση χρησιμοποιείται κυρίως για την είσπραξη χρημάτων, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την εκτέλεση μιας πράξης.

Μία άλλη σημαντική πτυχή είναι η πληρωμή προστίμου (άρθρο 1385α του Δικονομικού Κώδικα). Πρόκειται για ένα τρόπο άσκησης πίεσης στο πρόσωπο που έχει καταδικαστεί, προκειμένου να το εξαναγκάσει να συμμορφωθεί προς μία δικαστική απόφαση. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως δεν μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο, όπως π.χ. στις περιπτώσεις που κάποιος έχει καταδικαστεί να πληρώσει ένα χρηματικό ποσό ή να συμμορφωθεί προς μία σύμβαση εργασίας καθώς και στην περίπτωση που θα προσέβαλε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η πληρωμή προστίμου επιβάλλεται βάσει του εγγράφου που την προβλέπει και για τον λόγο αυτό δεν χρειάζεται άλλος τίτλος.

Στις περιπτώσεις που η καταδικαστική απόφαση προβλέπει την πληρωμή χρημάτων η εκτέλεσή της γίνεται με τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η οποία αποκαλείται κατάσχεση. Γίνεται διάκριση ανάμεσα στα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να κατασχεθούν (κινητά ή ακίνητα)1 και στα είδη της κατάσχεσης (συντηρητική κατάσχεση ή για την κατάσχεση για την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης). Η συντηρητική κατάσχεση χρησιμοποιείται σε έκτακτες περιπτώσεις για να τεθούν τα περιουσιακά στοιχεία υπό την προστασία του δικαστηρίου: δεσμεύονται τα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να διασφαλιστεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκτέλεση. Ο οφειλέτης τότε χάνει τον έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων και δεν μπορεί ούτε να τα πουλήσει ούτε να τα δωρίσει. Όταν τα περιουσιακά στοιχεία κάποιου οφειλέτη κατάσχονται με στόχο την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, πωλούνται και το προϊόν της πώλησης δίνεται στον ενάγοντα. Ο ενάγων δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν κατασχεθεί αλλά μόνο στο προϊόν της πώλησής τους.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Εκτός από την κανονική συντηρητική κατάσχεση κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων και την κατάσχεση με στόχο την εκτέλεση υπάρχουν και ειδικοί κανόνες για την κατάσχεση πλοίων (άρθρα 1467 έως 1480 και άρθρα 1545 έως 1559 του Δικονομικού Κώδικα), για την κατάσχεση στην περίπτωση πλαστογραφίας (άρθρα 1481 έως 1488, για την κατάσχεση λόγω μη καταβολής του ενοικίου (άρθρο 1461 του Δικονομικού Κώδικα), κατάσχεση λόγω διεκδίκησης (άρθρα 1462 έως 1466 του Δικονομικού Κώδικα) και την κατάσχεση φρούτων και σπαρτών πριν ακόμη γίνει η συγκομιδή τους (άρθρα 1529 έως 1538 του Δικονομικού Κώδικα). Στη συνέχεια αυτού του εγγράφου ασχολούμαστε μόνο με τις συνηθισμένες κατασχέσεις.

2. Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μία εκτελεστή απόφαση;

2.1. Η διαδικασία
2.1.1. Συντηρητική κατάσχεση

Για τη συντηρητική κατάσχεση απαιτείται άδεια του δικαστηρίου (άρθρο 1413 του Δικονομικού Κώδικα). Η άδεια αυτή ζητείται με την υποβολή μονομερούς αίτησης (άρθρο 1417 του Δικονομικού Κώδικα). Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ίδια αίτηση για την κατάσχεση κινητής και ακίνητης περιουσίας. Για την κατάσχεση ακίνητης περιουσίας απαιτείται σε κάθε περίπτωση ξεχωριστή αίτηση.

Το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του σχετικά με την κατάσχεση εντός οκτώ ημερών από την υποβολή της αίτησης (άρθρο 1418 του Δικονομικού Κώδικα). Το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση αδείας ή μπορεί να χορηγήσει μερική ή πλήρη άδεια στον ενάγοντα. Η απόφαση του δικαστηρίου σχετικά με την κατάσχεση θα πρέπει να κοινοποιηθεί στον οφειλέτη. Η απόφαση διαβιβάζεται στον δικαστικό επιμελητή ο οποίος προβαίνει στις απαραίτητές ενέργειες για την επίδοσή της.

Υπάρχει μία σημαντική εξαίρεση απ΄αυτόν τον κανόνα σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται η άδεια του δικαστή για να γίνει η κατάσχεση: κάθε δικαστική απόφαση παρέχει το δικαίωμα συντηρητικής κατάσχεσης σε σχέση με την ποινή που προβλέπει (άρθρο 1414 του Δικονομικού Κώδικα). Και η περίπτωση αυτή όμως θα πρέπει να είναι επείγουσα. Η δικαστική απόφαση θα πρέπει απλώς να διαβιβαστεί στον δικαστικό κλητήρα ο οποίος θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Η συντηρητική κατάσχεση μπορεί να μετατραπεί σε εκτέλεση (άρθρα 1489 έως 1493 του Δικονομικού Κώδικα).

