Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Αποζημίωση των θυμάτων αξιόποινων πράξεων > Πολωνία

Τελευταία ενημέρωση: 20-09-2007
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Αποζημίωση των θυμάτων αξιόποινων πράξεων - Πολωνία

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Επιδίωξη αποζημίωσης για ζημίες από τον δράστη 1.
1.1. Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορώ να επιδιώξω αποζημίωση για ζημίες στην ποινική δίκη κατά του δράστη; 1.1.
1.2. Πώς και σε ποιον θα δηλώσω την αξίωση μου; 1.2.
1.3. Σε ποιο στάδιο της διαδικασίας; 1.3.
1.4. Μπορώ να επιδιώξω νομική αρωγή πριν και/ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας; 1.4.
1.5. Πώς πρέπει να υποβάλω την αξίωσή μου; Τι αποδεικτικά μέσα πρέπει να προσκομίσω για να υποστηρίξω την αξίωσή μου; 1.5.
1.6. Υπάρχουν άλλες δυνατότητες αποκατάστασης των ζημιών από τον δράστη (εντολή αποζημίωσης); 1.6.
1.7. Στην περίπτωση που το δικαστήριο μού επιδικάσει την αποζημίωση, υπάρχει ειδική νομική αρωγή, ως θύμα εγκλήματος, για την εκτέλεση της απόφασης κατά του δράστη; 1.7.
2. Επιδίωξη αποζημίωσης από το κράτος 2.

 

1. Επιδίωξη αποζημίωσης για ζημίες από τον δράστη

Η μεταρρύθμιση του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας το 1997 άλλαξε σημαντικά το καθεστώς του θύματος στην ποινική και προπαρασκευαστική διαδικασία. Περιλαμβάνει μια νέα φιλοσοφία περί αξιόποινου, που συνοψίζεται στο ότι ένας από τους σημαντικότερους στόχους της ποινικής δικονομίας είναι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ του δράστη και του θύματος, που προκύπτει από αδίκημα διαπραχθέν εις βάρος του τελευταίου. Η διαφορά μπορεί να επιλυθεί ή να αμβλυνθεί σημαντικά εφόσον αποκατασταθεί η ζημία που προκλήθηκε στο θύμα.

1.1. Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορώ να επιδιώξω αποζημίωση για ζημίες στην ποινική δίκη κατά του δράστη;

Το άρθρο 39 στοιχείο 5 του πολωνικού ποινικού κώδικα προβλέπει ως μία από τις πιθανές ποινές την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας. Η υποχρέωση αναφέρεται στη ζημία (damnum emergens) και στα διαφυγόντα κέρδη (lucrum cessans). Το γεγονός ότι το θύμα υπέστη ζημία είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση για επιδίωξη αποζημίωσης. Επιπλέον, είναι επίσης δυνατή η επιδίκαση αποζημίωσης για ηθική βλάβη, δηλαδή απώλειες μη υλικών συμφερόντων.

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με το άρθρο 299 του κώδικα ποινικής δικονομίας, το θύμα συμμετέχει στην προπαρασκευαστική διαδικασία. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται ορισμένες σημαντικές συνέπειες όσον αφορά την προσκόμιση ατομικών αποδεικτικών μέσων, τη συμβολή στα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση αιτήσεων προβλεπόμενων από το νόμο, που είναι επωφελείς για το θύμα. Είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατάλληλη διαμόρφωση της διαδικασίας σε μεταγενέστερα στάδια.

Για να υποστηρίξει τα δικαιώματά του/της στη δικαστική διαδικασία, το θύμα δύναται να αναλάβει το ρόλο του βοηθητικού κατήγορου (άρθρα 53-58 του κώδικα ποινικής δικονομίας, παράλληλα με τον δημόσιο κατήγορο (δευτερεύων βοηθητικός κατήγορος) ή στη θέση του δημόσιου κατήγορου (επικουρικός βοηθητικός κατήγορος). Όσον αφορά αδικήματα που αποτέλεσαν αντικείμενο δίωξης κατόπιν εγκλήσεως, το θύμα δύναται να ενεργεί ως κατήγορος κατόπιν εγκλήσεως (άρθρα 59-61 του κώδικα ποινικής δικονομίας). Τέλος, όσον αφορά χρηματικές αξιώσεις, το θύμα δύναται να ασκήσει πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Η αστική αγωγή αποζημίωσης έναντι του δράστη αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα. Η διαδικασία αυτού του είδους βασίζεται στις διατάξεις του πολωνικού αστικού κώδικα που αφορούν τη ζημιογόνο ευθύνη (άρθρα 415-449).

