Διαδρομή πλοήγησης

Ο τομέας της βιομηχανίας επίπλων

Η βιομηχανία επίπλων είναι ουσιαστικά μια βιομηχανία συναρμολόγησης που χρησιμοποιεί διάφορες πρώτες ύλες για την κατασκευή προϊόντων. Τα υλικά που χρησιμοποιεί περιλαμβάνουν ξύλο και στοιχεία με βάση το ξύλο, μέταλλα, πλαστικά, υφάσματα, δέρμα και γυαλί. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη επίπλων (π.χ. καρέκλες, καναπέδες, τραπέζια, ντουλάπες, κουζίνες, στρώματα) με πολύ διαφορετικές χρήσεις (π.χ. νοικοκυριά, σχολεία, γραφεία).

Σήμερα η βιομηχανία επίπλων στην ΕΕ έχει επιτύχει υψηλό επίπεδο ποιότητας παραγωγής σε ό,τι αφορά τα τεχνικά ζητήματα, την αισθητική, το design και τη μόδα, με αποτέλεσμα να διαθέτει καλή φήμη σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο ευρωπαϊκός τομέας επίπλων περιλαμβάνει περίπου 150.000 εταιρείες, με συνολικό κύκλο εργασιών σχεδόν €126 δισ. και προστιθέμενη αξία €38 δισ., και απασχολεί περίπου 1,4 εκατ. άτομα (EΕ27, 2006). Οι κύριοι παραγωγοί (με βάση την αξία παραγωγής) είναι η Ιταλία και η Γερμανία· ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ισπανία και σε μικρότερο βαθμό η Πολωνία.

Στον τομέα κυριαρχούν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (το 86% των επιχειρήσεων επίπλων στην ΕΕ έχουν κάτω από 10 εργαζόμενους), αλλά υπάρχουν επίσης ορισμένοι μεγάλοι κατασκευαστές. Οι μικρές εταιρείες λειτουργούν συχνά ως υπεργολάβοι για μεγαλύτερες επιχειρήσεις, παράγωντας για παράδειγμα εξαρτήματα και ημιτελειωμένα προϊόντα για το φινίρισμα και τη συναρμολόγηση επίπλων. Τα βασικότερα προϊόντα που κατασκευάζονται στην ΕΕ (38% της συνολικής αξίας της παραγωγής επίπλων) είναι τα ξύλινα έπιπλα που χρησιμοποιούνται στις κρεβατοκάμαρες, στις τραπεζαρίες, στα καθιστικά και σε άλλους χώρους, καθώς και τα πλαστικά και μεταλλικά έπιπλα. Άλλες σημαντικές κατηγορίες είναι τα καθίσματα και τα έπιπλα γραφείου (29% και 17% αντίστοιχα) και τα έπιπλα κουζίνας (12%).

Στο πέρασμα των χρόνων και ως απάντηση στις ανταγωνιστικές πιέσεις, ιδιαίτερα του διεθνούς ανταγωνισμού, οι εταιρείες επίπλων προχώρησαν σε μια μακρόχρονη διαδικασία αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού, και οι όγκοι παραγωγής σημείωσαν μείωση. Από το 2005 οι όγκοι παραγωγής αυξήθηκαν ελαφρά, αλλά το 2008 αυτή η θετική τάση αντιστράφηκε και η παραγωγή μειώθηκε ξανά. Βασικοί παράγοντες ανταγωνιστικότητας για τον τομέα είναι η έρευνα και η καινοτομία, οι δεξιότητες και η ποιότητα, το design και η προστιθέμενη αξία, οι γνώσεις και η τεχνογνωσία, καθώς και η καλύτερη πρόσβαση στις αγορές τρίτων χωρών.

Διαδώστε το: FacebookGoogle+LinkedInΣτείλτε σε ένα φίλο

Επιλέξτε κανονικό μέγεθος γραμματοσειράςΑυξήστε το μέγεθος κατά 200%Εκτύπωση