2.1.2. Κατάσχεση για την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης

A. Γενικά

Αυτού του είδους η κατάσχεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου (άρθρο 1494 του Δικονομικού Κώδικα). Οι δικαστικές αποφάσεις2 και οι συμβολαιογραφικές πράξεις3 μπορούν να εκτελεστούν, μόνο εάν υποβληθεί επικυρωμένο αντίγραφό τους4 ή το πρωτότυπό τους5, μαζί με τη διαταγή εκτέλεσης που εκδίδεται με βασιλικό διάταγμα6.

Η απόφαση του δικαστηρίου7 επιδίδεται εκ των προτέρων στον εναγόμενο (άρθρο 1495 του Δικονομικού Κώδικα). Εάν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, θα πρέπει οπωσδήποτε να ειδοποιηθεί εκ των προτέρων ο οφειλέτης. Εάν όμως ο εκτελεστός τίτλος είναι συμβολαιογραφική πράξη, δεν είναι υποχρεωτικό να ειδοποιηθεί εκ των προτέρων ο οφειλέτης, επειδή είναι ήδη ενήμερος σχετικά. Η προθεσμία για την υποβολή αίτησης επανεξέτασης ή έφεσης αρχίζει με την επίδοση της δικαστικής απόφασης. Η άσκηση έφεσης έχει ως συνέπεια την αναστολή της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης (αλλά όχι της συντηρητικής κατάσχεσης) στις περιπτώσεις που η απόφαση προβλέπει την πληρωμή ενός χρηματικού προστίμου. Η προσωρινή εκτέλεση (αποφάσεις που επιδέχονται προσωρινή εκτέλεση) δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όπως οι διαδικασίες επανεξέτασης ή έφεσης.

Το επόμενο στάδιο των προσπαθειών του ενάγοντος για την αναγκαστική πώληση της περιουσίας είναι η εντολή πληρωμής (άρθρο 1499 του Δικονομικού Κώδικα). Αυτή είναι η πρώτη πράξη της εκτέλεσης και η τελευταία προειδοποίηση προς τον οφειλέτη, ο οποίος μπορεί ακόμη να αποφύγει την κατάσχεση στο στάδιο αυτό. Υπάρχει μία περίοδος αναμονής μετά την έκδοση της εντολής πληρωμής διάρκειας μιας ημέρας για την κατάσχεση κινητής περιουσίας (άρθρο 1499 του Δικονομικού Κώδικα) και 15 ημερών για την κατάσχεση ακίνητης περιουσίας (άρθρο 1566 του Δικονομικού Κώδικα). Η εντολή επιδίδεται στον οφειλέτη και συνιστά προειδοποίηση και απαίτηση πληρωμής. Η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να χρησιμεύσει μόνο για την είσπραξη των ποσών που προβλέπει η εντολή πληρωμής.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Μετά το τέλος αυτής της προθεσμίας μπορεί να γίνει κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων. Η κατάσχεση γίνεται με απόφαση του δικαστικού κλητήρα. Ο υπάλληλος αυτός θεωρείται ως πληρεξούσιος του ενάγοντος. Οι αρμοδιότητές του προβλέπονται από τον νόμο και ενεργεί υπό την εποπτεία του δικαστηρίου. Έχει συμβατική ευθύνη έναντι του ενάγοντος και μη συμβατική ευθύνη έναντι τρίτων προσώπων (βάσει του νόμου και βάσει της γενικής αρχής για επίδειξη της δέουσας προσοχής).

Εντός 24 ωρών από τότε που του επιδίδεται η απόφαση ο δικαστικός κλητήρας ειδοποιεί τον υπάλληλο του πρωτοδικείου του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση (άρθρο 1390 του Δικονομικού Κώδικα). Η ειδοποίηση αυτή είναι υποχρεωτική τόσο για τα κινητά όσο και τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. Δεν μπορεί να γίνει καμία κατάσχεση για την εκτέλεση κάποιας δικαστικής πράξης, εάν δεν έχουν επιδοθεί οι ανακοινώσεις σχετικά με την κατάσχεση (άρθρο 1391 του Δικονομικού Κώδικα). Ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε, προκειμένου να παρεμποδίζονται οι περιττές κατασχέσεις και να ενισχυθεί η συλλογική διάσταση της κατάσχεσης.