Η διάταξη ότι πρόσωπο που είναι ένοχο για την πρόκληση ζημίας σε άλλο πρόσωπο υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία (άρθρο 415 του αστικού κώδικα) αποτελεί γενικό κανόνα. Οι διατάξεις περί αδικοπραξιών περιλαμβάνουν λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την ευθύνη ανηλίκων υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων ουσιών. Περιλαμβάνουν επίσης κανόνες περί ευθύνης προσώπων που επιβλέπουν ή είναι υπεύθυνα για εξαρτώμενα άτομα κ.λπ. Το άρθρο 444 του αστικού κώδικα διέπει την ευθύνη για σωματικές βλάβες ή διαταραχές της υγείας. Αποζημίωση μπορεί να επιδιωχθεί για τη ζημία που υπέστη το θύμα (άρθρο 445 του αστικού κώδικα) και για το θάνατο του ζημιωθέντος (άρθρο 446 του αστικού κώδικα). Το άρθρο 448 του αστικού κώδικα περιλαμβάνει τη λεπτομερή διαδικασία για επιδίωξη αποζημίωσης για προσβολή ατομικών συμφερόντων, που αναφέρονται στο άρθρο 23 του αστικού κώδικα.

Πρέπει να προσθέσουμε ότι η ενοχή του δράστη, που αποτελεί προϋπόθεση για αγωγή αποζημίωσης, έχει ένα ελαφρώς διαφορετικό πεδίο στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο· αυτό δύναται να επηρεάσει την επιλογή της χρησιμοποιούμενης μεθόδου για την επιδίωξη αποζημίωσης. Επίσης οι παραγραφές των αξιώσεων διαφέρουν στο αστικό (μεγαλύτερο χρονικό διάστημα) και στο ποινικό δίκαιο.

1.2. Πώς και σε ποιον θα δηλώσω την αξίωση μου;

Λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με αυτή την ποινική κύρωση περιλαμβάνονται στο άρθρο 46 του ποινικού κώδικα. Ο νομοθέτης θεωρεί την αποκατάσταση ζημίας που προκύπτει από αδίκημα που προκαλεί θάνατο, σοβαρή βλάβη στην υγεία, διαταραχή της λειτουργίας σωματικού οργάνου ή διαταραχή στην υγεία, αδίκημα κατά της ασφάλειας της κυκλοφορίας ή αδίκημα κατά του περιβάλλοντος, ιδιοκτησίας ή επιχειρηματικών συναλλαγών ως αναπόσπαστο μέρος απόφασης σχετικά με την ποινική ευθύνη του δράστη. Απόφαση που διατάσσει αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα αδικήματος θεωρείται υποχρέωση του δικαστηρίου εφόσον το θύμα ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (π.χ. στενότερος συγγενής σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα) καταθέσει αγωγή για τέτοιου είδους απόφαση. Η εν λόγω αγωγή πρέπει να κατατεθεί άμεσα στο δικαστήριο στη διάρκεια της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας. Δεν υπάρχει πρόβλημα εάν το θύμα επιθυμεί να καταθέσει αγωγή ήδη κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία, εφόσον το δικαστήριο είναι αυτό που αποφασίζει σχετικά με την αποτελεσματικότητά της στην απόφαση που θα εκδώσει.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση (υποχρεωτικά) σχετικά με την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας εν όλω ή εν μέρει. Το δικαστήριο δεν δύναται να αρνηθεί να επιβάλλει αυτή την υποχρέωση εφόσον έχουν αποδειχθεί τόσο η ενοχή του δράστη όσο και η προκληθείσα ζημία. Σε περίπτωση αμφιβολιών όσον αφορά το πεδίο της προκληθείσας ζημίας, το δικαστήριο πρέπει να λάβει τα μέτρα που ενδείκνυνται για την εν λόγω περίπτωση.

Σύμφωνα με το άρθρο 46 του ποινικού κώδικα, όσον αφορά την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του αστικού δικαίου σχετικά με την παραγραφή των αξιώσεων και τη δυνατότητα επιδίκασης προσόδου. Η λύση αυτή πρέπει να θεωρηθεί επωφελής για το θύμα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι ποινές, ιδίως σχετικά με τον αναφερόμενο κατάλογο αδικημάτων, παραγράφονται μετά από μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι στο αστικό δίκαιο.

Συχνά, ιδίως μετά από μεγαλύτερη χρονική περίοδο, δεν είναι δυνατή η ακριβής εκτίμηση του πεδίου της ζημίας που προκύπτει από αδίκημα. Το άρθρο 46 παράγραφος 2 του ποινικού κώδικα προβλέπει τη δυνατότητα απόφασης για συμπληρωματική πληρωμή ως αποζημίωση του θύματος για τυχόν σοβαρές βλάβες στην υγεία, διαταραχή της σωματικής λειτουργίας ή της υγείας. Η απόφαση για συμπληρωματική πληρωμή εξαρτάται επίσης από την κατάθεση αγωγής εκ μέρους του θύματος.

Είναι σημαντικό από την άποψη της μελλοντικής αποζημίωσης του θύματος ότι ο δημόσιος κατήγορος ενημερώνει το θύμα για την άσκηση ποινικής δίωξης. Το θύμα πρέπει να ενημερωθεί για τα δικαιώματά του όσον αφορά χρηματικές αξιώσεις και, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, για το δικαίωμά του να δηλώσει ότι ενεργεί ως βοηθητικός κατήγορος. Έτσι, τα θύματα θα πρέπει να ενημερώνονται επαρκώς για τα δικαιώματά τους από τις ανακριτικές αρχές.

Υπάρχει αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ αυτών των διατάξεων και του άρθρου 415 παράγραφος 6 του κώδικα ποινικής δικονομίας που προβλέπει ότι εάν ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί ή η διαδικασία έχει διακοπεί υπό όρους, σε περιπτώσεις που ορίζονται από το νόμο, το δικαστήριο αποφασίζει την καταβολή συμπληρωματικού ποσού ή επιβάλλει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας. Η παράγραφος 5 αυτού του άρθρου παρέχει ακόμη ευρύτερη δυνατότητα στο δικαστήριο, εφόσον εάν ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί ή η διαδικασία έχει διακοπεί υπό όρους, το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει επίσης αυτεπαγγέλτως αποζημίωση στο θύμα, εκτός εάν ο νόμος ορίζει άλλως.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Είναι επίσης υποχρεωτική η αποκατάσταση τη ζημίας όταν εφαρμόζεται το μέσο επιτήρησης της υπό όρους διακοπής της διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 3 του ποινικού κώδικα, σε περίπτωση υπό όρους διακοπής της ποινικής διαδικασίας, το δικαστήριο οφείλει να υποχρεώσει τον δράστη να αποκαταστήσει τη ζημία.

Είναι προαιρετική η αποκατάσταση ζημίας όταν η εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή επιβολής προστίμου αναστέλλεται υπό όρους. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 2 του ποινικού κώδικα, το δικαστήριο δύναται να διατάξει τον καταδικασθέντα να αποκαταστήσει τη ζημία εκτός εάν έχει επιβληθεί η ποινή που προβλέπεται από το άρθρο 46 του ποινικού κώδικα.

Ο νομοθέτης αποσκοπεί στην επίλυση της σύγκρουσης που προκύπτει από το αδίκημα. Σκοπός της ποινικής δίωξης και της δικαστικής διαδικασίας πρέπει να είναι η φιλική διευθέτηση της διαφοράς, μεταξύ άλλων μέσω διαδικασιών διαμεσολάβησης. Εάν επέλθει συμφιλίωση μεταξύ του θύματος και του δράστη, ή αποκατασταθεί η ζημία ή το θύμα και ο δράστης συμφωνήσουν για τον τρόπο αποζημίωσης, το δικαστήριο δύναται να επιβάλλει σημαντικά μειωμένη ποινή. Το δικαστήριο, ακόμη κι αν κηρύξει εαυτό αναρμόδιο να επιβάλλει ποινή, δύναται να εκδώσει απόφαση αποζημίωσης, εφόσον ο επιδιωκόμενος στόχος επιτυγχάνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Όπου δεν εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ποινικού κώδικα και ο κατήγορος υποβάλλει πρόταση για συνοπτική καταδίκη, το δικαστήριο δύναται να κάνει αποδεκτή την πρόταση υπό τον όρο της αποκατάστασης της ζημίας εν όλω ή εν μέρει (πρβλ. άρθρο 335 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με το άρθρο 299 του κώδικα ποινικής δικονομίας, το θύμα συμμετέχει στην προπαρασκευαστική διαδικασία. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται ορισμένες σημαντικές συνέπειες όσον αφορά την προσκόμιση ατομικών αποδεικτικών μέσων, τη συμβολή στα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση αιτήσεων προβλεπόμενων από το νόμο, που είναι επωφελείς για το θύμα. Είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατάλληλη διαμόρφωση της διαδικασίας σε μεταγενέστερα στάδια.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το θύμα δύναται να αναλάβει το ρόλο του βοηθητικού κατήγορου (άρθρα 53-58 του κώδικα ποινικής δικονομίας, παράλληλα με τον δημόσιο κατήγορο (δευτερεύων βοηθητικός κατήγορος) ή στη θέση του δημόσιου κατήγορου (επικουρικός βοηθητικός κατήγορος). Όσον αφορά αδικήματα που αποτέλεσαν αντικείμενο δίωξης κατόπιν εγκλήσεως, το θύμα δύναται να ενεργεί ως κατήγορος κατόπιν εγκλήσεως (άρθρα 59-61 του κώδικα ποινικής δικονομίας). Όσον αφορά χρηματικές αξιώσεις, το θύμα δύναται να ασκήσει πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.

