Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών

Τελευταία ενημέρωση: 29-07-2004
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών - Γενικές Πληροφορίες

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


Η επίλυση μιας διαφοράς χωρίς προσφυγή στη Δικαιοσύνη είναι εφικτή.

Βρίσκεσθε σε αντιδικία με μία επιχείρηση, έναν επαγγελματία, τον εργοδότη σας, ένα μέλος της οικογένειάς σας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είτε στη χώρα σας είτε στο εξωτερικό. Εάν δεν καταφέρνετε να επιλύσετε τη διαφορά που έχει προκύψει με φιλικό διακανονισμό, μπορείτε ασφαλώς να προσφύγετε στο αρμόδιο δικαστήριο, αλλά μπορείτε επίσης να εξετάσετε το ενδεχόμενο να καταφύγετε σε μία εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών, όπως είναι η διαμεσολάβηση ή η συνδιαλλαγή.

Η προσφυγή στους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών είναι ενίοτε υποχρεωτική βάσει της νομοθεσίας ή, ενδεχομένως, κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης, αλλά τις περισσότερες φορές αποτελεί λύση η οποία επιλέγεται οικειοθελώς από τους εμπλεκόμενους σε μία διαφορά. Οι εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών μπορούν να σας δώσουν τη δυνατότητα να επιλύσετε τα προβλήματα που αντιμετωπίζετε με την παρέμβαση ενός τρίτου προσώπου το οποίο είναι ουδέτερο και διαθέτει την απαραίτητη κατάρτιση. Οι εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών μνημονεύονται συχνά με τα αρχικά «ADR», από τον αγγλικό όρο «Alternative Dispute Resolution», και προσλαμβάνουν ποικίλες μορφές. Είναι δυνατό να γίνει διάκριση των διαφόρων περιπτώσεων με κριτήριο τον ρόλο που διαδραματίζει ο τρίτος στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς.
  • Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο τρίτος βοηθά τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, χωρίς ωστόσο επισήμως να παίρνει θέση σχετικά με τον έναν ή τον άλλον πιθανό τρόπο επίλυσης της διαφοράς.

    Στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτού του τύπου, οι οποίες συχνά καλούνται "συνδιαλλαγή" ή "διαμεσολάβηση", τα μέρη ενθαρρύνονται να ξεκινήσουν έναν διάλογο ή, εάν τον έχουν διακόψει, να τον ξαναρχίσουν, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τη σύγκρουση. Τα μέρη επιλέγουν τα ίδια τη μέθοδο επίλυσης της διαφοράς και διαδραματίζουν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο, προσπαθώντας να ανακαλύψουν μόνα τους τη λύση που τα συμφέρει περισσότερο.

    Οι μέθοδοι αυτοί επιτρέπουν την υπέρβαση της αμιγώς νομικής επιχειρηματολογίας και την εξεύρεση μιας λύσης η οποία να ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων και να είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα της προς επίλυση διαφοράς. Η συναινετική αυτή προσέγγιση επαυξάνει, εξάλλου, την πιθανότητα να μπορέσουν τα μέρη, μετά την επίλυση της διαφοράς, να διατηρήσουν τις μεταξύ τους σχέσεις, εμπορικής ή άλλης φύσεως.
  • Σε άλλες περιπτώσεις, ο τρίτος βρίσκει ο ίδιος τη λύση και την υποβάλλει εν συνεχεία στα μέρη.
  • Ιδίως στον τομέα της κατανάλωσης, οι καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο των οποίων ο τρίτος αποφαίνεται επί της λύσης της διαφοράς.
    • Μερικές φορές, ο τρίτος καλείται να απευθύνει στα μέρη σύσταση, την οποία αυτά είναι ελεύθερα να υιοθετήσουν ή όχι. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν τα «συμβούλια παραπόνων των καταναλωτών» (Consumer Complaint Boards) που λειτουργούν στις σκανδιναβικές χώρες. Ο καταναλωτής ο οποίος προσφεύγει αρχικά σε ένα τέτοιο όργανο επίλυσης διαφορών παραμένει ελεύθερος, εάν η λύση που του προτείνεται δεν τον ικανοποιεί, να προσφύγει στα δικαστήρια.

    • Ενίοτε ο τρίτος καλείται να λάβει απόφαση η οποία θα είναι δεσμευτική μόνο για τον επαγγελματία. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν συχνά οι διαμεσολαβητές (Ombudsmen) ή «συνήγοροι των καταναλωτών», που έχουν καθιερωθεί από ορισμένους επαγγελματικούς κλάδους, όπως είναι οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες. Οι αποφάσεις αυτών των διαμεσολαβητών είναι υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις που έχουν προσχωρήσει στο σύστημα. Σε περίπτωση που ο καταναλωτής δεν είναι ευχαριστημένος με την απόφαση του διαμεσολαβητή, έχει το δικαίωμα να προσφύγει για την ίδια υπόθεση στα δικαστήρια.

  • Σε άλλες περιπτώσεις, τέλος, οι οποίες ομοιάζουν αρκετά με την κλασικού τύπου διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, ο τρίτος καλείται «διαιτητής» και εκδίδει απόφαση για την επίλυση της διαφοράς.
Η απόφαση αυτή, που είναι υποχρεωτική και για τους δύο αντιδίκους, είναι δυνατό να ληφθεί κατ' εφαρμογή κανόνων δικαίου (οπότε πρόκειται για την κλασικού τύπου διαιτησία) ή με βάση τις αρχές της ευθυδικίας (οπότε πρόκειται για τη μέθοδο της «φιλικής διαιτησίας»). Η απόφαση του διαιτητή καλείται «διαιτητική απόφαση» κι έχει «ισχύ δεδικασμένου», πράγμα που σημαίνει ότι καταρχήν η διαφορά, μετά την έκδοση της σχετικής διαιτητικής απόφασης, δεν μπορεί πλέον να υποβληθεί ενώπιον δικαστηρίου. Συχνά, γίνεται δεκτό ότι η διαιτησία δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών. Το κοινοτικό δίκαιο αλλά και το διεθνές δίκαιο περιλαμβάνουν μια σειρά κειμένων τα οποία ρυθμίζουν τα σχετικά με τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών ή αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της αξιοποίησής τους. Για αναλυτικότερες πληροφορίες σχετικά με το θέμα, πατήστε με τον δρομέα τα εικονίδια με τον τίτλο «κοινοτικό δίκαιο» και «διεθνές δίκαιο».

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 29-07-2004

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο