Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων > Ουγγαρία

Τελευταία ενημέρωση: 13-02-2007
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων - Ουγγαρία

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν ειδικές διατάξεις για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων; 1.
2. Για ποια έγγραφα ισχύει τυπική υποχρέωση επίδοσης ή κοινοποίησης; 2.
3. Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση εγγράφων; 3.
4. Πώς διεξάγεται στην πράξη η επίδοση ή η κοινοποίηση; 4.
5. Τι συμβαίνει στην περίπτωση που η επίδοση στον αποδέκτη δεν είναι δυνατή (π.χ. αν αυτός δεν βρίσκεται στην κατοικία του); 5.
6. Υπάρχει γραπτή απόδειξη επίδοσης και κοινοποίησης της πράξης; 6.
7. Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει την πράξη ή αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει σε κάποιον τρίτο); Υπάρχει περίπτωση να είναι παρόλα αυτά έγκυρη η επίδοση ή κοινοποίηση (π.χ. αν είναι δυνατή η διόρθωση του σφάλματος) ή επιβάλλεται να επιχειρηθεί εκ νέου; 7.
8. Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση και την κοινοποίηση μιας πράξης και, σε καταφατική περίπτωση, πόσο; 8.

 

1. Τι σημαίνει στην πράξη ο νομικός όρος «επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων»; Γιατί υπάρχουν ειδικές διατάξεις για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων;

Σύμφωνα με τον ουγγρικό νόμο 1952 III περί του κώδικα πολιτικής δικονομίας, τα δικαστικά έγγραφα, εφόσον ο ίδιος νόμος δεν ορίζει άλλως, πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται από φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών. Για την επίδοση ή κοινοποίηση είναι εφαρμοστέοι επιμέρους νόμοι σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση επίσημων εγγράφων.

Τα δικαστικά έγγραφα που αποστέλλονται ταχυδρομικώς και εφόσον ο αποδέκτης τους αρνήθηκε να τα παραλάβει θεωρείται ότι έχουν επιδοθεί ή κοινοποιηθεί την ημέρα κατά την οποία επιχειρήθηκε η επίδοση ή κοινοποίησή τους. Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση υπήρξε ατελέσφορη λόγω του ότι ο αποδέκτης αρνήθηκε να παραλάβει το έγγραφο (το έγγραφο επιστρέφεται στο δικαστήριο με την ένδειξη «Δεν αναζητήθηκε»), τότε, εφόσον δεν αποδεικνύεται κάτι διαφορετικό, γίνεται δεκτό ότι το έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε την πέμπτη εργάσιμη ημέρα μετά τη δεύτερη προσπάθεια για την ταχυδρομική επίδοση ή κοινοποίησή του στον αποδέκτη.

Το δικαστήριο δεν τεκμαίρει ότι έχει πραγματοποιηθεί η επίδοση ή κοινοποίηση εάν αυτή έγινε προς υποκατάστατο αποδέκτη και το εν λόγω πρόσωπο ή μέρος ήταν ο αντίδικος του αρχικού αποδέκτη.

Σε περίπτωση που έχει υποβληθεί αίτηση (διαταγή πληρωμής) ή έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί η οριστική απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, το δικαστήριο ειδοποιεί το οικείο μέρος εντός οκτώ ημερών ότι η επίδοση ή κοινοποίηση λογίζεται ως πραγματοποιηθείσα, εκτός αν το εν λόγω μέρος έχει αρνηθεί να παραλάβει το επίσημο έγγραφο. Στη σχετική ειδοποίηση επισυνάπτεται υποχρεωτικά το επίσημο έγγραφο για το οποίο έχει γίνει δεκτό από το δικαστήριο ότι υπήρξε επίδοση ή κοινοποίηση. Στην ειδοποίηση, οσάκις πρόκειται για αίτηση (διαταγή πληρωμής), το δικαστήριο ενημερώνει τον διάδικο για τις συνέπειες της αντιδικίας.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ο αποδέκτης μπορεί επίσης να παραλάβει το έγγραφο που προορίζεται γι’ αυτόν στη γραμματεία του δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει την ταυτότητά του.

Όταν ένα έγγραφο πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στην αλλοδαπή και με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης πρόνοιας διεθνούς συμφωνίας που έχει ενδεχομένως συναφθεί από το ουγγρικό κράτος, πρέπει να διαβιβάζεται στον υπουργό Δικαιοσύνης για τα περαιτέρω. Η επίδοση ή κοινοποίηση στην αλλοδαπή λογίζεται έγκυρη εφόσον έχει πραγματοποιηθεί είτε σύμφωνα με την ουγγρική νομοθεσία είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας όπου πραγματοποιήθηκε.

Αν είναι άγνωστος ο τόπος διαμονής του διαδίκου ή αν βρίσκεται σε μία χώρα η οποία δεν παρέχει δικαστική συνδρομή για την επίδοση ή κοινοποίηση ή αν η επίδοση ή κοινοποίηση προσκρούει σε ανυπέρβλητες δυσκολίες ή αν εικάζεται εκ των προτέρων ότι η προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης θα είναι ατελέσφορη, τότε η κοινοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται με την ανάρτηση σχετικής ανακοίνωσης στους δημόσιους πίνακες ανακοινώσεων. Ανάλογη ρύθμιση ισχύει όταν το έγγραφο πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί προς άγνωστους κληρονόμους.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης μόνον εφόσον τούτο ζητηθεί από τον οικείο διάδικο και προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων πιθανολογείται ότι συντρέχει λόγος για τον συγκεκριμένο τρόπο κοινοποίησης.

Το έγγραφο που πρόκειται να κοινοποιηθεί με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης πρέπει να αναρτηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου επί δεκαπέντε ημέρες, καθώς και στον πίνακα ανακοινώσεων του δημαρχείου της πόλης όπου βρίσκεται η τελευταία γνωστή διεύθυνση του διαδίκου ή, αν πρόκειται για επίδοση ή κοινοποίηση προς άγνωστους κληρονόμους, του διαθέτη.

Αν ο διάδικος διαμένει σε χώρα η οποία δεν παρέχει δικαστική συνδρομή για την επίδοση ή κοινοποίηση αλλά με την οποία υπάρχει ταχυδρομική σύνδεση, η ειδοποίηση πρέπει επίσης να σταλεί στη διεύθυνση του διαδίκου στην εν λόγω χώρα, ενδεχομένως με συστημένη επιστολή.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Σε περίπτωση που μία αγωγή πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εναγόμενο με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης, το δικαστήριο διορίζει θεματοφύλακα για λογαριασμό του εναγομένου και φροντίζει να γίνει προς αυτόν η επίδοση ή κοινοποίηση.

Τα έξοδα για την κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης πρέπει να προκαταβάλλονται μόνον από τα πρόσωπα που τη ζήτησαν.

Όταν πραγματοποιείται κοινοποίηση με ανάρτηση δημόσιας ανακοίνωσης και εφόσον το δικαστήριο δεν ορίζει άλλως, το έγγραφο θεωρείται ότι κοινοποιήθηκε την δέκατη πέμπτη ημέρα μετά την ημέρα κατά την οποία το έγγραφο αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου.

2. Για ποια έγγραφα ισχύει τυπική υποχρέωση επίδοσης ή κοινοποίησης;

Στο νόμο περί του κώδικα πολιτικής δικονομίας προσδιορίζονται τα έγγραφα για τα οποία ισχύει υποχρέωση επίδοσης ή κοινοποίησης, πράγμα που σημαίνει ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τα έγγραφα που δεν περιλαμβάνονται στον υπόψη κατάλογο.