Βάσει του άρθρου 12 του κώδικα ποινικής δικονομίας, οι αξιώσεις που προκύπτουν από αδίκημα δύναται να ανακτηθούν είτε βάσει της αστικής διαδικασίας είτε σε περιπτώσεις προβλεπόμενες από το νόμο (δηλαδή τον κώδικα ποινικής δικονομίας) βάσει της ποινικής διαδικασίας. Η «διαδικασία προσχώρησης» που ισοδυναμεί με τη γαλλική διαδικασία «partie civile» (παράσταση πολιτικής αγωγής) αποτελεί μέσο της ποινικής δικονομίας και λειτουργεί βάσει του κώδικα ποινικής δικονομίας, αλλά σκοπός της είναι η λήψη απόφασης σχετικά με τις αξιώσεις αστικού δικαίου του πολιτικού ενάγοντος έναντι του κατηγορούμενου. Η άσκηση πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας δημιουργεί εκκρεμοδικία και αποτελεί όρο που αποκλείει την αστική διαδικασία. Και αντιθέτως – εκκρεμοδικία ενώπιον αστικού δικαστηρίου δημιουργεί κώλυμα στην εκδίκαση της πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και συνεπώς η υπόθεση δεν εκδικάζεται ή αποσύρεται.

Ομοίως, βάσιμη δικαστική απόφαση σχετικά με τις αξιώσεις του θύματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας δημιουργεί δεδικασμένο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου δικαστικώς και αποτελεί όρο που αποκλείει την επανεξέταση της υπόθεσης στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας. Όμως, όταν η επιδικασθείσα αποζημίωση δεν καλύπτει ολόκληρη τη ζημία ή δεν αποκαθιστά επαρκώς το αδίκημα, το θύμα δύναται να ασκήσει αγωγή για συμπληρωματική αποζημίωση βάσει αστικής διαδικασίας (Άρθρο 415 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

1.3. Σε ποιο στάδιο της διαδικασίας;

Η αγωγή για αποκατάσταση ζημίας σύμφωνα με το άρθρο 46 του ποινικού κώδικα δύναται να κατατεθεί από το θύμα από κοινού με την κοινοποίηση αδικήματος σε προπαρασκευαστική διαδικασία ή κατόπιν άσκησης δίωξης από τον κατήγορο. Μόλις αναγνωριστεί σε κάποιο πρόσωπο η ιδιότητα του θύματος, αυτό μπορεί να καταθέσει αγωγή αυτού του είδους στο δικαστήριο· το θύμα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τη δυνατότητα των αρχών να διεξάγουν τη διαδικασία.

Όσον αφορά τον χρόνο άσκησης πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, το θύμα δύναται να ασκήσει πολιτική αγωγή κατά του κατηγορουμένου προκειμένου να διεκδικήσει χρηματικές αξιώσεις που προκύπτουν άμεσα από αδίκημα, μέχρι την έναρξη της νομικής διαδικασίας στην κύρια επ’ ακροατηρίω συζήτηση. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η νομική διαδικασία αρχίζει κατά την χρονική στιγμή ανάγνωσης του κατηγορητηρίου.

Η αγωγή πρέπει να ασκηθεί σε δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις. Η πολιτική αγωγή δύναται να έχει ήδη ασκηθεί κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία. Σε τέτοια περίπτωση η αρμόδια για τη διαδικασία αρχή επισυνάπτει την αγωγή στη δικογραφία και το δικαστήριο αποφασίζει περί του παραδεκτού της. Ως ημερομηνία υποβολής αξίωσης θεωρείται η ημερομηνία άσκησης της αγωγής. Παράλληλα με την υποβολή της αγωγής κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία, το θύμα δύναται να ζητήσει εγγύηση για την αξίωσή του. Ο κατήγορος πρέπει να αποφασίσει εν προκειμένω και η απόφασή του/της δύναται να προσβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου.

Μέχρι την έναρξη της νομικής διαδικασίας, οι στενότεροι συγγενείς δύνανται να ασκήσουν αγωγή σε περίπτωση θανάτου του θύματος. Εάν το θύμα πεθάνει μετά την άσκηση της αγωγής (τοιουτοτρόπως πεθαίνει και ο πολιτικός ενάγων), οι στενότεροι συγγενείς δύνανται να αναλάβουν τα δικαιώματα του αποβιώσαντος και να ανακτήσουν τις σχετικές με αυτόν/αυτήν αξιώσεις (πρβλ. άρθρο 63 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Εάν το ποινικό δικαστήριο αρνηθεί να αποδεχθεί την αγωγή, το θύμα δύναται, εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία της άρνησης, να ζητήσει την παραπομπή της αγωγής σε αστικό δικαστήριο.

Μόνον σε περιπτώσεις καταδίκης ή υπό όρους διακοπής της διαδικασίας, το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί της ουσίας των αξιώσεων της πολιτικής αγωγής κάνοντας δεκτή ή απορρίπτοντας την αγωγή εν όλω ή εν μέρει. Σε περίπτωση έκδοσης διαφορετικής απόφασης, το δικαστήριο δεν οφείλει να εκδικάσει την αγωγή. Τότε το θύμα δύναται να υποβάλει την αξίωσή του στα αστικά δικαστήρια.

Το δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να επιδικάσει την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας. Στην περίπτωση αυτή, η εγγύηση ακυρώνεται, αλλά το θύμα δύναται να ασκήσει αγωγή σε αστικό δικαστήριο εντός υποχρεωτικής προθεσμίας τριών μηνών από την επικύρωση της απόφασης. Εάν ασκηθεί αγωγή αποκατάστασης της ζημίας, η εγγύηση παραμένει εν ισχύ, εκτός εάν το δικαστήριο αποφασίσει άλλως κατά την αστική διαδικασία (Άρθρο 294 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Ο ρόλος του βοηθητικού κατήγορου επιτρέπει επίσης στο θύμα να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του/της (συμπεριλαμβανομένων χρηματικών και σχετικών με αποζημίωση) συνδράμοντας τον δημόσιο κατήγορο, που, όπως υποδηλώνει ο τίτλος του καθαυτός, αντιπροσωπεύει προπάντων το δημόσιο συμφέρον.

Εάν ασκηθεί δίωξη από το δημόσιο κατήγορο, το θύμα δύναται να δηλώσει (γραπτώς ή προφορικώς, στα πρακτικά) ότι αναλαμβάνει το ρόλο του βοηθητικού κατήγορου μέχρι τη στιγμή της έναρξης της διαδικασίας στην κύρια επ’ ακροατηρίω συζήτηση. Άλλα θύματα του ίδιου αδικήματος δύνανται να παρασταθούν στη διαδικασία μέχρι την έναρξη της διαδικασίας στην κύρια επ’ ακροατηρίω συζήτηση (συνεπώς εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος).

Εάν ο δημόσιος κατήγορος αποφασίσει να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, ο βοηθητικός κατήγορος δεν χάνει τοιουτοτρόπως τα δικαιώματά του/της.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ο θάνατος του βοηθητικού κατήγορου δεν αποκλείει περαιτέρω διαδικασία. Οι στενότεροι συγγενείς δύνανται να παρασταθούν στη διαδικασία στο ρόλο του δευτερεύοντος βοηθητικού κατήγορου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όσον αφορά τον επικουρικό βοηθητικό κατήγορο, ο στενότερος συγγενής δύναται να παρίσταται για περίοδο τριών μηνών.

Το θύμα δύναται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του/της ασκώντας δίωξη κατόπιν εγκλήσεως στην περίπτωση αδικημάτων που διώκονται κατόπιν εγκλήσεως. Άλλα θύματα του ίδιου αδικήματος δύνανται να παρασταθούν στην εκκρεμούσα διαδικασία μέχρι την έναρξη της διαδικασίας στην κύρια επ’ ακροατηρίω συζήτηση. Εφόσον απαιτείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ο κατήγορος δύναται να κινήσει τη διαδικασία ή να παρασταθεί στην εκκρεμούσα. Σε πρακτικό επίπεδο αυτό αφορά καταστάσεις στις οποίες δεν είναι γνωστό κατά πόσο το αδίκημα πρέπει να διωχθεί αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν εγκλήσεως (π.χ. κατά πόσον η πράξη συνιστά αδίκημα στο οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 156 του ποινικού κώδικα, ή απλώς παραβίαση του προσωπικού απαραβίαστου άλλου ατόμου).

Η αποκατάσταση της ζημίας δύναται να σχετίζεται στενά με τα προληπτικά μέτρα που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας, εφόσον ο κατηγορούμενος ή άλλο πρόσωπο έχει καταθέσει χρηματική εγγύηση, υπό μορφή μετρητών, τίτλων, ομολόγου ή υποθήκης (η εγγύηση επί περιουσιακού στοιχείου προβλέπεται ως προληπτικό μέτρο που εφαρμόζεται προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή εκτέλεση της διαδικασίας). Το περιουσιακό στοιχείο ή το χρηματικό ποσό που συνιστά εγγύηση που έχει εκπέσει ή εισπραχθεί μεταβιβάζεται ή καταβάλλεται στο Δημόσιο Ταμείο. Το θύμα έχει συνεπώς προτεραιότητα στην ικανοποίηση των αξιώσεών του που προκύπτουν από το αδίκημα εάν η ζημία δεν αποκαθίσταται με άλλα μέσα.

Όταν το θύμα επιδιώκει αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από παράνομη πράξη, η εκ των προτέρων παροχή εγγύησης επί περιουσιακού στοιχείου με σκοπό την μελλοντική υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας είναι εξίσου σημαντική με την πράξη της άσκησης αγωγής για αποκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 46 του ποινικού κώδικα.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

1.4. Μπορώ να επιδιώξω νομική αρωγή πριν και/ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας;

Δύναται να οριστεί δικηγόρος για τον πολιτικό ενάγοντα, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες της πολιτικής δικονομίας. Ο δικηγόρος για τον βοηθητικό κατήγορο και τον κατόπιν εγκλήσεως κατήγορο δύναται να παρίσταται κατά τη διαδικασία.

Στην περίπτωση αδικήματος που υπόκειται στην καταβολή προστίμου ή δήμευσης υλικής περιουσίας, ή στην επιβολή της υποχρέωσης αποκατάστασης της ζημίας ή στην καταβολή συμπληρωματικού ποσού, οι ποινές αυτές δύνανται να εξασφαλίζονται αυτεπαγγέλτως με κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του κατηγορουμένου (Άρθρο 291 του κώδικα ποινικής δικονομίας). Η παροχή εγγγύησης ακολουθεί τα προβλεπόμενα στον κώδικα πολιτικής δικονομίας. Υπάρχει δυνατότητα κατάσχεσης κινητής ή άλλης περιουσίας και επιβολής απαγόρευσης πώλησης και επιβάρυνσης ακινήτου. Η απαγόρευση αυτή πρέπει να δηλώνεται στο μητρώο ακινήτων και υποθηκών ή, όπου δεν υπάρχει τέτοιο μητρώο, να αναφέρεται στη δικογραφία. Στο μέτρο του δυνατού, σε ακίνητο ή εταιρεία που ανήκει στον κατηγορούμενο δύναται να εφαρμοστούν οι διατάξεις περί πτωχευτικής διαδικασίας.

Το δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να επιδικάσει την υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας. Στην περίπτωση αυτή, η εγγύηση ακυρώνεται, αλλά το θύμα δύναται να καταθέσει αγωγή σε αστικό δικαστήριο εντός υποχρεωτικής προθεσμίας τριών μηνών από την επικύρωση της απόφασης. Εάν κατατεθεί αγωγή για αποκατάσταση ζημίας, η εγγύηση παραμένει εν ισχύ, εκτός εάν το δικαστήριο αποφασίσει άλλως κατά την αστική διαδικασία (Άρθρο 294 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Ο κώδικας ποινικής δικονομίας προβλέπει τη δυνατότητα παροχής εγγύησης για υλικές αξιώσεις του θύματος αδικήματος ακόμα και σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας (Άρθρο 295). Έτσι η αστυνομία δύναται να προβεί σε προσωρινή κατάσχεση κινητού περιουσιακού στοιχείου που ανήκει στον ύποπτο, εφόσον συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν φόβους ενδεχόμενης αφαίρεσής του κατά τρόπο επιζήμιο για το θύμα αδικήματος. Η προσωρινή κατάσχεση απαιτεί έγκριση με εισαγγελική εντολή, που εκδίδεται εντός πέντε ημερών.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

1.5. Πώς πρέπει να υποβάλω την αξίωσή μου; Τι αποδεικτικά μέσα πρέπει να προσκομίσω για να υποστηρίξω την αξίωσή μου;

Όσον αφορά απόφαση σχετικά με ποινικές ζημίες (Άρθρο 46 του ποινικού κώδικα), το θύμα πρέπει να καταθέσει αγωγή και το δικαστήριο να την εξετάσει και να αποφανθεί σχετικά με την εκτίμηση της ζημίας που υπέστη το θύμα· και το θύμα, όμως, διαδραματίζει κάποιο ρόλο· εν προκειμένω χρησιμοποιούνται οι καταθέσεις του θύματος.

Σε περίπτωση άσκησης πολιτικής αγωγής, πρέπει να εκτιμηθεί η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, σύμφωνα με τον κώδικα πολιτικής δικονομίας. Το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει να αναστείλει τη διαδικασία πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που αποκαλύπτονται κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση δεν επαρκούν για την έκδοση απόφασης σχετικά με την αγωγή και η επιδίωξη συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων θα προκαλούσε σημαντική παράταση της διαδικασίας. Σε περίπτωση άσκησης πολιτικής αγωγής, το θύμα υποχρεούται να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο.

1.6. Υπάρχουν άλλες δυνατότητες αποκατάστασης των ζημιών από τον δράστη (εντολή αποζημίωσης);

Σε περιπτώσεις που αφορούν αδικήματα που υπόκεινται σε εξέταση βάσει συνοπτικών διαδικασιών (Άρθρο 469 του κώδικα ποινικής δικονομίας), δηλαδή σε γενικές γραμμές αδικήματα ήσσονος σημασίας, το δικαστήριο, βάσει του συγκεντρωθέντος υλικού κατά την προκαταρκτική διαδικασία, δύναται να εκδώσει σχετική απόφαση (Άρθρο 500 του κώδικα ποινικής δικονομίας και ακόλουθα άρθρα). Στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης, το δικαστήριο οφείλει να επιδικάσει εν όλω την αξίωση που υποβλήθηκε με την πολιτική αγωγή ή την αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 415 παράγραφος 5 του κώδικα ποινικής δικονομίας.

1.7. Στην περίπτωση που το δικαστήριο μού επιδικάσει την αποζημίωση, υπάρχει ειδική νομική αρωγή, ως θύμα εγκλήματος, για την εκτέλεση της απόφασης κατά του δράστη;

Το δικαστήριο που έχει επιδικάσει αξίωση για υλική βλάβη οφείλει να επισυνάπτει ρήτρα εκτέλεσης σε απόφαση που υπόκειται σε εκτέλεση (Άρθρο 107 του κώδικα ποινικής δικονομίας) κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου. Η απόφαση που επιβάλλει υποχρέωση αποκατάστασης ζημίας θεωρείται επίσης ως απόφαση σχετικά με αξιώσεις για υλική βλάβη, εφόσον θα μπορούσε να εκτελεστεί βάσει του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Ρήτρα εκτέλεσης δύναται επίσης να επισυνάπτεται σε δικαστικό διακανονισμό.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

2. Επιδίωξη αποζημίωσης από το κράτος

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2005 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος περί αποζημίωσης από το κράτος θυμάτων ορισμένων αδικημάτων εκ προθέσεως. Η αποζημίωση είναι χρηματικό τίμημα που καταβάλλεται από τον κρατικό προϋπολογισμό στα θύματα ορισμένων εγκλημάτων εκ προθέσεως ή στους στενότερους συγγενείς τους. Ως «θύμα» νοείται φυσικό πρόσωπο (πολίτης της Δημοκρατίας της Πολωνίας και οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους) που, ως αποτέλεσμα εγκλήματος εκ προθέσεως που διαπράχθηκε με τη χρήση βίας, απεβίωσε ή υπέστη διαταραχή της λειτουργίας σωματικού οργάνου ή της υγείας όπως προβλέπεται στα άρθρα 156 παράγραφος 1 και 157 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα.

Ο νόμος καλύπτει εγκλήματα εκ προθέσεως που διαπράχθηκαν αποκλειστικά και μόνο στο έδαφος της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Ο νόμος εισήγαγε την αρχή της επικουρικότητας της αποζημίωσης από το κράτος, που σημαίνει ότι η εν λόγω αποζημίωση χορηγείται μόνον όταν το επιλέξιμο πρόσωπο δεν μπορεί να λάβει αποζημίωση από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Χορηγείται αποζημίωση ανεξαρτήτως του κατά πόσον οι δράστες έχουν εντοπιστεί, κατηγορηθεί ή/και καταδικαστεί.

Η χορήγηση της αποζημίωσης από το κράτος δεν απαλλάσσει τον δράστη από την υποχρέωσή του να αποκαταστήσει τη ζημία ούτε περιορίζει το δικαίωμα του θύματος να αξιώσει δικαστικά αποζημίωση από τον δράστη.

Το άρθρο 3 του νόμου περιλαμβάνει αυστηρά καθορισμένο κατάλογο των καταβαλλόμενων ποσών: δύνανται να είναι μόνον απολεσθέντα έσοδα ή άλλα μέσα επιβίωσης, ιατρικές δαπάνες ή έξοδα κηδείας. Δεν καλύπτονται υλικές ζημίες και αποζημίωση για ηθικές βλάβες. Το μέγιστο δυνατό ποσό της αποζημίωσης ορίζεται σε 12.000 PLN.

Οι αιτήσεις αποζημίωσης πρέπει να υποβάλλονται εντός προθεσμίας 2 ετών από τη διάπραξη του εγκλήματος.

Μια άλλη προϋπόθεση για την επιδίωξη αποζημίωσης είναι η κίνηση ποινικής διαδικασίας. Υποθέσεις όπου η ποινική διαδικασία δεν ξεκινά λόγω ύπαρξης γεγονότος που την αποκλείει, π.χ. θάνατος του δράστη, εξετάζονται κατ’ εξαίρεση. Αλλά η αποζημίωση είναι απαιτητή εάν η κινηθείσα ποινική διαδικασία διακοπεί για τους ακόλουθους λόγους:

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

  • δεν διαπράχθηκε κανένα αδίκημα ή υπάρχουν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε·
  • η εν λόγω ενέργεια δεν συνιστά αδίκημα ή το άτομο που είναι υπόλογο δεν έχει διαπράξει έγκλημα βάσει του νόμου·
  • ο αντίκτυπος της εν λόγω ενέργειας στην κοινωνία είναι αμελητέος·
  • η ποινική διαδικασία για το ίδιο αδίκημα που διαπράχθηκε από το ίδιο άτομο έχει νομίμως τερματιστεί, ή η διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει είναι εκκρεμής·
  • δεν έχει κατατεθεί καμία ένσταση από εξουσιοδοτημένο κατήγορο·

ή σε περίπτωση που, μετά την έναρξη νομικής διαδικασίας το δικαστήριο, έχοντας διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχεία 1 και 2 του κώδικα ποινικής δικονομίας, απαλλάσσει τον κατηγορούμενο.

Εάν διαπιστωθεί ότι σε περίπτωση ήδη καταβληθείσας αποζημίωσης δεν συνέτρεχαν λόγοι καταβολής της, το άρθρο 13 παράγραφος 1 του νόμου προβλέπει υποχρέωση επιστροφής της αποζημίωσης μετά τη διακοπή της ποινικής διαδικασίας ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου.

Η αρχή που αποφασίζει για τη χορήγηση αποζημίωσης και παράλληλα για την εκταμίευση των κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό είναι το επαρχιακό δικαστήριο.

Προς διευκόλυνση του αιτούντος διατίθενται έντυπα αίτησης αποζημίωσης.

Η συνδράμουσα αρχή στο έδαφος της Πολωνίας είναι ο επαρχιακός δημόσιος κατήγορος.

Το θύμα αδικήματος δύναται να αξιώσει αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από υπάλληλο της κεντρικής κυβέρνησης ή της τοπικής αυτοδιοίκησης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του/της (Άρθρα 415 – 421 του αστικού κώδικα). Σε ορισμένες υποθέσεις, η ευθύνη βαρύνει από κοινού το Δημόσιο Ταμείου και την τοπική κρατική οντότητα εάν το αδίκημα διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση καθηκόντων που ανατέθηκαν από την κεντρική κυβέρνηση. Στις 18 Δεκεμβρίου 2001, το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 418 του αστικού κώδικα, που περιόρισε σημαντικά τη δυνατότητα αξίωσης ζημιών από το κράτος, ήταν άκυρο καθώς αντιβαίνει στο Σύνταγμα.

Ο πολωνικός κώδικας εκτέλεσης ποινών (άρθρο 43 παράγραφοι 1, 2 και 3) προβλέπει δυνατότητα χορήγησης αρωγής σε θύματα αδικημάτων και τις οικογένειές τους από το Ταμείο Μετα-σωφρονιστικής Αρωγής, τη διαχείριση του οποίου έχει αναλάβει το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Πρόκειται για μια sui generis μη επιστρεπτέα αρωγή από το κράτος, που δεν συμπεριλαμβάνεται στις μελλοντικές αποζημιώσεις. Η εν λόγω αρωγή χορηγείται απευθείας από τον πρόεδρο αρμόδιου δικαστηρίου ή εξουσιοδοτημένους δικαστές και αξιωματούχους αρμόδιους για την επιτήρηση και την εποπτεία. Έμμεσα, η αρωγή αυτή δύναται να χορηγείται από μη κυβερνητική οργάνωση, της οποίας οι πόροι προέρχονται από το ταμείο αρωγής θυμάτων αδικημάτων και των οικογενειών τους. Η αρωγή συνίσταται ιδίως στην χορήγηση παροχών σε μετρητά, στην κάλυψη των εξόδων για την αγορά τροφίμων, φαρμάκων, ενδυμάτων, στην πληρωμή ενοικίου ή στην κάλυψη του κόστους εξειδικευμένων νομικών ή ψυχολογικών συμβουλών.

« Αποζημίωση των θυμάτων αξιόποινων πράξεων - Γενικές Πληροφορίες | Πολωνία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 20-09-2007

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο