Current portal location

Website content

Συχνές ερωτήσεις

Other linguistic versions available via language menu

Η διατλαντική εμπορική και επενδυτική εταιρική σχέση (TTIP) είναι η ονομασία μιας εμπορικής συμφωνίας η οποία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών.  Οι διαπραγματεύσεις αποσκοπούν στην άρση των φραγμών του εμπορίου (δασμοί, περιττές κανονιστικές ρυθμίσεις, περιορισμοί των επενδύσεων κ.λπ.) σε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών τομέων, έτσι ώστε να καταστεί ευκολότερη η αγορά και η πώληση αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ.  Η ΕΕ και οι ΗΠΑ επιθυμούν επίσης να διευκολύνουν τις εταιρείες τους στις επενδύσεις στην οικονομία και των δύο χωρών.

Η ιδέα μιας εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ δεν είναι νέα. Πράγματι, οι κυβερνήσεις, οι επιχειρηματικοί και πανεπιστημιακοί κύκλοι συζητούσαν το θέμα αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά τα τελευταία έτη, η ΕΕ και οι ΗΠΑ άρχισαν να αισθάνονται ότι η ιδέα αυτή είχε ωριμάσει.

Πριν να αποφασίσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων, το 2011, η ΕΕ και οι ΗΠΑ συγκρότησαν ομάδα εργασίας από κρατικούς εμπειρογνώμονες για να εξετάσουν τι είδους συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων μεταξύ των δύο οικονομικών δυνάμεων θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Πρόεδροι της ομάδας ήταν ο αρμόδιος για θέματα εμπορίου επίτροπος της ΕΕ από κοινού με τον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ. Η ομάδα εργασίας υψηλού επιπέδου για θέσεις εργασίας και ανάπτυξη , όπως ήταν γνωστό, εξέτασε διεξοδικά τις ευκαιρίες καθώς και τις ενδεχόμενες δυσκολίες που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη συμφωνία αυτή. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια συνολική συμφωνία, που καλύπτει όλους τους τομείς, θα είναι ιδιαίτερα θετική, με το άνοιγμα του εμπορίου και την παροχή μιας ευπρόσδεκτης ώθησης στην οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Συνέστησε την έναρξη διαπραγματεύσεων.

Η απόφαση για την έναρξη των διαπραγματεύσεων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και τη στασιμότητα στις πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου –του  αναπτυξιακού προγράμματος της Ντόχα.  Επιπλέον, η μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής της ΕΕ και οι υψηλές τιμές των βασικών προϊόντων σήμαιναν ότι και οι δύο πλευρές ήταν πρόθυμες να συζητήσουν για τη γεωργία και να διαπραγματευτούν το άνοιγμα των αγορών τους.

Όπως πάντα, πριν ακόμη αποφασιστεί η διαπραγμάτευση εμπορικής συμφωνίας, η ΕΕ πραγματοποίησε εκτίμηση των επιπτώσεων σχετικά με τις πιθανές συνέπειες της συμφωνίας. Στην εκτίμηση αυτή δεν εξετάστηκε μόνον ο πιθανός οικονομικός αντίκτυπος αλλά επίσης οι ενδεχόμενες κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Εξετάστηκε το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε αν η απελευθέρωση του εμπορίου μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ συνέβαινε σε διαφορετικούς βαθμούς. Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό αποτέλεσμα για την ΕΕ ήταν θετικό· αλλά αυτό που κατέστη σαφές ήταν ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η απελευθέρωση τόσο καλύτερο ήταν το συνολικό αποτέλεσμα.

Μία από τις μελέτες στις οποίες βασίστηκε η εκτίμηση των επιπτώσεων της Επιτροπής ήταν μια ανεξάρτητη έκθεση που ανατέθηκε από την ΕΕ στο κέντρο ερευνών οικονομικής πολιτικής (CEPR) που έχει την έδρα του στο Λονδίνο. Στη μελέτη, με τίτλο «Μείωση των φραγμών στο διατλαντικό εμπόριο» περιγράφονται οι οικονομικές συνέπειες μιας TTIP τόσο για την ΕΕ όσο και για τις ΗΠΑ.