Τυπική επίδοση ή κοινοποίηση απαιτείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. για την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικής απόφασης στους διαδίκους·

β. για την επίδοση ή κοινοποίηση παραγγελίας του δικαστηρίου προς έναν διάδικο ο οποίος δεν κλητεύθηκε με τον προσήκοντα τρόπο να προσέλθει στο δικαστήριο·

γ. όταν μία δικαστική παραγγελία πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί προς διάδικο ο οποίος ήταν απών κατά την ακροαματική διαδικασία και το ζήτημα αφορά τον προσδιορισμό νέας δικασίμου για εμφάνιση στο δικαστήριο ή αν υπάρχει πιθανότητα να ασκηθεί έκτακτο ένδικο μέσο κατά της παραγγελίας·

δ. όταν μία παραγγελία η οποία έχει εκδοθεί εκτός του πλαισίου της ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασίας πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο·

ε. όταν το σύνολο των παραγγελιών που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν σε πρόσωπο προς όφελος του οποίου η εισαγγελία ή κάποιος φορέας που διαθέτει σχετική νομιμοποίηση βάσει ειδικού νόμου προκάλεσε την κίνηση της διαδικασίας.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Η υποχρέωση επίδοσης ή κοινοποίησης δεν ισχύει μόνο για το διατακτικό της δικαστικής απόφασης, αλλά και για τη σχετική αιτιολόγηση, εκτός αν ο νόμος ορίζει ότι δεν είναι υποχρεωτική η παράθεση των λόγων στους οποίους στηρίζεται μια δικαστική απόφαση.

Οι δικαστικές αποφάσεις που δεν συμπεριλαμβάνονται στην ανωτέρω απαρίθμηση θεωρείται ότι επιδίδονται ή κοινοποιούνται με την απαγγελία τους.

Οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται κατ’ αναλογία όταν η απόφαση δεν πρέπει να ανακοινωθεί μόνο στους διαδίκους αλλά και σε άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

Αν ένας διάδικος μετέχει στη διαδικασία δια νομίμου εκπροσώπου του, τα δικαστικά έγγραφα πρέπει να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται σε αυτόν τον τελευταίο και όχι στον διάδικο. Η ρύθμιση αυτή δεν ισχύει για το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο το δικαστήριο καλεί τον διάδικο ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιόν του.

3. Ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση ή την κοινοποίηση εγγράφων;

Η ευθύνη για την προσήκουσα επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων βαρύνει, με βάση τους συναφείς νόμους, το εκάστοτε δικαστήριο ή τον φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών.

4. Πώς διεξάγεται στην πράξη η επίδοση ή η κοινοποίηση;

Οι πράξεις που διενεργούνται στο πλαίσιο μιας επίδοσης ή κοινοποίησης ακολουθούν την εξής σειρά:

Ο εκάστοτε φορέας ταχυδρομικών υπηρεσιών επιχειρεί την επίδοση ή κοινοποίηση του ταχυδρομηθέντος επίσημου εγγράφου, με βεβαίωση παραλαβής, κατευθείαν στο πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Αν η πρώτη προσπάθεια παράδοσης αποτύχει, αν δηλαδή ο ταχυδρόμος δεν μπόρεσε να επιδώσει το έγγραφο στον παραλήπτη ή σε άλλο πρόσωπο που νομιμοποιείται να το παραλάβει (στενό συγγενή ή σύντροφο του παραλήπτη), αφήνει στην ίδια διεύθυνση ειδοποίηση με τη βεβαίωση παραλαβής, όπου αναφέρεται ότι ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών θα επιχειρήσει ξανά την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου την πέμπτη εργάσιμη ημέρα μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης. Το επίσημο έγγραφο μπορεί να παραληφθεί πριν από τη δεύτερη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης στο ταχυδρομικό κατάστημα που αναφέρεται στην ειδοποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η ταυτότητα του παραλαμβάνοντος προσώπου. Αν και η δεύτερη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης αποτύχει, ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών αφήνει δεύτερη ειδοποίηση, με την οποία γνωστοποιείται στον αποδέκτη ότι μπορεί να παραλάβει το επίσημο έγγραφο στο ταχυδρομικό κατάστημα εντός πέντε ημερών από τη δεύτερη αποτυχημένη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησης. Αν παρέλθουν άπρακτες πέντε επιπλέον ημέρες, ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών αποστέλλει το επίσημο έγγραφο πίσω στον αποστολέα του με την ένδειξη «Δεν αναζητήθηκε». Σε περίπτωση που ο αποδέκτης αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο κατά την πρώτη προσπάθεια επίδοσης ή κοινοποίησής του, πράγμα που σημαίνει ότι ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών βρήκε μεν τον αποδέκτη στην αναγραφόμενη διεύθυνση αλλά αυτός δεν θέλησε να παραλάβει το επίσημο έγγραφο, τότε θεωρείται ότι το έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε κατά την ημερομηνία της αποτυχημένης αυτής προσπάθειας. Στην περίπτωση αυτή, ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών αποστέλλει αμελλητί το επίσημο έγγραφο πίσω στον αποστολέα του με την ένδειξη «Άρνηση παραλαβής από τον αποδέκτη» και παράγονται οι έννομες συνέπειες οι οποίες απορρέουν από το επιδοθέν ή κοινοποιηθέν έγγραφο.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Οι λεπτομερείς ρυθμίσεις για το θέμα περιέχονται στα άρθρα 29 και 30 του κυβερνητικού διατάγματος 79/2004 (IV.19.) περί παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών.

Το άρθρο 30 παράγραφος 5 ορίζει ότι, οσάκις είναι αναγκαίο για λόγους κατεπείγοντος ή για άλλους λόγους, οι αρχές (δικαστήρια ή άλλες υπηρεσίες) μπορούν, αντί του ταχυδρομείου, να επιδίδουν ή να κοινοποιούν έγγραφα μέσω των προσώπων που απασχολούν οι ίδιες για την παράδοση εγγράφων και τα οποία ενδέχεται να παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες με βάση συνήθη σύμβαση ή με την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου ή του εργαζόμενου του δημόσιου τομέα ή του τομέα απονομής δικαιοσύνης. Όταν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται μέσω τέτοιου προσώπου, το πρόσωπο που παραλαμβάνει το έγγραφο επιβεβαιώνει την αποδοχή του με την αναγραφή ημερομηνίας και την υπογραφή του. Αν προβλέπεται ειδικό έντυπο για την αποδοχή των εγγράφων (βεβαίωση παραλαβής), είναι υποχρεωτικό να βεβαιώνεται επ’ αυτού η αποδοχή του εγγράφου. Σε περίπτωση που η επίδοση ή κοινοποίηση αποτύχει έπειτα από δύο απόπειρες, τότε πρέπει να επιχειρηθεί άλλη μια φορά ή το έγγραφο να σταλεί στον αποδέκτη με το κανονικό ταχυδρομείο.

Ο νόμος LIII του 1994 περί της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπει το νομικό θεσμό του δικαστικού επιμελητή. Η επίδοση ή κοινοποίηση μέσω δικαστικού επιμελητή σημαίνει ότι αναζητείται ο αποδέκτης του εγγράφου προκειμένου αυτό να του επιδοθεί αυτοπροσώπως, ούτως ώστε η πραγματοποίηση της επίδοσης ή κοινοποίησης να πιστοποιηθεί με επίσημο τρόπο.

Σε περίπτωση που εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ουσίας μίας υπόθεσης και η απόφαση αυτή χρησιμεύει μεταγενέστερα ως βάση για τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, το νόμος ορίζει ότι η επίδοση ή κοινοποίηση επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί με τον παραπάνω τρόπο εφόσον, στο πλαίσιο της έκδοσης της δικαστικής απόφασης, προέκυψε το τεκμήριο ότι η επίδοση ή κοινοποίηση έχει πραγματοποιηθεί (το έγγραφο περιήλθε ήδη στον αποδέκτη του με το ταχυδρομείο) και ο διάδικος που ζητά την επίδοση ή κοινοποίηση δηλώνει ρητώς ότι αναλαμβάνει τα σχετικά έξοδα. Ο νόμος προβλέπει ότι είναι υποχρεωτικό να καταρτίζεται επίσημο πρακτικό επίδοσης ή κοινοποίησης. Στο νόμο καθορίζεται επίσης το ποιος πρέπει να ενημερώνεται για την έκβαση της επίδοσης ή κοινοποίησης, καθώς και το είδος ερευνών που νομιμοποιείται να διεξαγάγει ο δικαστικός επιμελητής προκειμένου να εντοπίσει τον αποδέκτη, ενεργώντας εν προκειμένω ως «δικαστικός επιμελητής επίδοσης ή κοινοποίησης». Η επίδοση ή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή γίνεται από ανεξάρτητους δικαστικούς επιμελητές ή από υποκατάστατούς τους οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό τους· πρόκειται για ανεξάρτητους υποκατάστατους δικαστικούς επιμελητές και για ανεξάρτητους ασκούμενους δικαστικούς επιμελητές που νομιμοποιούνται να προβαίνουν σε επιδόσεις και κοινοποιήσεις.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

5. Τι συμβαίνει στην περίπτωση που η επίδοση στον αποδέκτη δεν είναι δυνατή (π.χ. αν αυτός δεν βρίσκεται στην κατοικία του); 

Σύμφωνα με τη νομοθεσία που διέπει τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, επιτρέπεται, για παράδειγμα, σε ένα συγγενικό πρόσωπο του αποδέκτη που συγκατοικεί μαζί του να παραλάβει το εκάστοτε επίσημο έγγραφο για λογαριασμό του. Αν το κατάλληλο υποκατάστατο πρόσωπο δεν είναι εκεί για να παραλάβει το έγγραφο, ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών το στέλνει πίσω στο δικαστήριο με την ένδειξη «Δεν αναζητήθηκε.».

6. Υπάρχει γραπτή απόδειξη επίδοσης και κοινοποίησης της πράξης;

Ο φορέας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών ενημερώνει το δικαστήριο για την έκβαση της επίδοσης ή κοινοποίησης αποστέλλοντας πίσω το απόκομμα παράδοσης, το οποίο είναι επίσης γνωστό ως «βεβαίωση παραλαβής».

7. Τι συμβαίνει αν για κάποιο λόγο ο παραλήπτης δεν παραλάβει την πράξη ή αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει κατά παράβαση των προβλεπόμενων διατάξεων (π.χ. αν η επίδοση ή κοινοποίηση γίνει σε κάποιον τρίτο); Υπάρχει περίπτωση να είναι παρόλα αυτά έγκυρη η επίδοση ή κοινοποίηση (π.χ. αν είναι δυνατή η διόρθωση του σφάλματος) ή επιβάλλεται να επιχειρηθεί εκ νέου;

Αν η επίδοση ή κοινοποίηση δεν έγινε με το προσήκοντα τρόπο, π.χ. αν το έγγραφο δεν παρελήφθη από πρόσωπο που να διαθέτει σχετική νομιμοποίηση ή αν ο αποδέκτης του δεν το παρέλαβε εξαιτίας άλλων λόγων και χωρίς δική του υπαιτιότητα, το νομικό τεκμήριο με βάση τον κώδικα πολιτικής δικονομίας είναι μαχητό ενώπιον του δικαστηρίου.

Ο αποδέκτης του εγγράφου δύναται να υποβάλει αίτηση με σκοπό την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης, για κάποιον από τους λόγους που προβλέπει ο νόμος, εντός δεκαπέντε ημερών από τη λήψη της πληροφορίας ότι υφίσταται τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης. Αυτό μπορεί να γίνει στο δικαστήριο στο οποίο διεξάγεται η σχετική διαδικασία. Ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται η υποβολή αίτησης μετά την παρέλευση εξαμήνου από τη στοιχειοθέτηση του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης. Μετά την άπρακτη παρέλευση αυτής της προθεσμίας, δεν γίνονται πλέον δεκτά αποδεικτικά στοιχεία.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Αν το τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης αφορά μόνο την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου με το οποίο προκαλείται η κίνηση της διαδικασίας, ο διάδικος δύναται να υποβάλει την αίτηση κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της διαδικασίας εντός δεκαπέντε ημερών από τη στιγμή που ενημερώθηκε για το τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης.

Η αίτηση για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης μπορεί να στηρίζεται στο γεγονός ότι ο αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν ήταν σε θέση να παραλάβει το επίσημο έγγραφο, λόγω του ότι

(α) η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση επίσημων εγγράφων ή πάσχει κάποιο άλλο τυπικό ελάττωμα· ή

(β) η παραλαβή του εγγράφου ήταν αδύνατη για κάποιον άλλον λόγο πλην των λόγων που αναφέρονται στο στοιχείο α) (π.χ. επειδή ο αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν ενημερώθηκε για την επίδοση ή κοινοποίηση).

Μόνο φυσικά πρόσωπα (ο διάδικος ή άλλος ενδιαφερόμενος που εμπλέκεται στη διαδικασία) νομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης σε περίπτωση που ο σχετικός λόγος εμπίπτει στο στοιχείο β).

Υπάρχει δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά του βουλεύματος με το οποίο απερρίφθη η αίτηση. Δεν προβλέπεται δυνατότητα άσκησης έκτακτου ένδικου μέσου κατά του βουλεύματος με το οποίο γίνεται δεκτή η αίτηση ή διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας ή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ένα τέτοιο βούλευμα μπορεί να προσβληθεί στο πλαίσιο έφεσης κατά της οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.

Αν ο διάδικος υποβάλει αίτηση για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης επί τη βάσει του στοιχείου α) και το δικαστήριο την κάνει δεκτή, παύουν να ισχύουν οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από το τεκμήριο και πρέπει υποχρεωτικά να επαναληφθεί η επίδοση ή κοινοποίηση, τα μέτρα ή οι διαδικαστικές πράξεις που έχουν ενδεχομένως ήδη πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης και στην επιβαλλόμενη έκταση. Σε περίπτωση που η αίτηση υποβληθεί από άλλο πρόσωπο και γίνει δεκτή από το δικαστήριο, δεν χωρεί εκτέλεση των έννομων συνεπειών που απορρέουν από την επίδοση ή την κοινοποίηση σε σχέση με τον αιτούντα.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Αν το τεκμήριο επίδοσης ή κοινοποίησης ανατραπεί επί τη βάσει του στοιχείου β), η επίδοση ή κοινοποίηση πρέπει να επαναληφθεί. Οι διατάξεις σχετικά με την απόδειξη της υπαιτιότητας ισχύουν κατ’ αναλογία για την υποβολή της αίτησης και την απόφαση που εκδίδεται επ’ αυτής, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ότι οι κανόνες περί ανατροπής του τεκμηρίου περιλαμβάνουν ανόμοιες διατάξεις.

Έννομο δικαίωμα για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης ισχύει επίσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αν μια δικαστική απόφαση έχει καταστεί νομικώς υποχρεωτική αναφορικά με την επίδοση ή κοινοποίηση και συντρέχουν οι προεκτεθέντες λόγοι, ο αποδέκτης, με την ιδιότητα του ενάγοντος, δύναται να υποβάλει αίτηση για την ανατροπή του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από τη λήψη της πληροφορίας ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Αν έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, η υποβολή αίτησης επιτρέπεται μόνο με τον τρόπο που εξηγείται στην παρούσα παράγραφο.

Η απόφαση επί της αίτησης ανατροπής του τεκμηρίου επίδοσης ή κοινοποίησης πρέπει να εκδοθεί εντός τριάντα ημερών. Διαφορετικά, για τη διεκπεραίωση της αίτησης είναι εφαρμοστέες κατ’ αναλογία οι γενικές διατάξεις.

8. Πρέπει να πληρώσω για την επίδοση και την κοινοποίηση μιας πράξης και, σε καταφατική περίπτωση, πόσο;

Τα δικαστικά έξοδα συμπεριλαμβάνουν όλα τα έξοδα της δίκης, επομένως και τα έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης. Ο διάδικος που ζητά τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να καταβάλει επιπλέον τα έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης μόνον εφόσον η υπηρεσία που καλείται να παράσχει ο δικαστικός επιμελητής υπόκειται στις διατάξεις του νόμου περί της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

« Επίδοση και κοινοποίηση πράξεων - Γενικές Πληροφορίες | Ουγγαρία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 13-02-2007

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο