Διαδρομή πλοήγησης

News

Αντιπρόεδρος Reding: Η Ευρώπη, το δίκαιο και οι γερμανοί νομικοί: μια παρέμβαση του Λουξεμβούργου

28.11.2012 Ομιλία της Viviane Reding, Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Επιτρόπου Δικαιοσύνης της ΕΕ, με τίτλο «Η Ευρώπη, το δίκαιο και οι γερμανοί νομικοί: μια παρέμβαση του Λουξεμβούργου», που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο του 69ου Συνεδρίου του συλλόγου γερμανών νομικών Deutscher Juristentag στο Μόναχο, στις 18 Σεπτεμβρίου 2012.

69. Συνέδριο του συλλόγου γερμανών νομικών DeutscherJuristentag/Μόναχο

18 Σεπτεμβρίου 2012

Αξιότιμε καθηγητή Δρ. Henssler,

Αγαπητή Ομοσπονδιακή Υπουργέ Δικαιοσύνης Sabine,

Αγαπητή Υπουργέ Δικαιοσύνης Δρ. Merk,

Αξιότιμες κυρίες και κύριοι,

Γνωρίζω πολύ καλά ότι βρίσκομαι σήμερα εδώ στο Μόναχο ανάμεσα σε μία άκρως ευυπόληπτη συντροφιά. Ενώπιόν μου σε αυτήν την αίθουσα βρίσκεται η «crème de la crème» του γερμανικού δικαίου: οι μεγαλύτερες διάνοιες της Γερμανίας από το σώμα των δικαστών, των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων και της νομικής επιστήμης, σε συνδυασμό με πολλούς σημαντικούς πολιτικούς στον τομέα του δικαίου από την Ομοσπονδία και τα ομόσπονδα κράτη, τα υπουργεία δικαιοσύνης και τα κοινοβούλια. Ως ταπεινή Λουξεμβουργιανή δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ με δέος ενώπιον αυτής της συσπειρωμένης δύναμης του γερμανικού δικαίου.

Ναι, ισχύει όντως ότι, από την κύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες ασκεί επίσης πολιτική του δικαίου. Εντούτοις, ως πρώτη στην ιστορία Επίτροπος Δικαιοσύνης της ΕΕ γνωρίζω πολύ καλά ότι το σύνολο της νομοθεσίας που συντάσσεται στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο από τον ευρωπαίο νομοθέτη – για το αστικό δίκαιο, το ποινικό δίκαιο ή το δίκαιο για την προστασία των δεδομένων – στο τέλος θα πρέπει να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο και να εφαρμοστεί από όλους εσάς, εδώ σε τοπικό επίπεδο στη Γερμανία και στη Βαυαρία. Με άλλα λόγια: το ευρωπαϊκό δίκαιο εξαρτάται από όλους εσάς. Εσείς είστε αυτοί που πρέπει να έρχεστε καθημερινά αντιμέτωποι με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Εσείς είστε αυτοί που πρέπει να γνωρίζετε τι σημαίνει μια διάταξη της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, πώς ερμηνεύεται και πώς εφαρμόζεται. Εν συντομία: χωρίς εσάς δεν υφίσταται ευρωπαϊκό δίκαιο στην καθημερινή μας ζωή.

Για τους λόγους αυτούς, χαιρετίζω το γεγονός ότι στο φετινό συνέδριο νομικών εδώ στο Μόναχο, εκτός από το γερμανικό δίκαιο, θα ασχοληθείτε πολύ διεξοδικά και με το ευρωπαϊκό δίκαιο – είτε πρόκειται για το ευρωπαϊκό ενδοτικό δίκαιο των πωλήσεων, για πιθανές ευρωπαϊκές συλλογικές αγωγές, για την οδηγία της ΕΕ σχετικά με το δικαίωμα χρήσης υπηρεσιών δικηγόρου στην ποινική διαδικασία, για τον κανονισμό της ΕΕ περί προστασίας των δεδομένων ή για την ποσόστωση γυναικών της ΕΕ σε ανώτατες θέσεις της οικονομίας, που προετοιμάζει αυτές τις ημέρες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Γνωρίζω πολύ καλά ότι δεν συμμερίζονται την άποψή μου για τα εν λόγω πέντε θέματα όλοι οι νομικοί που παρευρίσκονται στην αίθουσα. Φυσικά αυτό θα ήταν το καλύτερο! Η νομική επιστήμη τροφοδοτείται κατ’ ουσία από τις διχογνωμίες και αποτελεί καθήκον των δημοκρατικά νομιμοποιημένων πολιτικών – το ίδιο συμβαίνει και στις Βρυξέλλες, όπως στο Μόναχο και το Βερολίνο – στο τέλος μιας νομικής θέσης και αντίθεσης να αναγνωρίζουν μια σύνθεση ή σε κάθε περίπτωση μια αξιόπιστη επικρατούσα άποψη για την οποία παρέχονται πολιτικές πλειοψηφίες. Στην ομιλία μου δεν επιδιώκω να προδικάσω αυτή τη σημαντική διαδικασία. Η άποψή μου για τα πέντε ως άνω αναφερθέντα θέματα σας είναι αρκετά γνωστή και αναμένω με ανυπομονησία να ενημερωθώ πού θα καταλήξουν οι συζητήσεις σας τις επόμενες ημέρες σχετικά με αυτά.

Ενδεχομένως υποστηρίζετε την άποψη ότι είναι ανάρμοστη η προσπάθεια της Επιτροπής, στον τομέα του δικαίου των καταναλωτικών συμβάσεων, να μην στηρίζεται πλέον στην παραδοσιακή μέθοδο της πλήρους εναρμόνισης, αλλά να ακολουθεί την οδό του μη δεσμευτικού δικαίου των συμβάσεων προς το συμφέρον της επικουρικότητας και της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων. Άραγε θα ήταν καλύτερα να επιστρέψουμε πάλι στην πλήρη εναρμόνιση; Φυσικά θα ακούσω προσεκτικά τέτοιου είδους επιχειρήματα, ακόμα και εάν η προαιρετική πράξη αποτελεί από την πλευρά μου πολύ συνειδητή επιλογή, προκειμένου να λάβω υπόψη τους ενδοιασμούς της γερμανικής νομικής επιστήμης σε σχέση με την πλήρη εναρμόνιση των προηγούμενων δεκαετιών. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ πολύ ενδιαφέρον το επιχείρημα που ακούστηκε εδώ στο Μόναχο ότι εμείς στις Βρυξέλλες θα ενεργούσαμε υπερβολικά γρήγορα για αυτήν την προαιρετική πράξη. Ωστόσο, πριν την κατάθεση συγκεκριμένης νομοθετικής πρότασης, η προαιρετική πράξη βρισκόταν σε προπαρασκευαστικό στάδιο εδώ και είκοσι χρόνια στο πλαίσιο της επιστημονικής έρευνας και, έπειτα από δέκα χρόνια, στο πλαίσιο κοινοποιήσεων και δημοσίων διαβουλεύσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Προφανώς η έννοια του «γρήγορα» διαφέρει εδώ στο Μόναχο από εκείνη σε εμάς στις Βρυξέλλες!

Ίσως στο παρόν 69ο συνέδριο νομικών εξετάζετε με κριτική διάθεση και τη στάση μου σε σχέση με τις σκέψεις για τις συλλογικές αγωγές της ΕΕ. Εγώ προσωπικά έχω αποφανθεί κατά της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε αυτόν τον τομέα. Θεωρώ ότι το εθνικό δικονομικό δίκαιο είναι πολύ διαφορετικό σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να τολμήσουμε τέτοια πειράματα. Επίσης, δεν αναγνωρίζω κανένα πλεονέκτημα στην εισαγωγή των αμερικανικών «class actions» στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη – ούτε καν για τους καταναλωτές οι οποίοι ειδικά στη Γερμανία προστατεύονται πλέον από πλήθος νομοθετικών διατάξεων, από τη δικαιοσύνη και από ενώσεις καταναλωτών σε εντυπωσιακά υψηλό επίπεδο. Αλλά είμαι βέβαιη ότι κάποιος ή ορισμένοι από εσάς έχετε διαφορετική άποψη επί του θέματος και ανυπομονώ να ακούσω τα επιχειρήματά σας.

Επίσης θα χαιρόμουν να ακούσω αντιμαχόμενες εισηγήσεις σε σχέση με την οδηγία για την επικουρία δικηγόρου στην ποινική διαδικασία που συζητιέται έντονα αυτές τις ημέρες στην ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία. Θεωρείτε σωστή τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η επικοινωνία του δικηγόρου με τον εντολέα του πρέπει να υπόκειται ανεξαιρέτως στις διατάξεις της εμπιστευτικότητας; Την ίδια άποψη με εμένα συμμερίζονται ευτυχώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και η ιταλική και η ισπανική κυβέρνηση. Ή υποστηρίζετε την άποψη ότι υπάρχουν τεκμηριωμένα δημόσια συμφέροντα, ώστε να διασπαστεί η αρχή της εμπιστευτικότητας και στη σχέση μεταξύ δικηγόρου και εντολέα; Στην προκειμένη περίπτωση υποστηρίζετε πιθανώς την άποψη που εκπροσωπεί και η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις της στις Βρυξέλλες σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ. Θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω με ποιον τρόπο θα συζητηθεί το εν λόγω ζήτημα στο συνέδριο γερμανών νομικών.

Ίσως διαπιστώνετε και στον κύκλο εργασίας σας ότι το επίπεδο προστασίας του κανονισμού της ΕΕ περί προστασίας των δεδομένων που προτάθηκε από την Επιτροπή είναι πολύ χαμηλό για τη Γερμανία. Ο κανονισμός της ΕΕ περί προστασίας των δεδομένων προβλέπει ως γνωστόν σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ το διορισμό υπευθύνου για την προστασία δεδομένων της επιχείρησης, όπως ισχύει σήμερα με αυτή τη μορφή μόνο στη Γερμανία και στην Αυστρία. Ωστόσο, η πρότασή μας προβλέπει αυτήν την υποχρέωση μόνο για επιχειρήσεις με 250 ή περισσότερους υπαλλήλους. Έχουν φτάσει σε μένα πολλές καταγγελίες από τη Γερμανία που αναφέρουν ότι θα πρέπει να μειώσουμε αυτό το κατώτερο όριο. Θα με ενδιέφερε η γνώμη των γερμανών νομικών του συλλόγου Deutscher Juristentag επί τούτου. Και κατά τα λοιπά είμαι ευγνώμων για συγκεκριμένες προτάσεις, σε ποιες ακριβώς περιπτώσεις θα πρέπει να αυξήσουμε το επίπεδο προστασίας, ή σε ποιες περιπτώσεις θα μπορούσαμε να προβούμε σε κάποια άλλη προσαρμογή.

Τέλος, δεν αποκλείω ότι ορισμένες από τις παρευρισκόμενες γυναίκες νομικούς δεν είναι απόλυτα ικανοποιημένες από το γεγονός ότι τα έως σήμερα σχέδια της Επιτροπής σε σχέση με την ποσόστωση των γυναικών λαμβάνουν υπόψη μόνο τα εποπτικά συμβούλια. Τώρα, στην προκειμένη περίπτωση φυσικά θα δεχόμουν μετά χαράς νομικά εφαρμόσιμες προτάσεις που θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν και τα διοικητικά συμβούλια και τα υπόλοιπα επίπεδα λήψης αποφάσεων - και παρόλα αυτά να σέβονται το θεμελιώδες δικαίωμα της επιχειρηματικής ελευθερίας και το δικαίωμα κυριότητας. Καθώς αμφότερα είναι θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία θεωρώ εξίσου σημαντικά με την ισότητα των φύλων και, ως εκ τούτου, πρέπει να εναρμονιστούν μεταξύ τους στην πράξη. Ανεξάρτητα από το πώς θα διατυπωθεί τελικά το νομικό κείμενο της Επιτροπής, διαπιστώνεται το εξής: η ποσόστωση θα λάβει χώρα. Έντεκα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν σήμερα διαφορετικά καθεστώτα ποσοστώσεων. Και είμαι πολύ σίγουρη ότι έως το 2015 θα έχει και η Γερμανία ένα καθεστώς ποσοστώσεων. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στις Βρυξέλλες. Οφείλεται και στο Βερολίνο και ίσως ακόμα και στο Μόναχο, όπου στην εποχή μας οι γυναίκες σε υψηλόβαθμες θέσεις είναι ιδιαίτερα «της μόδας». Χαιρετίζω αυτό το γεγονός και εκφράζω τη χαρά μου για τους πολλούς συμμάχους σε σχέση με αυτό το ζήτημα ιδίως στη Γερμανία. Μαζί θα τα καταφέρουμε στο τέλος, είμαι πεπεισμένη γι' αυτό.

Κυρίες και κύριοι,

Και μόνο το γεγονός ότι τις επόμενες ημέρες εδώ στο Μόναχο θα συζητήσετε όλα αυτά τα πολύπλοκα νομικά ζητήματα και ακόμα περισσότερα θέματα, αξιώνει από μέρους μου μεγάλο σεβασμό. Δεν γνωρίζω πολλά ευρωπαϊκά κράτη στα οποία παραχωρείται τόσο μεγάλος χώρος για νομική και νομικοπολιτική συζήτηση όσο στη Γερμανία. Συμμετέχω επί περισσότερα από 20 χρόνια ενεργά στην ευρωπαϊκή πολιτική, δέκα χρόνια ως άμεσα εκλεγμένο μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τώρα στο δωδέκατο έτος ως Επίτροπος της ΕΕ, εκλεγμένη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σε αυτήν την πορεία αντιλήφθηκα πολλές φορές ότι οι γερμανοί νομικοί αποτελούν ιδιαίτερη περίπτωση.

Ως Λουξεμβουργιανή που καταλαβαίνει τη γλώσσα σας και τη μιλάει σε κάποιον βαθμό, αντιλαμβανόμενη ότι ναι μεν η χώρα της είναι μικρή, αποτελεί όμως ανεξάρτητο ευρωπαϊκό έθνος με δική του μητρική γλώσσα, επιτρέψτε μου ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με τις ιδιαιτερότητες των γερμανών νομικών και τη σημασία τους για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Όταν το 1999 ξεκινούσα τη θητεία μου ως Επίτροπος Παιδείας και Πολιτισμού της ΕΕ, συναντήθηκα με γερμανούς νομικούς για πρώτη φορά στο πλαίσιο του προγράμματος ERASMUS, το οποίο υπαγόταν τότε στην αρμοδιότητά μου. Γνωρίζετε ότι το πρόγραμμα ERASMUS της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνει τη δυνατότητα κάθε χρόνο σε χιλιάδες φοιτητές να φοιτήσουν για ένα μέρος των σπουδών τους σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ και έτσι να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Οι γερμανοί νομικοί αποφάνθηκαν αρχικά πολύ διστακτικά υπέρ του προγράμματος ERASMUS. Στην αρχή υπήρχε η ανησυχία ότι λόγω του προγράμματος παραλείπεται μέρος του εντατικού προγράμματος σπουδών της νομικής και έτσι χάνεται χρόνος για την προετοιμασία των εξετάσεων. Αλλά με τον καιρό τα αγγλικά πανεπιστήμια ιδίως έγιναν δημοφιλή και για τους γερμανούς νομικούς προκειμένου να αποκομίσουν εμπειρία από το εξωτερικό. Κάποτε μου διηγήθηκε μια αγγλίδα καθηγήτρια Νομικής τις εντυπώσεις της από αυτούς τους γερμανούς νομικούς. «Αναγνωρίζει κανείς το γερμανό δικηγόρο αμέσως μόλις διορθώσει τις νομικές εκθέσεις του», μου έλεγε τότε. «Ο άγγλος νομικός συντάσσει λαμπρές εκθέσεις που εντυπωσιάζουν με το ύφος και τη γλώσσα τους. Ο γερμανός νομικός, όμως, διαρθρώνει επίσης την έκθεσή του με λατινική αρίθμηση Ι., ΙΙ., αραβική 1., 2., μικρό α, μικρό διπλό α. Η συλλογιστική είναι σαφής, δομημένη και λογική». Ναι, κυρίες και κύριοι, κανείς στην Ευρώπη δεν μπορεί να μιμηθεί τη δομή και τη συνεπή λογική των γερμανών νομικών.

Παρεμπιπτόντως αυτό δείχνει και το φαινόμενο του γερμανικού νομικού σχόλιου. Ίσως να μην το συνειδητοποιείτε πάντα, κυρίες και κύριοι, αλλά υπάρχουν νομικά σχόλια χιλιάδων σελίδων όπως το σχόλιο του Palandt ή το σχόλιο Μονάχου – κάτι τέτοιο υπάρχει μόνο στη Γερμανία. Μόνο οι γερμανοί νομικοί προσέρχονται φορτωμένοι με τόσο βαριά βιβλία σε διαπραγματεύσεις συμβάσεων ή στο δικαστήριο. Σε καμιά άλλη χώρα δεν συνηθίζεται η νομική ανάπτυξη όλων των παραγράφων από την αρχή ως το τέλος χρησιμοποιώντας τη μικρότερη γραμματοσειρά σε εξαιρετικά λεπτό χαρτί, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική νομολογία, την επικρατούσα άποψη και κάποια μειοψηφική γνώμη που γίνεται αντιληπτή κατά τη διάδοσή της. Αυτό το ιδιαίτερο εργαλείο των γερμανών νομικών επιστημόνων και των ασκούντων το νομικό επάγγελμα είναι μοναδικό στην Ευρώπη και με εντυπωσιάζει κάθε φορά.