B. Κατάσχεση κινητών περιουσιακών στοιχείων

Για την κατάσχεση αυτή απαιτείται εντολή πληρωμής, εναντίον της οποίας έχει το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση ο οφειλέτης. Η κατάσχεση γίνεται με βάση μία απόφαση κατάσχεσης και είναι κατά κύριο λόγο συντηρητική κατάσχεση: τα περιουσιακά στοιχεία δεν μετακινούνται και δεν υπάρχει καμία αλλαγή όσον αφορά την κυριότητα και τη χρήση τους. Είναι δυνατή επίσης η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε ένα άλλο σημείο εκτός της κατοικίας του οφειλέτη, δηλαδή στις εγκαταστάσεις τρίτου προσώπου.

Στην περίπτωση της κινητής περιουσίας η κατάσχεση δεν περιορίζεται σε μία μόνο διαδικασία, αλλά δεν έχει κανένα νόημα να κατασχεθεί για δεύτερη φορά το ίδιο περιουσιακό στοιχείο λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εξόδων. Στη διαδικασία αναλογικής κατανομής των εσόδων της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη θα συμμετάσχουν και άλλοι ενάγοντες εκτός από αυτόν που πραγματοποίησε την κατάσχεση (άρθρο 1627 και επόμενα του Δικονομικού Κώδικα).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Συντάσσεται επίσημη έκθεση σχετικά με τη κατάσχεση. Τα περιουσιακά στοιχεία που κατάσχονται πωλούνται το συντομότερο εντός μηνός από την επίδοση του αντιγράφου της επίσημης έκθεσης σχετικά με τη κατάσχεση. Η προθεσμία αυτή έχει ως στόχο να δώσει στον οφειλέτη μία τελευταία ευκαιρία, για να παρεμποδίσει την πώληση. Η πώληση γνωστοποιείται στο κοινό με αφισοκολλήσεις και ανακοινώσεις στον τύπο. Γίνεται σε μία αίθουσα δημοπρασιών ή σε μία δημόσια αγορά, εκτός εάν υπάρχει αίτημα για έναν άλλο πιο κατάλληλο χώρο. Γίνεται από τον δικαστικό κλητήρα, ο οποίος συντάσσει μία επίσημη έκθεση και εισπράττει το ποσό της πώλησης. Εντός προθεσμίας 15 ημερών ο δικαστικός κλητήρας διανέμει αναλογικά το ποσό αυτό (άρθρο 1627 και επόμενα του Δικονομικού Κώδικα). Η διανομή των εσόδων της πώλησης γίνεται στα πλαίσια ενός φιλικού διακανονισμού. Σε διαφορετική περίπτωση παρεμβαίνει το δικαστήριο.

Γ. Κατάσχεση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 1560 και επόμενα του Δικονομικού Κώδικα).

Η κατάσχεση αρχίζει με την επίδοση της εντολής πληρωμής.

Στη συνέχεια η κατάσχεση πρέπει να γίνει το συντομότερο εντός 15 ημερών και το αργότερο εντός 6 μηνών, διαφορετικά παύει να έχει νομική ισχύ η απόφαση κατάσχεσης. Η απόφαση κατάσχεσης πρέπει εν συνεχεία να μετεγγραφεί στα μητρώα του υποθηκοφυλακείου8 εντός 15 ημερών και να επιδοθεί εντός 6 μηνών. Η πράξη μετεγγραφής της απόφασης σημαίνει ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί πλέον να διαθέσει την περιουσία του και έχει ανώτατη ισχύ έξι μήνες. Εάν δεν μετεγγραφεί η απόφαση, παύει να έχει ισχύ η κατάσχεση. Στην περίπτωση της ακίνητης περιουσίας, σε αντίθεση με τη κινητή περιουσία, ισχύει η αρχή ότι κάποιο περιουσιακό στοιχείο μπορεί να κατασχεθεί μόνο μία φορά, δηλαδή: “δεν μπορεί να γίνει κατάσχεση σε είδος που έχει ήδη κατασχεθεί”.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το τελικό στάδιο είναι η υποβολή αίτησης στο δικαστήριο για να ορίσει ένα συμβολαιογράφο, προκειμένου να χειριστεί την πώληση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν κατασχεθεί και να κατατάξει κατά σειρά προτεραιότητας τους πιστωτές. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση ανακοπής εναντίον της πράξης διορισμού του συμβολαιογράφου στο δικαστήριο που διέταξε την κατάσχεση. Οι άλλοι κανόνες σχετικά με την πώληση περιουσιακών στοιχείων προβλέπονται με σαφήνεια από τον νόμο (βλέπε άρθρα 1582 και επόμενα του Δικονομικού Κώδικα). Η πώληση είναι κατ΄αρχήν δημόσια, αλλά με πρωτοβουλία του δικαστή ή με αίτημα του πιστωτή που ζητά την κατάσχεση μπορεί να γίνει και απευθείας πώληση. Τα έσοδα της πώλησης κατανέμονται εν συνεχεία ανάμεσα στους διάφορους πιστωτές σύμφωνα με την συμφωνηθείσα σειρά προτεραιότητας (άρθρα 1639 έως 1654 του Δικονομικού Κώδικα). Οι διαφορές σχετικά με τη σειρά προτεραιότητας των πιστωτών εκδικάζονται από το δικαστήριο που διέταξε την κατάσχεση.