Εκτιμά ότι η οικονομία της ΕΕ θα μπορούσε να επωφεληθεί από 119 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως – όφελος που ισοδυναμεί με ένα επιπλέον ποσό 545 ευρώ για ένα μέσο νοικοκυριό στην ΕΕ. Σύμφωνα με τη μελέτη, η οικονομία των ΗΠΑ θα μπορούσε να κερδίσει ένα επιπλέον ποσό 95 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως ή 655 ευρώ ανά αμερικανική οικογένεια. Τα οφέλη αυτά θα κοστίσουν πολύ λίγο διότι θα ήταν το αποτέλεσμα της κατάργησης των δασμών και της άρσης των περιττών κανόνων και γραφειοκρατικών εμποδίων που δυσχεραίνουν τις αγοραπωλησίες στις εκατέρωθεν πλευρές του Ατλαντικού. Η πρόσθετη οικονομική ανάπτυξη που αναμένεται να προέλθει από τη TTIP θα ήταν προς όφελος όλων. Η τόνωση του εμπορίου αποτελεί έναν καλό τρόπο για να προωθηθούν οι οικονομίες μας με τη δημιουργία αυξημένης ζήτησης και προσφοράς χωρίς να χρειάζεται να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες ή ο δανεισμός. Η TTIP θα είναι η φθηνότερη παροχή κινήτρων που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μολονότι οι δασμοί μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ είναι ήδη χαμηλοί (κατά μέσο όρο 4 %), το συνδυασμένο μέγεθος των οικονομιών των ΗΠΑ και της ΕΕ και των μεταξύ τους εμπορικών συναλλαγών σημαίνει ότι η κατάργηση των δασμών θα είναι ευνοϊκή για την απασχόληση και την ανάπτυξη. Ένας τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να εξοικονομήσουν σημαντικούς πόρους για τις επιχειρήσεις, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να αποφέρουν καλύτερη αξία για τους καταναλωτές είναι η άρση των περιττών κανόνων και κανονισμών – των επονομαζόμενων «μη δασμολογικών φραγμών ή ΜΔΦ». Οι ΜΔΦ είναι το αποτέλεσμα των διαφορών στους κανονισμούς και τα πρότυπα. Η κατάργησή τους μπορεί να είναι πολύπλοκη διότι, μολονότι τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ έχουν ορθά αναπτυγμένα συστήματα για την εγγύηση της ασφάλειας και της προστασίας των καταναλωτών, συχνά υιοθετούν διαφορετικές προσεγγίσεις για την επίτευξη του ίδιου στόχου. Η επίτευξη της συμμόρφωσης με δύο διαφορετικά σύνολα κανόνων μπορεί να κοστίσει χρόνο και χρήμα.

Στο κόστος αντιμετώπισης της περιττής γραφειοκρατίας μπορεί να προστεθεί το ισοδύναμο δασμών ύψους 10-20 % στην τιμή των εμπορευμάτων, μια επιπλέον δαπάνη που καταβάλλεται από τον καταναλωτή. Πράγματι, σε μια ανεξάρτητη μελέτη του κέντρου ερευνών οικονομικής πολιτικής (CEPR) που έχει την έδρα του στο Λονδίνο με τίτλο «Μείωση των φραγμών για το διατλαντικό εμπόριο» υπολογίζεται ότι μέχρι το 80 % των οικονομικών οφελών της TTIP θα προέλθει από τη μείωση των δαπανών που επιβάλλονται από τη γραφειοκρατία και τους κανονισμούς και από την ελευθέρωση των εμπορικών συναλλαγών στον τομέα της παροχής υπηρεσιών και κρατικών προμηθειών. Πρακτικά παραδείγματα για αυτό θα μπορούσαν να είναι:

  • Τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ έχουν υψηλά πρότυπα για την ασφάλεια των αυτοκινήτων. Η TTIPθα μπορούσε να καταστήσει δυνατό για την ΕΕ και τις ΗΠΑ να αναγνωρίζουν αμοιβαίως τα πρότυπα τους, έτσι ώστε τα αυτοκίνητα που είναι αποδεδειγμένα ασφαλή προς πώληση σε μία πλευρά του Ατλαντικού να μπορούσαν να πωληθούν και στην άλλη χωρίς να χρειάζεται να υποστούν περαιτέρω δοκιμές ή να είναι προσαρμοσμένα για να ανταποκρίνονται στις πρόσθετες προδιαγραφές·
  • Το άνοιγμα των κρατικών διαγωνισμών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ στις ευρωπαϊκές οικοδομικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα μπορούσαν να συναγωνιστούν για την ανάθεση μεγάλων κτιρίων και έργων δημόσιων μεταφορών στις ΗΠΑ.

Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι και οι πολίτες θα ωφεληθούν τα μέγιστα από μια πιο ανοικτή αγορά των ΗΠΑ. Η ΕΕ έχει πολλές ιδιαίτερα ανταγωνιστικές επιχειρήσεις που παράγουν υψηλής ποιότητας προϊόντα και υπηρεσίες, καθώς και πολλές με παγκόσμια πρωτοπορία και κορυφαίες μάρκες. Στον τομέα της γεωργίας, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ η φυτοϋγειονομική νομοθεσία απαγορεύει τα ευρωπαϊκά μήλα, ενώ οι κανόνες τους για την ασφάλεια των τροφίμων καθιστούν παράνομη την εισαγωγή πολλών ευρωπαϊκών τυριών. Η κατάργηση των δασμών και άλλων φραγμών στο εμπόριο θα επιτρέψει στους ευρωπαίους παραγωγούς να πωλήσουν περισσότερα προϊόντα στους Αμερικανούς: αυτό είναι καλό για τις επιχειρήσεις και για την απασχόληση. Η άρση των φραγμών στην ΕΕ για τα προϊόντα των ΗΠΑ και για τις επενδύσεις θα σημαίνει περισσότερες δυνατότητες επιλογής και χαμηλότερες τιμές για τους ανθρώπους εδώ στην Ευρώπη. Είναι σαφές, ότι και οι δύο πλευρές θα κερδίσουν από το περαιτέρω άνοιγμα των αγορών τους στο εμπόριο και τις επενδύσεις. Άρα, θα είναι επωφελής για όλους.

Ακόμη και στη σημερινή κατάσταση όταν η ευρωζώνη ανακάμπτει από μια οικονομική κρίση, οι συναλλαγές με την Ευρώπη προσφέρουν τεράστιες δυνατότητες στους αμερικανούς εταίρους μας. Η ΕΕ είναι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο: τα 500 εκατομμύρια πολίτες της έχουν μέσο κατά κεφαλή εισόδημα 25 000 ευρώ.

Αυτό σημαίνει επίσης ότι η ΕΕ είναι η μεγαλύτερη αγορά στον κόσμο. Είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας βιομηχανικών αγαθών και υπηρεσιών, έχει το μεγαλύτερο απόθεμα επενδύσεων στο εξωτερικό και είναι παγκοσμίως ο μεγαλύτερος τόπος υποδοχής επενδύσεων από αλλοδαπές επιχειρήσεις.

Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής στις ΗΠΑ (το 2011), ο δεύτερος μεγαλύτερος προορισμός για τις εξαγωγές των εμπορευμάτων των ΗΠΑ (το 2012) και η μεγαλύτερη αγορά για τις εξαγωγές υπηρεσιών των ΗΠΑ (το 2010).

Η ΕΕ είναι πολύ καλή στη διαπραγμάτευση συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών. Για παράδειγμα, οι πολύπλοκες και περιεκτικές συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών της ΕΕ με τη Νότια Κορέα και τη Σιγκαπούρη ολοκληρώθηκαν σχετικά γρήγορα σε τέσσερα μόλις έτη. Η ΕΕ καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για το άνοιγμα των αγορών μέσω διαπραγματεύσεων με άλλες χώρες, όπως η Ινδία, η Ιαπωνία, το Βιετνάμ και η Μαλαισία. Ως μία από τις πιο ανοικτές οικονομίες στον κόσμο, παραμένει προσηλωμένη στις ελεύθερες συναλλαγές.

Σε ό,τι αφορά την εμπορική πολιτική, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπραγματεύεται εξ ονόματος της ΕΕ και των 28 κρατών μελών της: μία φωνή που εκπροσωπεί 500 εκατομμύρια άτομα είναι πιο αποτελεσματική από ό,τι αν κάθε κράτος μέλος της ΕΕ προσπαθούσε να διαπραγματευτεί χωριστά. Η TTIP δεν αποτελεί εξαίρεση και, συνεπώς, η Επιτροπή, με επικεφαλής τον επίτροπο Εμπορίου, κ. Karel de Gucht, εκπροσωπεί την ΕΕ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Επιτροπή διαπραγματεύεται με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που συμφωνήθηκαν από το Συμβούλιο, στο οποίο εκπροσωπούνται οι κυβερνήσεις όλων των κρατών μελών της ΕΕ. Η Γενική Διεύθυνση Εμπορίου της Επιτροπής έχει το προβάδισμα. Συνεργάζεται στενά με άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, ιδίως εκείνες που ασχολούνται με τους τομείς που βρίσκονται στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων. Ο κατάλογος των επικεφαλής των διαπραγματεύσεων από πλευράς ΕΕ είναι διαθέσιμος στο κοινό.

Από την πλευρά των ΗΠΑ, ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ για το εμπόριο (USTR) θα είναι ο κύριος διαπραγματευτής. 

Καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα τηρεί ενήμερα όσον αφορά τις εξελίξεις τα κράτη μέλη της ΕΕ στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.  Στο τέλος, αφού οι διαπραγματευτές έχουν καταλήξει σε μια συμφωνία, το Συμβούλιο, από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα εξετάσουν και θα εγκρίνουν ή θα απορρίψουν την τελική συμφωνία.  Από την πλευρά των ΗΠΑ, τον ρόλο αυτόν θα τον αναλάβει το Κογκρέσο των ΗΠΑ.

Ο πρώτος γύρος των διαπραγματεύσεων πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο και κάθε λίγες εβδομάδες αρχίζουν νέοι γύροι.

Τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ επιθυμούν να αποφύγουν πολυετείς συνομιλίες. Η γενική ιδέα είναι ότι θα πρέπει να είναι δυνατόν να επιτευχθεί συμφωνία μέσα σε δύο έτη, όμως, το σημαντικότερο είναι, φυσικά, να επιτευχθούν ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Η ομάδα εργασίας υψηλού επιπέδου που έχει συσταθεί από την ΕΕ και τις ΗΠΑ για να εξετάσει τα πιθανά αποτελέσματα μιας συμφωνίας εμπορίου και επενδύσεων εκπόνησε μια έκθεση που περιλαμβάνει ορισμένες συστάσεις.

Οι συστάσεις αυτές αποτελούν για τους διαπραγματευτές μια καλή βάση για την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

Οι διαπραγματεύσεις για την TTIP θα καλύπτουν πολλούς τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των τομέων της μεταποίησης, των υπηρεσιών και της γεωργίας.  Η άρση των εμπορικών φραγμών θα δώσει σημαντική ώθηση στην οικονομική μεγέθυνση, θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα μειώσει τις τιμές.  Μια ανεξάρτητη μελέτη του Κέντρου Ερευνών Οικονομικής Πολιτικής (Centre for Economic Policy Research, CEPR) εκτιμά ότι η οικονομία της ΕΕ θα μπορούσε να ωφεληθεί από 119 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ποσό που ισοδυναμεί με 545 ευρώ για ένα μέσο νοικοκυριό της ΕΕ - και η οικονομία των ΗΠΑ από 95 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Οι εξαγωγές από όλα τα τμήματα της οικονομίας αναμένεται να αυξηθούν, γεγονός που θα ευνοήσει την απασχόληση. Ορισμένοι τομείς θα αυξήσουν κατά πάσα πιθανότητα τις εξαγωγές τους περισσότερο από άλλους. Οι εξαγωγές μηχανοκίνητων οχημάτων της ΕΕ προς τις ΗΠΑ, π.χ. προβλέπεται ότι θα αυξηθούν κατά 149 %. Αυτό αντικατοπτρίζει εν μέρει τη σημασία του αμφίδρομου εμπορίου εξαρτημάτων και κατασκευαστικών στοιχείων και της αναμενόμενης περαιτέρω ολοκλήρωσης των δύο κλάδων κατασκευής και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Δεν αναμένεται όμως μόνο να αυξηθούν οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ: ως αποτέλεσμα της αυξημένης ζήτησης για πρώτες ύλες, συστατικά και άλλες εισροές, οι εξαγωγές της ΕΕ σε άλλες χώρες, προβλέπεται επίσης να αυξηθούν. Οι εξαγωγές μεταλλικών προϊόντων στον υπόλοιπο κόσμο προβλέπεται ότι θα αυξηθούν κατά + 12 %, των μεταποιημένων τροφίμων κατά + 9 %, των χημικών ουσιών κατά + 9 %, των άλλων προϊόντων μεταποίησης κατά + 6 % και του λοιπού εξοπλισμού μεταφορών κατά + 6 %. Η TTIP θα είναι μια εμπορική συμφωνία κατάλληλη για τον 21ο αιώνα — η αύξηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων δεν θα είναι επωφελής μόνο για τις πολυεθνικές, αλλά και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, είτε μέσω άμεσων εξαγωγών είτε ως προμηθευτές μεγαλύτερων επιχειρήσεων.

Η οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση της παραγωγικότητας που θα δημιουργηθεί με τη συμφωνία θα ωφελήσει τους εργαζόμενους στην ΕΕ και στις ΗΠΑ, τόσο από την άποψη του συνόλου των μισθών όσο και των νέων ευκαιριών απασχόλησης για τους εργαζόμενους με υψηλό και χαμηλό επίπεδο εξειδίκευσης.

Οι πραγματικές συνομιλίες πιθανότατα θα διαρκέσουν δύο χρόνια. Μετά από αυτή την ημερομηνία, η συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί από την πλευρά της ΕΕ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και για τους Αμερικανούς από το Κογκρέσο των ΗΠΑ. Θα θέλαμε να καταργηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι δασμοί και άλλοι φραγμοί τη στιγμή που η συμφωνία θα εγκριθεί και θα γίνει νόμος. Όσο πιο γρήγορα συμβεί αυτό, τόσο πιο γρήγορα μπορούμε όλοι να αρχίσουμε να αποκομίζουμε οφέλη. Ωστόσο, ορισμένες αλλαγές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σταδιακά με την πάροδο του χρόνου.

Σε γενικές γραμμές, όλοι οι άνθρωποι στην ΕΕ θα πρέπει να επωφεληθούν από την TTIP – κατά 545 περίπου ευρώ για το μέσο νοικοκυριό της ΕΕ. Το όφελος αυτό θα έχει τη μορφή φθηνότερων αγαθών και υπηρεσιών. Οι τιμές θα πέσουν, επειδή θα καταργηθούν οι εισαγωγικοί δασμοί στα εμπορεύματα των ΗΠΑ και θα εξαλειφθούν οι περιττοί κανόνες που επιβάλλουν κόστος στις αγοραπωλησίες μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ. Αλλά θα επωφεληθούμε επίσης, αν η ΕΕ και οι ΗΠΑ συμφωνήσουν να αποδέχονται αμοιβαίως τα τεχνικά πρότυπά τους σε πολλούς τομείς έτσι ώστε, οι κατασκευαστές, αντί να πρέπει να παράγουν αγαθά με βάση δύο διαφορετικά σύνολα προδιαγραφών, να μπορούν να ακολουθούν ένα μόνο σύνολο κανόνων τόσο για την ΕΕ όσο και για τις ΗΠΑ. Αυτή η μείωση της γραφειοκρατίας θα μειώσει το κόστος και, κατά συνέπεια και τις τιμές.

Όχι. Δεν θα διαπραγματευτούμε τα υφιστάμενα επίπεδα προστασίας για χάρη μιας συμφωνίας. Το υψηλό επίπεδο προστασίας μας εδώ στην Ευρώπη δεν είναι διαπραγματεύσιμο.  Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ παίρνουν επίσης πολύ σοβαρά υπόψη την προστασία των πολιτών τους. Τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ έχουν δεσμευτεί για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας για τους πολίτες, αλλά αυτό το επιτυγχάνουν με διαφορετικές προσεγγίσεις. Η ΕΕ μερικές φορές βασίζεται περισσότερο σε κανονισμούς, ενώ οι ΗΠΑ περισσότερο στην επίλυση διαφορών. Και οι δύο προσεγγίσεις μπορεί να είναι αποτελεσματικές, αλλά καμία δεν είναι τέλεια. Υπάρχει περιθώριο για βελτίωση μέσω της ανταλλαγής εμπειριών.

Δεν πρόκειται για εξίσωση προς τα κάτω. Το να κάνουμε τους κανονισμούς μας πιο συμβατούς μεταξύ τους, δεν σημαίνει ότι ψάχνουμε τον μικρότερο κοινό παρονομαστή, αλλά ότι αναζητούμε τα σημεία στα οποία διαφέρουμε άνευ λόγου. Δεν θα υπάρξει συμβιβασμός όσον αφορά την ασφάλεια, την προστασία του καταναλωτή ή το περιβάλλον. Ωστόσο, θα υπάρχει προθυμία να εξεταστεί ρεαλιστικά κατά πόσο μπορούμε να βελτιώσουμε τα πράγματα και να συντονιστούμε καλύτερα. Προφανώς, κάθε πλευρά θα διατηρήσει το δικαίωμα να ρυθμίζει τα ζητήματα περιβάλλοντος, ασφάλειας και υγείας στο επίπεδο που κρίνει κατάλληλο.

Οι διαπραγματεύσεις για την TTIP θα περιλαμβάνουν τη γεωργία. Το άνοιγμα των γεωργικών αγορών θα είναι μια αμφίδρομη διαδικασία με οφέλη τόσο για την ΕΕ όσο και τις ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να πωλούν περισσότερα από τα βασικά γεωργικά προϊόντα τους, όπως ο σίτος και η σόγια. Οι εξαγωγές της ΕΕ στις ΗΠΑ είναι κυρίως προϊόντα τροφίμων υψηλότερης αξίας όπως αλκοολούχα ποτά, οίνος, μπύρα και μεταποιημένα τρόφιμα [όπως τυριά, χοιρομέρι (ζαμπόν) και σοκολάτα]. Η Ευρώπη έχει σαφές συμφέρον να είναι σε θέση να πωλεί προς τις ΗΠΑ περισσότερα τρόφιμα κορυφαίας ποιότητας που παράγει. Επί του παρόντος, ορισμένα ευρωπαϊκά τρόφιμα, όπως τα μήλα και τα διάφορα τυριά, απαγορεύονται στην αγορά των ΗΠΑ·άλλα υπόκεινται σε υψηλούς δασμούς των ΗΠΑ — κρέας 30 %, ποτά 22-23 % και γαλακτοκομικά προϊόντα μέχρι 139 %. Η άρση αυτών και άλλων εμποδίων θα συμβάλει στην τόνωση των εξαγωγών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ.

Όχι, αυτό δεν θα συμβεί. Η βασική νομοθεσία, όπως η νομοθεσία που αφορά τους ΓΤΟ ή που υπάρχει για την προστασία της ζωής και της υγείας του ανθρώπου, της υγείας των ζώων και της καλής διαβίωσης των ζώων ή του περιβάλλοντος και των συμφερόντων των καταναλωτών δεν θα αποτελέσει αντικείμενο των διαπραγματεύσεων.

Σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ, οι ΓΤΟ που έχουν εγκριθεί για χρήση ως τρόφιμα, για τη διατροφή των ζώων ή για τη σπορά ως καλλιέργειες μπορούν ήδη να πωλούνται στην ΕΕ. Οι αιτήσεις έγκρισης αξιολογούνται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) και κατόπιν αποστέλλονται στα κράτη μέλη της ΕΕ προς γνωμοδότηση. Μέχρι στιγμής, έχουν εγκριθεί 52 ΓΤΟ. Η αξιολόγηση της ασφάλειας η οποία πραγματοποιείται από την EFSA πριν από τη διάθεση κάθε ΓΤΟ στην αγορά και η διαδικασία διαχείρισης του κινδύνου δεν θα επηρεαστούν από τις διαπραγματεύσεις.

Η ΕΕ και οι ΗΠΑ ανταλλάσσουν ήδη πληροφορίες σχετικά με την πολιτική, τους κανονισμούς και τα τεχνικά θέματα που αφορούν τους ΓΤΟ. Η συνεργασία αυτού του είδους συμβάλλει στην ελαχιστοποίηση της επίδρασης των αντίστοιχων συστημάτων μας έγκρισης των ΓΤΟ στο εμπόριο. Θεωρούμε ότι η TTIP είναι μια ευκαιρία να υποστηρίξουμε τη συνεργασία αυτή.

Όχι, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Οι διαπραγματεύσεις δεν θα θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των καταναλωτών μας για εμπορικό κέρδος. Η αυστηρή νομοθεσία της ΕΕ, όπως η νομοθεσία που σχετίζεται με τις ορμόνες, ή η νομοθεσία για την προστασία της ζωής και της υγείας του ανθρώπου, της υγείας των ζώων και της καλής διαβίωσης των ζώων ή του περιβάλλοντος και των συμφερόντων των καταναλωτών δεν θα αποτελέσει αντικείμενο των διαπραγματεύσεων.

Όχι, δεν θα συμβεί αυτό.

Πρώτα απ΄ όλα, οι κινηματογράφοι μας και τα τηλεοπτικά μας κανάλια έχουν ήδη προβάλλει πολλές αμερικανικές ταινίες. Η Ευρώπη δεν είναι κλειστή στις αμερικανικές ταινίες.

Δεύτερον, η σφριγηλή κινηματογραφική βιομηχανία της Ευρώπης δεν πρόκειται να ισοπεδωθεί από τον κατακλυσμό νέων αμερικανικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Η ΕΕ έχει κανόνες για την προστασία της πολιτιστικής πολυμορφίας της Ευρώπης, όπως ο πλούτος που προκύπτει από τις πολλές γλώσσες που ομιλούνται στην ήπειρό μας. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει νόμους για την προστασία και την προώθηση της πολιτιστικής πολυμορφίας, για παράδειγμα την παραγωγή ταινιών και τηλεοπτικών προγραμμάτων — στον λεγόμενο οπτικοακουστικό τομέα. Η ΕΕ δεν θα θέσει σε κίνδυνο το δικαίωμα αυτό και την ικανότητά της να προστατεύει την πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης.

Στις διαπραγματευτικές οδηγίες, τα κράτη μέλη διευκρίνισαν στην Επιτροπή ότι οπτικοακουστικός τομέας δεν αποτελούσε μέρος των διαπραγματεύσεων που αφορούσαν τον τομέα παροχής υπηρεσιών και το δικαίωμα εγκατάστασης.

Όχι. Η TTIP δεν θα υπερισχύει αυτόματα, δεν θα καταργεί ούτε θα τροποποιεί τη νομοθεσία και τους κανονισμούς της ΕΕ. Τυχόν τροποποιήσεις στη νομοθεσία της ΕΕ, στους κανόνες ή τους κανονισμούς με σκοπό την ελευθέρωση του εμπορίου θα πρέπει να εγκριθούν από τα κράτη μέλη της ΕΕ στο πλαίσιο του Συμβουλίου και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Μια εμπορική συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ θα έχει αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία. Για παράδειγμα, η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο οικονομικών γιγάντων θα αυξήσει τη ζήτηση για πρώτες ύλες, συστατικά και άλλες εισροές που παράγονται από άλλες χώρες. Αυτό αναμένεται να προσθέσει επιπλέον 100 δισ. ευρώ στην παγκόσμια οικονομία, παράλληλα με τις πρόσθετες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ. Όσο εκτενέστερη είναι η συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ, τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα οφέλη για τον υπόλοιπο κόσμο.

Η εναρμόνιση των τεχνικών προτύπων της ΕΕ και των ΗΠΑ θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για παγκόσμια πρότυπα: το μέγεθος της διατλαντικής αγοράς είναι τόσο μεγάλο που αν είχε μια ενιαία δέσμη κανόνων θα ήταν προς το συμφέρον των άλλων χωρών να τους υιοθετήσουν και αυτές Με αυτό τον τρόπο, το μόνο που θα έπρεπε να κάνουν είναι να παράγουν προϊόντα με ένα σύνολο προδιαγραφών, καθιστώντας ευκολότερο και φθηνότερο το εμπόριο σε ολόκληρο τον κόσμο.

Όχι. Η ACTA - η «Εμπορική συμφωνία καταπολέμησης της παραποίησης/απομίμησης» -, προοριζόταν να βάλει τέλος στο εμπόριο παραποιημένων προϊόντων. Είναι αυτονόητο ότι η θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — το οποίο καταψήφισε την ACTA — θα γίνει πλήρως σεβαστή. Δεν θα υπάρξει «ACTA διά της τεθλασμένης».

Η TTIP θα είναι μια πολύ ευρύτερη συμφωνία που θα καλύπτει πολλούς τομείς της οικονομίας. Τα ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (ΔΔΙ), όπως είναι οι κανόνες για τα δικαιώματα αναδημοσίευσης/αναπαραγωγής και τα εμπορικά σήματα — θα είναι μόνο ένα στοιχείο της. Τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ έχουν ήδη θεσπίσει αποτελεσματικούς κανόνες για την προστασία των συστημάτων ΔΔΙ, ακόμα και αν μερικές φορές έχουν διαφορετική προσέγγιση για την επίτευξή του σκοπού αυτού. Δεν έχουμε πρόθεση εναρμόνισης της νομοθεσίας της ΕΕ και των ΗΠΑ σχετικά με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Δεδομένου ότι η TTIP δίνει τη δυνατότητα να εξεταστεί ένας περιορισμένος αριθμός σημαντικών θεμάτων ΔΔΙ που ενδιαφέρουν τόσο την ΕΕ όσο και τις ΗΠΑ, θα μπορούσε να διευκολύνει το εμπόριο μεταξύ μας, χωρίς να αποδυναμώνει τους εν λόγω κανόνες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πιστεύουν ότι η διευθέτηση διαφορών μεταξύ επενδυτών και κράτους (ΔΔΕΚ) είναι ένα σημαντικό εργαλείο για την προστασία των επενδυτών της ΕΕ στο εξωτερικό.

Το γεγονός ότι μια χώρα έχει ισχυρό νομικό σύστημα δεν εγγυάται πάντοτε την επαρκή προστασία των ξένων επενδυτών. Ένας επενδυτής διατρέχει τον κίνδυνο απαλλοτρίωσης από μια κυβέρνηση (π.χ. μέσω κρατικοποίησης) ή μια κυβέρνηση μπορεί να θεσπίσει νομοθεσία που μηδενίζει την αξία της επένδυσής του, επιβάλλοντας, για παράδειγμα, μια απότομη απαγόρευση ενός προϊόντος που παράχθηκε σε εργοστάσιο που ανήκει σε έναν ξένο επενδυτή χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, ενώ δεν απαγορεύει τα προϊόντα που κατασκευάζονται από εγχώριες εταιρείες. Αν οι επενδυτές δεν μπορούν να προσφύγουν σε τοπικά δικαστήρια ή τα τοπικά δικαστήρια δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν μια απαίτηση αποτελεσματικά, τότε δεν έχουν πού να στραφούν για να ζητήσουν αποζημίωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, μία διάταξη για την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτών και κράτους σε επενδυτική συμφωνία προσφέρει εγγυήσεις για τους επενδυτές, επειδή εγγυάται ένα φόρουμ στο οποίο θα μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση.

Παρά το γεγονός ότι η ΕΕ και οι ΗΠΑ είναι αναπτυγμένες οικονομίες, οι επενδυτές μπορούν ακόμη να βρεθούν αντιμέτωποι με προβλήματα που επηρεάζουν τις επενδύσεις τους τα οποία τα εθνικά δικαστικά συστήματα δεν είναι πάντα σε θέση να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Για το λόγο αυτό, πιστεύουμε ότι υπάρχει σαφής προστιθέμενη αξία στη συμπερίληψη διατάξεων στην TTIP για την προστασία των επενδυτών. Επίσης, καθώς θα φέρει κοντά τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο, η TTIP θα ορίσει πρότυπα για το μέλλον.

Η συμπερίληψη των μέτρων για την προστασία των επενδυτών δεν εμποδίζει τις κυβερνήσεις να θεσπίζουν νόμους, ούτε οδηγεί στην κατάργηση νομοθεσίας. Μπορεί να οδηγήσει, το πολύ-πολύ, στην καταβολή αποζημίωσης. Τα κράτη μέλη της ΕΕ προβαίνουν σε ρυθμίσεις εδώ και χρόνια, μολονότι έχουν ήδη συναφθεί περίπου 1 400 συμφωνίες αυτού του είδους. Οκτώ κράτη μέλη έχουν συνάψει επενδυτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ. Οι συμφωνίες αυτές δεν εμπόδισαν τα εν λόγω κράτη μέλη να εναρμονιστούν με το σύνολο των κεκτημένων της ΕΕ κατά τις διαπραγματεύσεις για την προσχώρησή τους στην ΕΕ. Σε κάθε περίπτωση, η ΕΕ εργάζεται για να παρέχει ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η γνήσια ρυθμιστική πράξη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι μπορεί να γίνουν βελτιώσεις στο σύστημα και υπήρξε πολύ δραστήρια στην ανάπτυξη νέων κανόνων των Ηνωμένων Εθνών για τη διαφάνεια όσον αφορά την επίλυση διαφορών μεταξύ επενδυτών και κράτους. Στις διμερείς εμπορικές συμφωνίες που διαπραγματεύεται, η ΕΕ σκοπεύει να έχει καλύτερους κανόνες, π.χ. σχετικά με τον κρατικό έλεγχο των διαιτητών, έναν κώδικα δεοντολογίας των διαιτητών, κ.λπ.

Όχι, καθόλου. Το γεγονός ότι η ΕΕ και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να ξεκινήσουν διμερείς διαπραγματεύσεις δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε πλέον προσηλωμένοι σε μια πολυμερή προσέγγιση, στην οποία θα συμμετέχουν όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες.  Αντιθέτως, εργαστήκαμε σκληρά για την επίτευξη συμφωνίας στη διάσκεψη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) στο Μπαλί, όπου 159 χώρες συμφώνησαν για τα μέτρα που θα ωφελήσουν την παγκόσμια οικονομία και, ειδικότερα, τις αναπτυσσόμενες χώρες. Έχει μεγάλη σημασία ότι η συμφωνία στο Μπαλί θεωρείται ότι θα δώσει ώθηση στον ΠΟΕ και το πολυμερές σύστημα και θα βοηθήσει να ξεκινήσουν και πάλι οι πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις στον ΠΟΕ –ο λεγόμενος γύρος της Ντόχα. Επιπλέον, αν η ΕΕ και οι ΗΠΑ είναι σε θέση να εναρμονίσουν ένα μεγάλο αριθμό κανονισμών και προτύπων, αυτό θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για τη δημιουργία παγκόσμιων κανόνων, με την εξοικονόμηση κόστους και τα οικονομικά οφέλη που αυτό συνεπάγεται.

Προκειμένου οι εμπορικές διαπραγματεύσεις να είναι αποτελεσματικές και πετυχημένες, χρειάζεστε έναν ορισμένο βαθμό εμπιστευτικότητας, αλλιώς θα ήταν σαν να δείχνει ένας παίχτης τα χαρτιά του στον άλλο σε παιχνίδι με την τράπουλα.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συνεχίσει να προσεγγίζει τις συνδικαλιστικές ενώσεις, τις ενώσεις των καταναλωτών, τη βιομηχανία και άλλους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μεριμνήσει ώστε τα κράτη μέλη — στο Συμβούλιο — και το Κοινοβούλιο να είναι ενήμερα για τις εξελίξεις. Στο τέλος των διαπραγματεύσεων, τα δύο αυτά θεσμικά όργανα — το Συμβούλιο που περιλαμβάνει εκπρόσωπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών και το άμεσα εκλεγμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — θα εγκρίνουν ή θα απορρίψουν τη συμφωνία.

Στην εκτίμηση επιπτώσεων που εκπόνησε η Επιτροπή διαπιστώθηκε ότι ο γενικός αντίκτυπος της TTIP με τις ΗΠΑ στο περιβάλλον αναμένεται να είναι ήπιος. Ακόμη και αν επιτευχθεί απελευθέρωση του εμπορίου σε μεγάλο βαθμό, προβλέπεται πολύ περιορισμένη μόνο αύξηση των εκπομπών CO2 σε παγκόσμιο επίπεδο. Επίσης, στην εκτίμηση επιπτώσεων αναφέρεται ότι άλλες τυχόν αρνητικές παρενέργειες της TTIP –όπως η αύξηση των αποβλήτων, η μείωση της βιοποικιλότητας, καθώς και η μεγαλύτερη χρήση φυσικών πόρων– θα αντισταθμιστούν σε μεγάλο βαθμό από τα οφέλη της αύξησης των συναλλαγών στον τομέα των περιβαλλοντικών εμπορευμάτων και υπηρεσιών.

Τώρα που οι διαπραγματεύσεις έχουν αρχίσει, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ξεκινήσει μια εκτίμηση επιπτώσεων για τη βιωσιμότητα του εμπορίου.  Η εκτίμηση αυτή θα εξετάσει ιδιαίτερα τις πιθανές περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις της TTIP. Θα εκπονηθεί από ανεξάρτητο ανάδοχο και θα περιλαμβάνει αντιπροσωπευτική διαδικασία διαβούλευσης στην οποία θα συμμετέχουν ενδιαφερόμενα μέρη και η κοινωνία των πολιτών τόσο από την ΕΕ όσο και από τις ΗΠΑ. Η διαδικασία θα προσφέρει πραγματικές ευκαιρίες διαβούλευσης, συγκέντρωσης πληροφοριών και διάδοσης των αποτελεσμάτων.

Όχι. Η ΕΕ και οι ΗΠΑ έχουν εδώ και καιρό αναγνωρίσει ότι ρυθμίζουν το θέμα των ιδιωτικών δεδομένων με διαφορετικό τρόπο. Οι διαπραγματεύσεις για την TTIP δεν είναι το σωστό μέρος για την αντιμετώπιση αυτών των διαφορών. Έχουμε ήδη αναπτύξει τους κατάλληλους τρόπους για τη διαχείριση των διατλαντικών ροών δεδομένων –για παράδειγμα, με τη συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ περί «Ασφαλούς Λιμένα»  (Safe Harbour Agreement).  Επιπλέον, βρισκόμαστε σε συνομιλίες με τις ΗΠΑ για την πρόσβαση σε δεδομένα από τις αρχές επιβολής της νομοθεσίας. Σκοπός είναι να υπάρξει μια συμφωνία-πλαίσιο για την προστασία των δεδομένων ώστε να ενταθούν οι κοινές προσπάθειες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του σοβαρού εγκλήματος. Οι συνομιλίες αυτές δεν θα επηρεαστούν από την TTIP. 

Όχι, δεν προβλέπεται εναρμόνιση. Τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ έχουν πολυάριθμα πρότυπα και κανονισμούς. Σ’ εκείνες τις περιπτώσεις που αυτά διαφέρουν, οι κατασκευαστές επιβαρύνονται με επιπλέον δαπάνες, για παράδειγμα επειδή υποχρεώνονται να διατηρούν διαφορετικές σειρές παραγωγής. Τελικά, το κόστος αυτό μεταφέρεται στον καταναλωτή. 

Η TTIP δεν επιδιώκει να πείσει τα δύο μέρη να αλλάξουν τα συστήματά τους, αλλά αποσκοπεί στην εξεύρεση λύσεων για την ομαλότερη λειτουργία των συστημάτων. Τα αυτοκίνητα, τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα και τα φάρμακα είναι τρεις τομείς όπου υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες κανονιστικής σύγκλισης.