Ο γερμανός νομικός δεν ξέρει όμως κατά κανόνα μόνο πού βρίσκεται ένα σημείο στο σχόλιο. Το πιο αξιοσημείωτο στους γερμανούς νομικούς είναι το εύρος της νομικής τους παιδείας. Ναι, έτσι είναι: έως ότου ξεκινήσει να εργάζεται, ο γερμανός νομικός είναι λίγο πριν τα 30 ή έχει κλείσει τα 30. Διότι σε αντίθεση με τους γάλλους ή τους βρετανούς συναδέλφους του δεν ολοκληρώνει τις σπουδές του σε τρία χρόνια, αλλά μετά τις πρώτες κρατικές εξετάσεις πρέπει να περάσει και τις δεύτερες και εν τω μεταξύ να ολοκληρώσει την άσκηση ως ασκούμενος δικηγόρος. Ο γερμανός νομικός που έχει επιτύχει στις δεύτερες κρατικές εξετάσεις (Volljurist) είναι στο τέλος της εκπαίδευσής του γενικός νομικός, που γνωρίζει πολύ καλά από το ενοχικό δίκαιο έως το εταιρικό δίκαιο και από το συνταγματικό δίκαιο έως το δίκαιο της δόμησης και των υδάτων της Βαυαρίας. Ο ολοκληρωμένος γερμανός νομικός δεν είναι επομένως ένας τυπικός απόφοιτος πανεπιστημίου, αλλά μετά τις δεύτερες κρατικές εξετάσεις, διαθέτει «τα προσόντα διορισμού ως δικαστής», σύμφωνα με το άρθρο 5 του γερμανικού νόμου περί δικαστικών λειτουργιών.

Αντιλαμβάνεται κανείς γρήγορα τη γενική νομική εκπαίδευση, όταν συνεργάζεται με έναν γερμανό νομικό. Εμείς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά. Υπάρχουν πολιτικοί τομείς στις Βρυξέλλες για τους οποίους αναζητούμε απεγνωσμένα τους εν λόγω γερμανούς νομικούς (Volljuristen). Για παράδειγμα στην περίπτωση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού που είναι αρμόδια για το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΕ – παραδοσιακά ένας τομέας στον οποίο ξεχωρίζουν οι γερμανοί νομικοί. Προσφάτως και η νεαρή Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης έγινε το προνομιακό σημείο επαφής για τους γερμανούς νομικούς. Σε πολλές διαδικασίες υποβολής αιτήσεων αντιλαμβανόμαστε ότι η εντατική γερμανική νομική εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Γνωρίζω γάλλους, πολωνούς ή ιταλούς γενικούς διευθυντές που στηρίζονται στον «German lawyer» τους ως τον αξιόπιστο και συνεπή συνεργάτη. Εγώ προσωπικά είχα την εξής εμπειρία: ως Επίτροπος Παιδείας και Πολιτισμού της ΕΕ βρισκόμουν στη διαδικασία επιλογής ενός εξαίρετου γερμανού νομικού ως προϊστάμενου γραφείου. Δεν απογοητεύτηκα και διόρισα κατά τη θητεία μου ως Επιτρόπου Τηλεπικοινωνιών και Μέσων της ΕΕ εκ νέου έναν γερμανό νομικό ως προϊστάμενο γραφείου. Και επίσης στη σημερινή μου θητεία ως Επιτρόπου Δικαιοσύνης της ΕΕ διόρισα και πάλι ως προϊστάμενο γραφείου έναν γερμανό αριστούχο νομικό. Έτσι ξέρει κανείς ακριβώς τι έχει!

Οι γερμανοί νομικοί πάντα ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μπορεί σήμερα να έχει ξεχαστεί σε κάποιο βαθμό , αλλά ο πρώτος Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν ο γερμανός νομικός Walter Hallstein ο οποίος διαμόρφωσε την ευρωπαϊκή πολιτική από το 1958 έως το 1967. Ο Walter Hallstein ήταν εκείνος που πολύ εύστοχα χαρακτήρισε την Ευρώπη ως «κοινότητα δικαίου». Ως μια κοινότητα η οποία για πρώτη φορά στην ιστορία δεν διατηρεί την ενότητά της με κρατική βία ή τη βία των όπλων αλλά μόνο με τη δύναμη του από κοινού συμφωνηθέντος δικαίου. Και μια κοινότητα η οποία στο καθημερινό της έργο δεν διοικεί κανένα στρατό και δεν διευθύνει φυλακές, αλλά βασίζεται κυρίως στο δίκαιο. Μια κοινότητα ως δημιούργημα του δικαίου, ως πηγή δικαίου και ως κοινή έννομη τάξη – αυτό δείχνει να είναι έως ήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση. Για ορισμένους μπορεί αυτοί οι αμέτρητοι κανονισμοί και η τάση τελειομανίας των Βρυξελλών να φαντάζουν γραφειοκρατικοί. Αλλά αυτό προκύπτει ακριβώς όταν εμπιστευόμαστε ένα ευρωπαϊκό έργο ειρήνης όπως την Ευρώπη σε γερμανούς νομικούς. Προσωπικά πιστεύω ότι οι γερμανοί νομικοί, όπως ο Walter Hallstein, προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες στην Ευρώπη και το δίκαιο.

Ίσως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι γερμανοί νομικοί γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τα φρικτά αδικήματα που μπορεί να επιφέρει, μεταξύ άλλων, το δίκαιο. Λαμβάνοντας υπόψη τις αποτρόπαιες πράξεις πολλών νομικών στο παρελθόν της Γερμανίας, προσπαθούν μάλλον οι γερμανοί νομικοί πλέον να θέτουν το δίκαιο στην υπηρεσία της κατανόησης μεταξύ των λαών, της δημοκρατίας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ειρήνης. Ένας γερμανός νομικός μού εξηγούσε κάποτε το «δόγμα Radbruch» που διαμορφώθηκε αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο συνιστώ έως σήμερα ως κατευθυντήριο μοτίβο κάθε πολιτικού του δικαίου: Ναι μεν πρέπει να εφαρμόζονται καταρχήν θετικοί νόμοι προς όφελος της ασφάλειας του δικαίου, ακόμα κι εάν είναι άδικοι και ακατάλληλοι, αλλά οι αφόρητα άδικοι νόμοι πρέπει να ενδίδουν στη δικαιοσύνη. Και οι νόμοι που δεν επιδιώκουν να είναι δίκαιοι, δεν αποτελούν δίκαιο.

Κανείς δεν θα μπορούσε να συνοψίσει καλύτερα τα διδάγματα από τις ιστορικές γερμανικές εμπειρίες με τα εκτρώματα ενός στυγνού θετικισμού στο δίκαιο. Χωρίς αυτή τη γερμανική εμπειρία δεν μπορεί να γίνει κατανοητός, κατά την άποψή μου, ούτε ο ιδιαίτερος ρόλος του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου στη γερμανική πολιτική και κοινωνία. Για τα περισσότερα γειτονικά κράτη της Γερμανίας δεν γίνεται καν αντιληπτό το γεγονός ότι το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο στο Βερολίνο λαμβάνουν την απόφαση για την τροποποίηση του Συντάγματος με πλειοψηφία δύο τρίτων. Και ότι επίσης είναι νομικά δυνατός ο έλεγχος της συνταγματικότητας αυτής της τροποποίησης του Συντάγματος στην Καρλσρούη. Προσωπικά θεωρώ σημαντικότατο επίτευγμα το γεγονός ότι υπάρχουν έσχατα νομικά όρια και στο δημοκρατικό κράτος δικαίου, προκειμένου να υπερασπίζονται τη δημοκρατία και τα θεμελιώδη δικαιώματα έναντι μιας ενδεχομένης άδικης επιβολής των απόψεων της πλειοψηφίας. Μόνο το ότι υπάρχουν τέτοιες διαδικασίες στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει, κατά την άποψή μου, σημαντική πολιτισμική λειτουργία για τη διαφύλαξη της ειρήνης δικαίου και της εμπιστοσύνης στο συνταγματικό κράτος. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οι νομικοί της Γερμανίας θα πρέπει να είναι περήφανοι για το Συνταγματικό τους Δικαστήριο. Αποτελεί πλέον πρότυπο χωρίς αμφιβολία όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη και το απέδειξε εκ νέου την προηγούμενη εβδομάδα.

Κυρίες και κύριοι,

Η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση δημόσιου χρέους ασφαλώς αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση για τους νομικούς. Η ραγδαία ταχύτητα των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών έχει επιβάλει τόσο στη γερμανική όσο και στην ευρωπαϊκή πολιτική ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Από τις νέες, συνεχείς έκτακτες συνόδους κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων για την κρίση προκύπτουν αποφάσεις οι οποίες μετά βίας μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τους μέσους πολιτικούς και βουλευτές, ενώ ίσως καθόλου πλέον από τους περισσότερους πολίτες. Και γι' αυτόν το λόγο η κρίση έχει μετατραπεί με τον καιρό σε πραγματική κρίση εμπιστοσύνης. Μια κρίση εμπιστοσύνης εν γένει στην ικανότητα δράσης της πολιτικής για την παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων. Αλλά και μια κρίση εμπιστοσύνης στο σχέδιο της ευρωπαϊκής συμφωνίας. Η ευρωπαϊκή συμφωνία μας προσέφερε επί δεκαετίες ειρήνη και ευημερία και απολάμβανε έτσι ευρείας αποδοχής. Αλλά οι καλές εποχές πέρασαν. Και σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς η Ευρώπη ως οργανισμός έχει χάσει για ορισμένους την αίγλη της.

Σε μια τέτοια κρίση εμπιστοσύνης το δίκαιο αναλαμβάνει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο. Το δίκαιο και ο σταθερός χαρακτήρας του αποτελούν τη βάση της εμπιστοσύνης. Το δίκαιο είναι κατά κάποιον τρόπο το κοινό νόμισμα του κράτους δικαίου. Εάν οι πολίτες δεν εμπιστεύονται πια το δίκαιο, τότε παύει το κράτος δικαίου. Αυτό πρέπει να το ανακαλούν στη μνήμη τους διαρκώς όλοι οι πολιτικοί αλλά και οι νομικοί αυτές τις μέρες.

Για τον λόγο αυτό παρακολουθώ με ανησυχία τη συζήτηση που διεξάγεται εδώ και μερικούς μήνες στα γερμανικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με το δίκαιο στην τρέχουσα κατάσταση κρίσης. Υπάρχουν πολλοί σχολιαστές και αμέτρητοι καλεσμένοι σε τηλεοπτικά προγράμματα συζητήσεων για τους οποίους όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για την κρίση αποτελούν «διαρκή παραβίαση του δικαίου». Η «παραβίαση του δικαίου» είναι η φράση που παρατηρώ συχνότερα στις γερμανικές ανταποκρίσεις για την κρίση και είναι εκείνη που διαφοροποιεί περισσότερο τη γερμανική δημόσια συζήτηση από αυτή των υπόλοιπων κρατών μελών.

Κυρίες και κύριοι,

Μπορεί εδώ στο Μόναχο και στο Βερολίνο να τηρείτε καταρχήν επιφυλακτική στάση απέναντι στις Βρυξέλλες. Αλλά πιστεύετε πραγματικά ότι η γερμανίδα Καγκελάριος Angela Merkel, ο γερμανός Υπουργός Οικονομικών Wolfgang Schäuble, ένας εξαίρετος νομικός ο ίδιος, και οι ευρωπαίοι συνάδελφοί τους αναζητούν διαρκώς νέες δυνατότητες για να παραβιάσουν το ευρωπαϊκό ή το γερμανικό δίκαιο; Η αναφορά στη διαρκή παραβίαση του δικαίου δεν είναι τάχα μια κατάφορη περιφρόνηση των συνεχιζόμενων προσπαθειών όλων των ευσυνείδητων πολιτικών, είτε στην εκτελεστική είτε στη νομοθετική εξουσία, είτε στο Βερολίνο, τις Βρυξέλλες, το Λουξεμβούργο ή τη Φρανκφούρτη, εν μέσω αυτής της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, να διαφυλάξουν και να σταθεροποιήσουν το κοινό μας νόμισμα σύμφωνα με τις επιταγές του δικαίου;

Θεωρώ ότι αξίζει να εξεταστεί για άλλη μια φορά σε βάθος η σταθερά επαναλαμβανόμενη θέση της διαρκούς παραβίασης του δικαίου για τη διάσωση του ευρώ.

Ας ξεκινήσουμε με τη θέση που ακούμε σχεδόν καθημερινά, αρχής γενομένης με την «αθέτηση του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης» από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 2003 και 2004. Και εγώ η ίδια δεν ήμουν τότε ικανοποιημένη που η Γερμανία είχε υπερβεί τη συμβατική τιμή αναφοράς του 3 τοις εκατό του δημόσιου ελλείμματος για πολλοστή φορά και μάλιστα κατά παράβαση των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Για εμένα ως Λουξεμβουργιανή – στο Λουξεμβούργο πιστεύουμε στην «αρχή της λουξεμβουργιανής νοικοκυράς» η οποία πάντα επιδιώκει έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό ή πλεόνασμα του προϋπολογισμού – η απόφαση της τότε γερμανικής κυβέρνησης να παραβεί τις οδηγίες της Επιτροπής ήταν μια πολιτικά λανθασμένη απόφαση. Αλλά ήταν μια πολιτικά εσφαλμένη απόφαση, όχι παραβίαση του δικαίου. Διότι από μια ματιά στις ευρωπαϊκές συνθήκες προκύπτει ότι τότε δεν υπήρχε καμία νομική υποχρέωση των κρατών μελών να διατηρούν το έλλειμμα του προϋπολογισμού τους κάτω του 3 τοις εκατό. Ακόμα και όταν ένας διάσημος βαυαρός κορυφαίος νομικός επέμενε διαρκώς στην πολιτική συζήτηση στο «τρία τοις εκατό»: Αυτό δεν είναι νομικά κατοχυρωμένο στις συνθήκες. Αυτό μάλλον σημαίνει ότι είναι το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών των κρατών μελών που με ειδική πλειοψηφία αποφασίζει εάν ένα κράτος μέλος εμφανίζει υπερβολικό έλλειμμα. Και το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών αποφάσισε τότε ότι η Γερμανία και η Γαλλία με τα μέτρα που είχαν λάβει βρίσκονταν καταρχήν στο σωστό δρόμο και συνεπώς ήταν περιττή η επιβολή κυρώσεων βάσει της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Αυτή μπορεί να ήταν πολιτικά λανθασμένη απόφαση – αλλά οι ευρωπαϊκές συνθήκες άφηναν συνειδητά αυτήν την απόφαση στη διακριτική ευχέρεια της πολιτικής. Η δεκτικότητα δικαστικού ελέγχου της δημοσιονομικής πολιτικής ενός κράτους μέλους περιορίστηκε στις συνθήκες και μάλιστα ηθελημένα. Έτσι, η Επιτροπή – σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους τομείς του κοινοτικού δικαίου – δεν μπορεί να κινήσει έως σήμερα διαδικασία επί παραβάσει της Συνθήκης κατά ενός κράτους μέλους, διότι αυτό δεν τηρεί τις οδηγίες της ΕΕ για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Το άρθρο 126, παράγραφος 10, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) το αποκλείει ρητά. Εάν επίσης εξετάσουμε καλύτερα το ζήτημα, σε σχέση με τα γεγονότα του 2003 και 2004 μπορούμε σίγουρα να μιλάμε για πολιτικά αμφίβολες αλλά σίγουρα όχι παράνομες αποφάσεις. Διότι το δίκαιο δεν προβλέπει αυτό που εύχονται πολλοί πολιτικοί υπέρ της σταθεροποίησης – όπως εγώ. Για το λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εδώ και δύο χρόνια συμβάλλουν στη σταδιακή ενίσχυση του κανονιστικού πλαισίου και στη θέσπιση αυστηρότερων κυρωτικών κανονισμών και έτσι μπορούμε ευτυχώς σήμερα να υπολογίζουμε στη θερμή υποστήριξη της γερμανικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και του Γερμανικού Κοινοβουλίου.

Η δεύτερη υπόθεση για την οποία αξίζει να εξετάσουμε λεπτομερέστερα από νομικής άποψης τη θέση της διαρκούς παραβίασης του δικαίου, είναι η θέση του λεγόμενου κανόνα της μη «διάσωσης». Ο κανόνας της μη διάσωσης είναι τόσο δημοφιλής στη Γερμανία που το κείμενο του άρθρου 125 της ΣΛΕΕ έφτασε ακόμα και στο εξώφυλλο όχι μόνο του περιοδικού Spiegel, αλλά, το Μάιο του 2010, και στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Bild. Στην καθημερινή επικοινωνία ο κανόνας μη διάσωσης τις περισσότερες φορές γίνεται αντιληπτός ως εξής: Μας παρείχαν νομική εγγύηση ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να πληρώσουμε για άλλα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ. Κι όμως τώρα πρέπει να δανείζουμε καθημερινά ποσά δισεκατομμυρίων στη νότια Ευρώπη. Το γνωρίζετε σίγουρα από τα τηλεοπτικά προγράμματα συζητήσεων των τελευταίων δύο εβδομάδων.

Ωστόσο, τέτοιες εκλαϊκευμένες ρήσεις δεν έχουν σχέση με τη νομική κατάσταση. Αυτό συνάγεται και από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 125 της ΣΛΕΕ. Εκεί δεν αναφέρεται ότι ένα κράτος μέλος της ζώνης του ευρώ δεν επιτρέπεται να υποστηρίζει οικονομικά ένα άλλο κράτος μέλος της ζώνης του ευρώ. Όμως εκεί αναφέρεται ότι ένα κράτος μέλος της ζώνης του ευρώ δεν ευθύνεται για το χρέος ενός άλλου κράτους μέλους της ζώνης του ευρώ και δεν συμμετέχει σε αυτό. Με άλλα λόγια: εξαιρείται μόνο η αυτόματη συνυπευθυνότητα ενός κράτους μέλους της ζώνης του ευρώ για ένα άλλο καθώς και η σωρευτική αναδοχή χρέους. Δεν εξαιρείται με το εν λόγω άρθρο η ελεύθερη απόφαση κάθε κυρίαρχου κράτους εάν θα χορηγήσει πίστωση στο γειτονικό κράτος ή εάν θα του παρέχει με άλλον τρόπο οικονομική υποστήριξη.

Αυτό επιβεβαιώνει και μια συστηματική ανάγνωση των συνθηκών. Τρία άρθρα πριν το περίφημο άρθρο 125 της ΣΛΕΕ βρίσκεται το άρθρο 122 της ΣΛΕΕ, το οποίο δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ στη γερμανική συζήτηση. Σε αυτό αναφέρεται ότι το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ μπορεί με ειδική πλειοψηφία να αποφασίσει να χορηγήσει χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης σε κράτος μέλος της ΕΕ το οποίο αντιμετωπίζει δυσκολίες εξαιτίας έκτακτων γεγονότων. Στη γερμανική νομική βιβλιογραφία αναφέρεται τακτικά ότι αυτή η διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, σε αντίθεση με την ερμηνεία του άρθρου 125 της ΣΛΕΕ, διότι το άρθρο 125 της ΣΛΕΕ αποτελεί τον κανόνα και το άρθρο 122 την εξαίρεση.

Κυρίες και κύριοι,

Φυσικά μπορούμε να εξετάσουμε και διαφορετικά το ζήτημα. Συνήθως ο κανόνας στο νόμο βρίσκεται μεθοδολογικά πριν την εξαίρεση. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάσουμε γιατί αυτό λειτουργεί αντίστροφα στις συνθήκες της ΕΕ μεταξύ του άρθρου 122 και του άρθρου 125 της ΣΛΕΕ.

Δυστυχώς, δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε περαιτέρω σε αυτό το θέμα. Αλλά αναφορικά με το ζήτημα του κανόνα της μη διάσωσης εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες για το εάν η θέση της διαρκούς παραβίασης του δικαίου που επαναλαμβάνεται χωρίς κριτική διάθεση στη Γερμανία είναι νομικά ορθή. Εγώ προσωπικά θεωρώ σε αυτό το σημείο ότι η θέση είναι νομικά εσφαλμένη. Και η νομολογία τόσο στο Λουξεμβούργο όσο και στην Καρλσρούη ευτυχώς δεν την έχουν επιβεβαιώσει έως σήμερα.

Γνωρίζω ότι κάποιος από εσάς θα μου πει ότι ναι, καλά τα λέτε, αλλά εμείς οι Γερμανοί έχουμε συγκεκριμένο λόγο που ανησυχούμε, διότι φέρουμε το κύριο οικονομικό βάρος για τη διαχείριση της κρίσης. Εδώ επιτρέψτε μου μια πατριωτική διόρθωση υπέρ του Λουξεμβούργου. Δεν χωράει αμφιβολία ότι η Γερμανία συμβάλλει σημαντικά και πολύ ευσυνείδητα στη δημιουργία ενός νέου ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας. Ολόκληρη η Ευρώπη είναι ευγνώμων για αυτό. Αλλά δεν προσφέρει πολλά μόνο η Γερμανία. Εάν υπολογίσετε το κεφάλαιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε σχέση με τον πληθυσμό, τότε η συνεισφορά του κάθε Γερμανού ανέρχεται σε 2.317 ευρώ. Ωστόσο, κάθε Λουξεμβουργιανός προσφέρει 3.506 ευρώ. Γι’ αυτό εμείς οι Λουξεμβουργιανοί ενδιαφερόμαστε λίγο περισσότερο για την επιτυχία των μέτρων διάσωσης από ό,τι εσείς εδώ στη Γερμανία!

Με αυτό υπεισέρχομαι στην τρίτη, τελευταία και πιο επίκαιρη υπόθεση από την οποία προσπαθεί να επωφεληθεί η θέση της διαρκούς παραβίασης του δικαίου στις μέρες μας. Πρόκειται για τις αγορές ομολόγων από μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες επικρίθηκαν με νομικά επιχειρήματα στη Γερμανία εντονότερα από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος. Στο πλαίσιο αυτό επιτρέψτε μου να διευκρινίσω το εξής: Ακόμα κι εγώ προτιμώ μια κεντρική τράπεζα να απέχει το δυνατό περισσότερο από τα κρατικά ομόλογα. Επίσης, όπως και όλοι οι Λουξεμβουργιανοί, δεν θα ήθελα να βιώσω τον πληθωρισμό. Η αγορά κρατικών ομολόγων από κεντρικές τράπεζες δεν επιτρέπεται να καταστεί μόνιμη για ρυθμιστικούς λόγους.

Εντούτοις, από νομικής σκοπιάς πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι οι πράξεις ανοικτής αγοράς με κρατικά ομόλογα αποτελούν ένα από τα παραδοσιακά εργαλεία κάθε κεντρικής τράπεζας. Η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ έχει σήμερα στον ισολογισμό της κυρίως ομόλογα US-Treasuries. Και η Γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα κατά τη δεκαετία του ’70 είχε αγοράσει σε μεγάλη κλίμακα ομοσπονδιακά ομόλογα απολύτως νόμιμα σύμφωνα με το νόμο για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα προκειμένου να στηρίξει την τότε εξασθενημένη γερμανική οικονομική δραστηριότητα. Και εάν πιστέψουμε τον συγγραφέα Carlo Bastasin, ο οποίος έγραψε το βιβλίο για την κρίση «Saving Europe», ο τότε πρόεδρος της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας ήταν εκείνος που τον Μάιο του 2010 πρότεινε για πρώτη φορά στους ευρωπαίους κεντρικούς τραπεζίτες να αγοράσουν κρατικά ομόλογα για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Ασφαλώς είναι σωστό ότι οι συνθήκες της ΕΕ απαγορεύουν στην ΕΚΤ να αγοράζει κρατικά ομόλογα απευθείας από ένα κράτος μέλος της ΕΕ. Το άρθρο 123 της ΣΛΕΕ απαγορεύει ρητά την απόκτηση αυτή στην πρωτογενή αγορά ως νομισματική κρατική χρηματοδότηση, και δικαίως. Ωστόσο, δεν περιλαμβάνεται η αγορά κρατικών ομολόγων που αποτελούν ήδη αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη δευτερογενή αγορά. Για την ΕΚΤ, η νομική βάση μιας τέτοιας αγοράς κρατικών ομολόγων στην ανοικτή αγορά ρυθμίζεται ρητά στο άρθρο 18 του καταστατικού του ΕΣΚΤ. Η εν λόγω διάταξη καθορίζεται στη σύμβαση που συμφωνήθηκε από τα 27 κράτη μέλη, κυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη, στη Γερμανία με πλειοψηφία δύο τρίτων στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο και στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, η ΕΚΤ μπορεί να αγοράζει στην ανοικτή αγορά όλους τους τίτλους που έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο – συνεπώς και κρατικά ομόλογα - , εφόσον δραστηριοποιείται στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής και λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους που ορίζουν γι' αυτήν οι συνθήκες.

Αυτό έχει αποφασιστική σημασία από νομικής άποψης: αγοράζει η ΕΚΤ κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά για να χρηματοδοτεί το χρέος ασταθών κρατών; Τότε πρόκειται για παράκαμψη της απαγόρευσης της νομισματικής κρατικής χρηματοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 123 της ΣΛΕΕ. Εάν όμως η ΕΚΤ ενεργεί για λόγους νομισματικής πολιτικής και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό προδιαγεγραμμένο στόχο της σταθερότητας των τιμών, επιτρέπεται ρητά η αγορά κρατικών ομολόγων στην ανοικτή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 18 του καταστατικού του ΕΣΚΤ.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν επιδιώκω σήμερα να σας πείσω για τη μία ή την άλλη νομική άποψη. Θα ήθελα όμως να σας προτρέψω να διεξάγετε τη νομική συζήτηση για τα μέτρα διάσωσης του ευρώ με το συνολικό δυναμικό της νομικής πραγματογνωμοσύνης σας και με τις απαιτούμενες διαφοροποιήσεις.

Είμαι, όπως προείπα, απόλυτα πεπεισμένη ότι ούτε στις Βρυξέλλες ούτε στο Βερολίνο ούτε εδώ στο Μόναχο υπάρχουν εκ προθέσεως παραβάτες του νόμου σε θέσεις πολιτικής ευθύνης. Παρά μόνο πολιτικοί με συναίσθηση της ευθύνης, οι οποίοι έχουν επίγνωση της σημασίας του δικαίου. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την οποία έχουν διορίσει τα κράτη μέλη «θεματοφύλακα των Συνθηκών». Το ίδιο όμως ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την πρώτη κεντρική τράπεζα παγκοσμίως, η οποία δεν συστάθηκε στο πλαίσιο ενός κράτους αλλά μόνο με τα μέσα του δικαίου και η οποία για τον λόγο αυτό εξαρτάται ιδίως από την αξιοπιστία του δικαίου.

Θα χαιρόμουν πολύ αν μάθαινα ότι άνοιξα ορισμένα θέματα για τις συζητήσεις των προσεχών ημερών. Για εμένα άλλωστε είναι μεγάλη τιμή να παρευρίσκομαι σήμερα ως καλεσμένη στο συνέδριο του Deutscher Juristentag. Για το μοναδικό πράγμα που λυπάμαι πραγματικά είναι ότι δεν μου επιτρέπει το πρόγραμμά μου να πάω απόψε μαζί σας στο Oktoberfest. Γιατί θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω αν οι πραγματικοί γερμανοί νομικοί με ένα λίτρο μπύρα στο χέρι έχουν και άλλα θέματα συζήτησης εκτός από τα άρθρα και τις παραγράφους. Αλλά είμαι σίγουρη ότι θα υποβάλετε σχετική γραπτή έκθεση – ίσως σε πρακτικά συνεδρίου, σύμφωνα με τη λατινική αρίθμηση Ι., την αραβική 1., πεζό α, διπλό πεζό α.

Εύχομαι σε όλους ένα πολύ επιτυχημένο 69ο συνέδριο του συλλόγου Γερμανών νομικών Deutscher Juristentag.

Περισσότερες πληροφορίες

Κέντρα πληροφόρησης στην περιοχή σας

Κύπρος

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Κύπρο

Contact

Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο

Address

Σπίτι της ΕΕ

Λεωφόρος Βύρωνος 30

1096 Λευκωσία

Τηλ.: +357 22 81 77 70

Φαξ: +357 22 76 89 26


Europe Direct Λάρνακα

Address

Φίλιου Τσιγαρίδη

6300 Λάρνακα

Τ.Θ. 40045

Phone

work Tel.:
+357 24 62 09 93

Fax

fax Fax:
+357 24 62 09 93

Europe Direct Λεμεσός

Address

Γωνία Αθηνών και Νίκου Ξιούτα

3040 Λεμεσός

Tηλ.: +357 25 00 20 44

και +357 25 00 20 27

Φαξ: +357 25 00 27 63


Europe Direct Πάφος

Address

25ης Μαρτίου 26

8100 Πάφος

Phone

work Tel.:
+357 26 93 55 00

Fax

fax Fax:
+357 26 91 10 32

Information page