2.1.3. Κατάσχεση απαιτήσεων έναντι τρίτων

Πρόκειται για την κατάσχεση απαιτήσεων του οφειλέτη έναντι τρίτων (π.χ. έναντι του εργοδότη του για τον μισθό του). Το τρίτο πρόσωπο στην περίπτωση αυτή είναι δεύτερο σε σειρά προτεραιότητας σε σχέση με τον πιστωτή που ζητά την κατάσχεση. Η κατάσχεση αυτή δεν είναι ίδια με την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη αλλά βρίσκονται στην κατοχή τρίτου προσώπου.

Η απαίτηση που αποτελεί την αιτία της κατάσχεσης είναι η απαίτηση που έχει ο πιστωτής από τον οφειλέτη του. Η απαίτηση η οποία αποτελεί τη βάση της κατάσχεσης είναι η απαίτηση που έχει ο οφειλέτης έναντι ενός τρίτου προσώπου/του τριτοφειλέτη.

Λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις κατασχέσεις απαιτήσεων έναντι τρίτων περιλαμβάνονται στα άρθρα 1445 έως 1640 του Δικονομικού Κώδικα (συντηρητική κατάσχεση) και στα άρθρα 1539 έως 1544 του Δικονομικού Κώδικα όσον αφορά την εκτέλεση.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

2.1.4. Κόστος

Εκτός των δικαστικών εξόδων υπάρχουν και τα έξοδα του δικαστικού κλητήρα, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις περιπτώσεις κατάσχεσης. Η αμοιβή του δικαστικού κλητήρα για τις επίσημες υπηρεσίες του προβλέπονται από το βασιλικό διάταγμα της 30ης Νοεμβρίου 1976, το οποίο προβλέπει τις αμοιβές για τις πράξεις των δικαστικών κλητήρων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και το ύψος ορισμένων πρόσθετων τελών (βλέπε Federale Overheidsdienst Justitie Deutsch - français - Nederlands).

2.2. Οι ουσιαστικοί όροι

A. Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί να ζητήσει κάθε πιστωτής που έχει κάποια απαίτηση, ανεξαρτήτως από την αξία των περιουσιακών στοιχείων και το ποσό της απαίτησης (βλέπε άρθρο 1413 του Δικονομικού Κώδικα).

Πρέπει να είναι οπωσδήποτε επείγουσα η περίπτωση για να ζητηθεί αυτού του είδους η κατάσχεση: πρέπει να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την φερεγγυότητα του οφειλέτη και να υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσουν να πουληθούν τα περιουσιακά του στοιχεία. Την απόφαση για το αν πληρούται αυτός ο όρος την λαμβάνει το δικαστήριο με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Η περίπτωση πρέπει να είναι επείγουσα όχι μόνο τον καιρό που γίνεται η κατάσχεση αλλά και όταν εξετάζεται εάν εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι συνέχισης της κατάσχεσης. Υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις από αυτό τον κανόνα: η κατάσχεση στην περίπτωση πλαστογραφήσεων, η κατάσχεση συναλλαγματικών σε περίπτωση χρεών και η εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων.

Μια δεύτερη προϋπόθεση για την συντηρητική κατάσχεση είναι να υπάρχει απαίτηση εκ μέρους του ενάγοντος. Η απαίτηση αυτή πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις (άρθρο 1415 του Δικονομικού Κώδικα): πρέπει να είναι βεβαία (όχι υπό αίρεση), απαιτητή (ισχύει και η αίτηση εγγύησης μελλοντικών απαιτήσεων) και εκκαθαρισμένη (να είναι προσδιορισμένο ή να μπορεί να προσδιοριστεί το ποσό). Η φύση και το ποσό της απαίτησης αντιθέτως δεν έχουν καμία σημασία. Ο δικαστής για να διατάξει την κατάσχεση εξετάζει εάν πληρούνται αυτοί οι όροι, αλλά το δικαστήριο που εκδικάζει εν συνεχεία την υπόθεση δεν δεσμεύεται από αυτή την απόφαση.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τρίτον, ο ενάγων που ζητά τη συντηρητική κατάσχεση πρέπει να έχει το δικαίωμα αυτό. Πρόκειται για μία πράξη ελέγχου στην περίπτωση αυτή (η οποία δεν είναι απαραίτητη), την οποία μπορεί εν ανάγκη να την πραγματοποιήσει και ο νομικός εκπρόσωπος.

Για την κατάσχεση απαιτείται άδεια από τον δικαστή, εκτός εάν ο ενάγων έχει ήδη στα χέρια του μία δικαστική απόφαση (βλέπε παραπάνω). Δεν απαιτείται όμως για την κατάσχεση απαιτήσεων έναντι τρίτων ούτε για την κατάσταση λόγω μη πληρωμής του ενοικίου για τους ενάγοντες οι οποίοι έχουν ήδη στα χέρια τους μία δικαστική απόφαση (άρθρο 1414 του Δικονομικού Κώδικα: κάθε δικαστική απόφαση αποτελεί εκτελεστό τίτλο). Η συμβολαιογραφική πράξη αποτελεί επίσης εκτελεστό τίτλο.

B. Κατάσχεση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης

Και στην περίπτωση αυτή απαιτείται εκτελεστός τίτλος (άρθρο 1494 του Δικονομικού Κώδικα). Ο τίτλος αυτός μπορεί να είναι μία δικαστική απόφαση, μία αυθεντική νομική πράξη, μία φορολογική διαταγή αναγκαστικής είσπραξης, μία διαταγή εκτέλεσης απόφασης αλλοδαπού δικαστή, κλπ.

Η απαίτηση θα πρέπει να έχει τη μορφή πράξης η οποία θα πρέπει να πληροί ορισμένα κριτήρια. Όπως και στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης, η απαίτηση θα πρέπει να είναι βέβαια, εκκαθαρισμένη και απαιτητή. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 1494 του Δικονομικού Κώδικα, προβλέπει ότι η κατάσχεση που γίνεται με στόχο την πληρωμή οφειλόμενου ποσού σε δόσεις θα ισχύει και για τις μελλοντικές δόσεις στο βαθμό που θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

Ο τίτλος εξάλλου θα πρέπει να είναι έγκυρος. Ο δικαστής που διατάσσει την κατάσχεση δεν θα εξετάσει εάν είναι έγκυρος ο τίτλος, εάν ο πιστωτής είχε αποσύρει την αγωγή του ή εάν έχει παραγραφεί εν όλω ή εν μέρει η απαίτηση (επειδή εξέπνευσε η προθεσμία, επειδή πληρώθηκε ή διευθετήθηκε κατά κάποιον άλλο τρόπο).

3. Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

3.1. Τι είδους περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

A. Γενικά

Μόνο η κινητή και ακίνητη περιουσία του οφειλέτη μπορούν να κατασχεθούν. Περιουσιακά στοιχεία τρίτων δεν μπορούν να κατασχεθούν, αλλά δεν έχει καμία σημασία ποιος έχει την κατοχή των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Κατά συνέπεια είναι δυνατόν να κατασχεθούν περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή τρίτων, εάν δώσει σχετική άδεια το δικαστήριο (άρθρο 1503 του Δικονομικού Κώδικα).

Ο πιστωτής μπορεί να εγείρει απαίτηση μόνο έναντι της τωρινής περιουσίας του οφειλέτη. Μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης πτωχεύσει κατά δόλιο τρόπο μπορεί να δεσμευθεί η προηγούμενη περιουσία του. Κατάσχεση της μελλοντικής περιουσίας δεν μπορεί να γίνει κανονικά, εκτός από τις μελλοντικές απαιτήσεις.

Τα έσοδα από τα είδη που κατάσχονται παραμένουν κανονικά στον οφειλέτη στην περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης. Στην περίπτωση κατάσχεσης για την εκτέλεση κάποιας δικαστικής απόφασης εν τούτοις τα έσοδα αποτελούν επίσης αντικείμενο κατάσχεσης και για τον λόγο αυτό πηγαίνουν στον πιστωτή.

Είναι δυνατόν να κατασχεθεί ένα αδιαίρετο περιουσιακό στοιχείο, αλλά η αναγκαστική πώληση περιουσίας αναστέλλεται στην περίπτωση αυτή μέχρι να διαιρεθεί το περιουσιακό στοιχείο (βλέπε π.χ. άρθρο 1561 του Δικονομικού Κώδικα). Για τους συζύγους ισχύουν ειδικοί κανόνες.

B. Περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να κατασχεθούν

Τα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να επιδέχονται κατάσχεση. Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να κατασχεθούν. Η εξαίρεσή τους από την κατάσχεση προβλέπεται από το νόμο ή προσδιορίζεται από τη φύση των περιουσιακών στοιχείων ή από το γεγονός ότι είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πρόσωπο του οφειλέτη. Δεν μπορούν όμως να τύχουν εξαίρεσης από την κατάσχεση κάποια είδη με βάση τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται. Για τον λόγο αυτό τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης:

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

  1. Τα περιουσιακά στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 1408 του Δικονομικού Κώδικα. Ο περιορισμός αυτός εισήχθη προκειμένου να εξασφαλίζονται αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για τον οφειλέτη και την οικογένειά του.
  2. Τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν έχουν καμία αξία και για το λόγο αυτό καμία χρησιμότητα για τον πιστωτή.
  3. Τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να απαλλοτριωθούν, επειδή είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πρόσωπο του οφειλέτη.
  4. Τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης βάσει του νόμου (π.χ. το εισόδημα και οι μισθοί των ανηλίκων, ανέκδοτα βιβλία και μουσική, το εισόδημα των φυλακισμένων από εργασίες που κάνουν στη φυλακή κλπ.).
  5. Οι μισθοί (επίσχεση μισθού) και οι συναφείς απαιτήσεις μπορούν συνήθως να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης μέχρι ένα ορισμένο βαθμό (βλέπε άρθρα 1409, 1409α και 1410 § 1 του Δικονομικού Κώδικα). Πρόκειται π.χ. για τη διατροφή υπέρ του/της συζύγου που δεν κρίνεται ένοχος. Ορισμένες πληρωμές όμως, όπως είναι το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης (βλέπε άρθρο 1410 § 2 του Δικονομικού Κώδικα). Οι περιορισμοί όσον αφορά την κατάσχεση δεν ισχύουν για τις οφειλές που αφορούν διατροφή. Οι απαιτήσεις αυτές μάλιστα έχουν προτεραιότητα (βλέπε άρθρο 1412 του Δικονομικού Κώδικα).

Παλιότερα ίσχυε η αρχή της ασυλίας του κράτους όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνεται κατάσχεση κρατικής περιουσίας. Η αρχή αυτή έχει τροποποιηθεί ελαφρώς τώρα με το άρθρο 1412α του Δικονομικού Κώδικα.

Υπάρχουν ειδικοί κανόνες που διέπουν την κατάσχεση πλοίων και αεροπλάνων (βλέπε άρθρα 1467 έως 1480 του Δικονομικού Κώδικα όσον αφορά τη συντηρητική κατάσχεση και άρθρα 1545 έως 1559 του Δικονομικού Κώδικα όσον αφορά την κατάσχεση για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Σημείωση: πρόσφατα το Βέλγιο ψήφιζε ένα νέο νόμο σχετικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς: De wet betreffende de onvatbaarheid voor beslag en de onoverdraagbaarheid van de bedragen waarvan sprake is in de artikelen 1409, 1409 bis en 1410 van het Gerechtelijk Wetboek wanneer die bedragen op een zichtrekening gecrediteerd zijn (νόμος περί μη κατάσχεσης και μη μεταβίβασης των ποσών που προβλέπονται από τα άρθρα 1409, 1412α και 1410 του Δικονομικού Κώδικα, όταν αυτά τα ποσά είναι πιστωμένα σε ένα λογαριασμό όψεως) (ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου στις 2 Ιουλίου 2004). Ο νόμος αυτός δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ, επειδή απαιτείται η έκδοση βασιλικού διατάγματος για την εφαρμογή του (βλέπε άρθρο 5 του νόμου). Ο νόμος επεκτείνει τους περιορισμούς και τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τα προαναφερόμενα άρθρα του Δικονομικού Κώδικα προς τα ποσά που πιστώνονται στους λογαριασμούς όψεως.

Γ. Μερική εξόφληση

Όταν ένα περιουσιακό στοιχείο έχει κατασχεθεί, η κατάσχεση ισχύει συνήθως για ολόκληρο το περιουσιακό στοιχείο, ακόμη και αν η αξία του υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα δυσμενές για τον οφειλέτη, για το λόγο ότι ο ίδιος δεν μπορεί να το διαθέσει κατά κανένα τρόπο. Για να μετριάσει την επίπτωση αυτού του γεγονότος, ο βέλγος νομοθέτης παρέχει τη δυνατότητα μερικής εξόφλησης: ο οφειλέτης καταθέτει ένα συγκεκριμένο ποσό και κατ΄αυτό τον τρόπο ανακτά τη χρήση της περιουσίας του (βλέπε άρθρα 1403 έως 1407 του Δικονομικού Κώδικα).

Τόσο στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης όσο και στην περίπτωση της κατάσχεσης για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης μπορεί να γίνει μερική εξόφληση σε σχέση με την απαίτηση που ήταν η αιτία της κατάσχεσης ή σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο. Στην πρώτη περίπτωση η μερική εξόφληση αντικαθιστά το κατασχεθέν περιουσιακό στοιχείο, το οποίο επιστρέφεται στον οφειλέτη. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε μία απλή μετακίνηση του κατασχεθέντος περιουσιακού στοιχείου.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

3.2. Ποιες είναι οι επιπτώσεις των μέτρων εκτέλεσης;

A. Κατάσχεση

Από τη στιγμή που κατάσχονται τα περιουσιακά στοιχεία ο οφειλέτης δεν έχει πλέον το δικαίωμα να τα διαθέσει. Η κατάσχεση εντούτοις δεν παρέχει κανένα προνόμιο στον πιστωτή. Το γεγονός ότι ο οφειλέτης χάνει το δικαίωμα διάθεσης σημαίνει ότι δεν μπορεί πλέον να πουλήσει, ή να υποθηκεύσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Εξακολουθούν όμως να παραμένουν στην κατοχή του οφειλέτη. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει καμία αλλαγή όσον αφορά την κατάστασή τους, μόνο η νομική τους κατάσταση είναι διαφορετική.

Οι πράξεις στις οποίες προβαίνει ο οφειλέτης κατά παράβαση του μέτρου της κατάσχεσης δεν είναι δεσμευτικές για τον πιστωτή.

Η απώλεια του δικαιώματος διάθεσης είναι εντούτοις σχετική, δηλαδή ισχύει μόνο έναντι του πιστωτή που ζήτησε τη κατάσχεση. Οι άλλοι πιστωτές είναι απροστάτευτοι στην περίπτωση που υπάρξει διακύμανση στα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Μπορούν όμως με πολύ απλό τρόπο να προσχωρήσουν στο μέτρο της κατάσχεσης το οποίο έχει ήδη ληφθεί.

Η απώλεια του δικαιώματος διάθεσης είναι το πρώτο στάδιο της διαδικασίας πώλησης των περιουσιακών στοιχείων. Τα περιουσιακά στοιχεία περιέρχονται συνεπώς στον έλεγχο του δικαστηρίου. Για το λόγο αυτό η κατάσχεση με στόχο την εκτέλεση μιας δικαστικής πράξης αποτελεί κατά κύριο λόγο ασφαλιστικό μέτρο.

B. Κατάσχεση εις χείρας τρίτων

Αυτό το είδος της κατάσχεσης αφαιρεί τον έλεγχο επί ολόκληρης της απαίτησης, ανεξαρτήτως του ποσού της αρχικής απαίτησης που αποτέλεσε την αιτία της κατάσχεσης. Ο τριτοφειλέτης μπορεί να προβεί σε μερική εξόφληση. Οι ενέργειες οι οποίες υποσκάπτουν την απαίτηση δεν είναι δεσμευτικές για τον πιστωτή που ζήτησε την κατάσχεση. Μόλις γίνει η κατάσχεση εις χείρας τρίτων δεν μπορεί πλέον να γίνει κανένας διακανονισμός ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τριτοφειλέτη.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

3.3. Ποια είναι η ισχύς αυτών των μέτρων;

A. Συντηρητική κατάσχεση

Η συντηρητική κατάσχεση είναι τριετούς διάρκειας. Στην περίπτωση κατάσχεσης κινητής περιουσίας και κατάσχεσης εις χείρας τρίτων η τριετής περίοδος αρχίζει από την ημερομηνία της διαταγής ή της απόφασης (άρθρα 1425 και 1458 του Δικονομικού Κώδικα). Στην περίπτωση κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας η ημερομηνία μετεγγραφής στα μητρώα του υποθηκοφυλακείου σηματοδοτεί την έναρξη της τριετούς περιόδου (άρθρο 1436 του Δικονομικού Κώδικα).

Η περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαροί λόγοι προς αυτό (άρθρα 1426, 1459 και 1437 του Δικονομικού Κώδικα).

B. Κατάσχεση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης

Στην περίπτωση της κατάσχεσης για την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης ανώτατη περίοδος ισχύος προβλέπεται μόνο για τη διαταγή κατάσχεσης. Γι΄αυτού του είδους τη κατάσχεση η περίοδος είναι δεκαετής στην περίπτωση κινητής περιουσίας (η κανονική περίοδος, επειδή δεν ισχύουν ειδικές διατάξεις) και έξι μήνες στην περίπτωση της ακίνητης περιουσίας (άρθρο 1567 του Δικονομικού Κώδικα). Για την κατάσχεση πλοίων η περίοδος είναι 1 έτος (άρθρο 1549 του Δικονομικού Κώδικα).

4. Υπάρχει δυνατότητα έφεσης εναντίον κάποιας απόφασης που προβλέπει τέτοια μέτρα;

A. Συντηρητική κατάσχεση

Εάν ο δικαστής αρνείται να χορηγήσει άδεια συντηρητικής κατάσχεσης, ο αιτών, δηλαδή ο πιστωτής μπορεί να υποβάλει έφεση εναντίον της απόφασης αυτής στο εφετείο. Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου είναι μονομερής. Εάν το εφετείο δώσει άδεια για κατάσχεση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ασκήσει τριτανακοπή εναντίον της απόφασης (βλέπε άρθρο 1419 του Δικονομικού Κώδικα).

Εάν ο δικαστής δώσει την άδεια για συντηρητική κατάσχεση, ο οφειλέτης ή οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση τριτανακοπής εναντίον αυτής της απόφασης. Η προθεσμία για την υποβολή τριτανακοπής είναι διάρκειας ενός μηνός και θα πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο που έλαβε τη σχετική απόφαση. Το δικαστήριο τότε θα καλέσει όλα τα μέρη να παραβρεθούν στη δίκη (διαδικασία κατ΄αντιπαράθεση)9. Η τριτανακοπή δεν έχει κανονικά κανένα ανασταλτικό χαρακτήρα (βλέπε άρθρα 1419 και 1033 του Δικονομικού Κώδικα).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Στις περιπτώσεις συντηρητικής κατάσχεσης χωρίς άδεια του δικαστηρίου ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει έφεση και να ζητήσει από τον δικαστή που έδωσε την άδεια για κατάσχεση να την ανακαλέσει (άρθρο 1420 του Δικονομικού Κώδικα). Αυτή είναι η διαδικασία ανακοπής της απόφασης κατάσχεσης και χρησιμοποιείται στη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων, σε συνδυασμό με την επιβολή προστίμου εν ανάγκη. Η απαίτηση αυτή μπορεί να βασιστεί στον ισχυρισμό ότι είναι επείγουσα η περίπτωση (Απόφαση Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1984, Συλλογή Αποφάσεων Ακυρωτικού Δικαστηρίου 1984-85, 87).

Σε περίπτωση αλλαγής των πραγματικών περιστατικών τόσο ο οφειλέτης (καλώντας όλα τα μέρη να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου που έλαβε την απόφαση για την κατάσχεση) όσο και ο πιστωτής (ή ο διαμεσολαβητής) (μετά από αίτηση) μπορεί να ζητήσει από τον δικαστή να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση κατάσχεσης.

B. Κατάσχεση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης

Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση ανακοπής της εντολής πληρωμής αμφισβητώντας κατ΄αυτό τον τρόπο τη νομική της ισχύ. Ο νόμος δεν προβλέπει καμιά χρονική προθεσμία για την υποβολή της ανακοπής, η οποία ενέχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Η ανακοπή μπορεί να βασιστεί στα διαδικαστικά λάθη και στην αίτηση για αναβολή (όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι συμβολαιογραφική πράξη).

Οι οφειλέτες μπορούν να υποβάλουν αίτηση ανακοπής της απόφασης του δικαστηρίου με την οποία εδόθη η άδεια για κατάσχεση της περιουσίας τους, αλλά η ανακοπή αυτή δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα.

Οι πιστωτές εκτός αυτού που ζήτησε την κατάσχεση μπορούν να διαφωνήσουν ως προς την τιμή πώλησης αλλά όχι ως προς την ίδια την πώληση.

Ένα τρίτο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι ο ιδιοκτήτης των κατεσχημένων περιουσιακών στοιχείων μπορεί επίσης να υποβάλει αίτηση ανακοπής στο δικαστήριο (άρθρο 1514 του Δικονομικού Κώδικα). Η αίτηση αυτή δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας




1 Κατάσχεση κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων αντίστοιχα

2 Εκδίδονται από δικαστή

3 Συντάσσονται κατά κανόνα από συμβολαιογράφο

4 Το πρώτο αντίγραφο. Ο διάδικος που ζητά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης λαμβάνει μόνο ένα επικυρωμένο αντίγραφο. Το αντίγραφο αυτό το χορηγεί η γραμματεία κατόπιν καταβολής του σχετικού τέλους.

5 Το πρωτότυπο της δικαστικής απόφασης ή της συμβολαιογραφικής πράξης. Ισχύει μόνο για τις πολύ επείγουσες περιπτώσεις.

6 Βασιλικό διάταγμα της 9ης Αυγούστου 1993, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου, 9 Αυγούστου 1993 (www.just.fgov.be Deutsch - français - Nederlands):

"Αλβέρτος II, Βασιλιάς του Βελγίου,

Προς όλες τις τωρινές και μελλοντικές γενεές:

Διατάσσω όλους του δικαστικούς κλητήρες να εκτελέσουν, εάν τους ζητηθεί, την παρούσα δικαστική απόφαση, απόφαση, διαταγή ή συμβολαιογραφική πράξη.

Τον Γενικό Εισαγγελέα και όλους τους εισαγγελείς των πρωτοδικείων να την εκτελέσουν και όλους τους προϊσταμένους και υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών να βοηθήσουν στην εκτέλεσή της, εάν αυτό προβλέπεται από το νόμο,

Σε πίστωση των ανωτέρω η παρούσα δικαστική απόφαση, διαταγή, εντολή ή συμβολαιογραφική πράξη υπογράφεται και φέρει τη σφραγίδα του δικαστηρίου ή του συμβολαιογράφου."

7 Για τις πράξεις που έχουν σχέση με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ή της συμβολαιογραφικής πράξης ο δικαστικός κλητήρας είναι υπόλογος ενώπιον της εισαγγελίας και του περιφερειακού επιμελητηρίου των δικαστικών κλητήρων.

8 Το υποθηκοφυλακείο του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 1565 του Δικονομικού Κώδικα). Το υποθηκοφυλακείο δίνει πληροφορίες σχετικά με την ακίνητη περιουσία, π.χ. σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και για τις υποθήκες που έχουν εγγραφεί επί της περιουσίας.

9 Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι διάδικοι εμφανίζονται στο δικαστήριο.

« Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων - Γενικές Πληροφορίες | Βέλγιο - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 28-04-2006

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο