Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Νομικά επαγγέλματα > Γερµανία

Τελευταία ενημέρωση: 30-05-2006
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Νομικά επαγγέλματα - Γερµανία

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Δικαστές 1.
2. Εισαγγελείς 2.
3. Δικηγόροι 3.
4. Δικηγόροι ειδικευμένοι στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας 4.
5. Συμβολαιογράφοι 5.
6. Βοηθητικοί δικαστικοί υπάλληλοι 6.
7. Γραμματείς δικαστηρίου 7.
8. Δικαστικοί επιμελητές 8.

 

1. Δικαστές

Νομικό καθεστώς

Οι δικαστές τελούν έναντι του κράτους σε μία ιδιότυπη υπηρεσιακή σχέση και σχέση εμπιστοσύνης (γνωστή ως «δικανική σχέση»), η οποία διέπεται από το δημόσιο δίκαιο και διαφέρει από τη σχέση που συνδέει το κράτος με τους δημόσιους υπαλλήλους. Η διαφορά είναι ότι, σε αντίθεση με τους δημόσιους υπαλλήλους, ο δικαστής δεν υπόκειται σε εντολές. Η δικανική σχέση είναι υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου στην οποία υπόκεινται δημόσιοι λειτουργοί που καλούνται να λαμβάνουν δικαιοδοτικές αποφάσεις ως φορείς της δικαστικής εξουσίας με δημόσιο αξίωμα. Οι δικαστές εργάζονται είτε για την ομοσπονδιακή γερμανική κυβέρνηση είτε για ένα από τα δεκαέξι ομόσπονδα κρατίδια.

Στα ομόσπονδα κρατίδια της Βαυαρίας, του Μεκλεμβούργου-Πομερανίας, της Κάτω Σαξονίας, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, της Ρηνανίας-Πφαλτς, του Ζάαρλαντ, της Σαξονίας και της Σαξονίας-Άνχαλτ, η επιλογή και ο διορισμός των δικαστών γίνεται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας υπό την πολιτική ευθύνη του αρμόδιου υπουργού, ο οποίος κατά κανόνα είναι ο υπουργός Δικαιοσύνης του εκάστοτε ομόσπονδου κρατιδίου.

Στα άλλα ομόσπονδα κρατίδια ο διορισμός γίνεται από ένα όργανο που καλείται «επιτροπή επιλογής δικαστών». Οι επιτροπές επιλογής δικαστών που λειτουργούν στα επιμέρους ομόσπονδα κρατίδια διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους από την άποψη της σύνθεσης και λειτουργίας. Στην πλειονότητά τους αποτελούνται από βουλευτές ή από πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί σχετική εντολή από βουλευτή. Ενίοτε σε αυτές ανήκουν επίσης εκπρόσωποι του δικαστικού σώματος, ενώ σε μερικά ομόσπονδα κρατίδια προβλέπεται ακόμη η συμμετοχή ενός ή δύο δικηγόρων.

Για τον διορισμό των δικαστών στα ανώτατα ομοσπονδιακά δικαστήρια (δηλαδή στο ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο, το ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο, το ομοσπονδιακό ελεγκτικό συνέδριο, το ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών και το ομοσπονδιακό δικαστήριο κοινωνικών διαφορών) αποφασίζουν η ομοσπονδιακή επιτροπή επιλογής δικαστών και ο ομοσπονδιακός υπουργός στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται το εκάστοτε δικαστήριο. Ο διορισμός των ομοσπονδιακών δικαστών, ο οποίος συνεπάγεται τη σύσταση της σχετικής υπηρεσιακής σχέσης, πραγματοποιείται από τον ομοσπονδιακό πρόεδρο. Οι δικαστές που υπηρετούν στα υπόλοιπα δικαστήρια του ομοσπονδιακού κράτους διορίζονται από τον ομοσπονδιακό πρόεδρο, χωρίς ανάμειξη της επιτροπής επιλογής δικαστών, έπειτα από πρόταση του αρμόδιου ομοσπονδιακού υπουργού.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht) είναι συγχρόνως δικαστήριο και συνταγματικό όργανο. Οι δικαστές που υπηρετούν σε αυτό επιλέγονται κατά το ήμισυ από το ένα από τα δύο ομοσπονδιακά νομοθετικά σώματα, συγκεκριμένα από την Bundesrat, και κατά το ήμισυ από δωδεκαμελή επιτροπή εκλεκτόρων του έτερου νομοθετικού σώματος (Bundestag) με πλειοψηφία των δύο τρίτων. Εν συνεχεία διορίζονται από τον ομοσπονδιακό πρόεδρο.

Οι αυτόνομοι μισθοί των δικαστών του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατιδίων καθορίζονται στον ομοσπονδιακό νόμο περί μισθοδοσίας (Bundesbesoldungsgesetz). Οι μισθοί καθορίζονται με βάση τις διατάξεις του κανονισμού περί μισθοδοσίας (Besoldungsordnung R). Ο βασικός μισθός υπολογίζεται κατά κύριο λόγο με βάση την αντίστοιχη μισθολογική κατηγορία, η οποία εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τα καθήκοντα που ανατίθενται στον εκάστοτε δικαστή. Ένας δικαστής προάγεται σε υψηλότερη μισθολογική κατηγορία μόνον εφόσον του ανατεθούν υψηλότερα καθήκοντα. Για το ύψος του μισθού των δικαστών των δύο κατώτερων μισθολογικών κατηγοριών (R1 και R2) λαμβάνεται υπόψη κατά βάση η ηλικία. Ο μισθός καταβάλλεται από τον εκάστοτε εργοδότη (δηλαδή από το ομοσπονδιακό κράτος ή από το οικείο ομόσπονδο κρατίδιο).

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Οι θεμελιώδεις διατάξεις για το καθεστώς των δικαστών περιέχονται στο γερμανικό Σύνταγμα (Grundgesetz), σε ειδικό μέρος, που τιτλοφορείται «Απονομή δικαιοσύνης». Το γερμανικό Σύνταγμα ορίζει ότι η δικαστική εξουσία ανατίθεται στους δικαστές (άρθρο 92) και εγγυάται την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών (άρθρο 97 παρ. 1).

Οι λεπτομερέστερες ρυθμίσεις που διέπουν τη δικανική σχέση καθορίζονται σε επιμέρους νόμους. Ιδιαίτερη σημασία από την άποψη αυτή έχει ο γερμανικός νόμος περί του δικαστικού σώματος (Richtergesetz), ο οποίος κατά βάση ρυθμίζει τα του καθεστώτος των κατ’ επάγγελμα δικαστών.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το πρώτο μέρος του γερμανικού νόμου περί του δικαστικού σώματος περιλαμβάνει διατάξεις γενικής ισχύος για τους δικαστές που βρίσκονται στην υπηρεσία του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατιδίων, ιδίως δε περιέχει διατάξεις για το καθεστώς στο οποίο υπόκεινται. Στο δεύτερο μέρος ρυθμίζονται οι έννομες σχέσεις των δικαστών του ομοσπονδιακού κράτους. Τέλος, το τρίτο μέρος περιλαμβάνει αρχές, υπό τη μορφή διατάξεων-πλαισίων, για τους δικαστές που βρίσκονται στην υπηρεσία των ομόσπονδων κρατιδίων. Οι εν λόγω διατάξεις-πλαίσια συμπληρώνονται από τις διατάξεις του νόμου περί του δικαστικού σώματος του εκάστοτε ομόσπονδου κρατιδίου (το καθένα από τα δεκαέξι ομόσπονδα κρατίδια διαθέτει έναν τέτοιον νόμο).

Ο γερμανικός νόμος περί του δικαστικού σώματος και οι αντίστοιχοι νόμοι των ομόσπονδων κρατιδίων παραπέμπουν εν μέρει για νομοτεχνικούς λόγους σε άλλες διατάξεις. Παραδείγματος χάρη, γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της νομοθεσίας περί δημοσίων υπαλλήλων για τα θέματα τα οποία μπορούν να ρυθμισθούν κατά τρόπο όμοιο με αυτόν που προβλέπεται για τους δημόσιους υπαλλήλους. Μολονότι η μισθοδοσία των δικαστών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ρυθμίζεται από το 1975 και μετά από αυτοτελή κανονισμό περί μισθοδοσίας, ο κανονισμός αυτός αποτελεί μέρος του ομοσπονδιακού νόμου περί μισθοδοσίας (Bundesbesoldungsgesetz), με τον οποίον ρυθμίζονται τα της μισθοδοσίας τόσο των δημοσίων υπαλλήλων και των στρατιωτικών, όσο και των δικαστών.

Για τους δικαστές του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του γερμανικού νόμου περί του δικαστικού σώματος, αλλά μόνο στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με το ειδικό καθεστώς που ισχύει για τη συγκεκριμένη κατηγορία δικαστών με βάση το γερμανικό Σύνταγμα και τον νόμο σχετικά με το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ειδίκευση

Στη Γερμανία υπάρχει, καταρχάς, η λεγόμενη «τακτική δικαιοδοσία», η οποία συνίσταται στη δικαιοδοσία των ποινικών και των πολιτικών δικαστηρίων. Αρμόδια να αποφασίζουν στο πλαίσιο αυτό είναι τα εξής είδη δικαστηρίων: ειρηνοδικείο (Amtsgericht), πρωτοδικείο (Landgericht), εφετείο (Oberlandesgericht) και, σε τελευταίο βαθμό, το ομοσπονδιακό ακυρωτικό δικαστήριο (Bundesgerichtshof). Επιπλέον, υπάρχουν τέσσερα είδη δικαιοδοσίας καθ’ ύλη: Η διοικητική δικαιοδοσία, με τους ακόλουθους τύπους δικαστηρίων: διοικητικό δικαστήριο (Verwaltungsgericht), διοικητικό εφετείο (Oberverwaltungsgericht) ή διοικητικό ακυρωτικό δικαστήριο (Verwaltungsgerichtshof) και ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο (Bundesverwaltungsgericht). Η δικαιοδοσία φορολογικών υποθέσεων, με τους ακόλουθους τύπους δικαστηρίων: φορολογικό δικαστήριο (Finanzgericht) και ομοσπονδιακό ακυρωτικό φορολογικό δικαστήριο (Bundesfinanzhof). Η δικαιοδοσία εργατικών διαφορών, με τους ακόλουθους τύπους δικαστηρίων: δικαστήριο εργατικών διαφορών (Arbeitsgericht), δικαστήριο εργατικών διαφορών ομόσπονδου κρατιδίου (Landesarbeitsgericht) και ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών (Bundesarbeitsgericht). Τέλος, η δικαιοδοσία κοινωνικών υποθέσεων, με τους ακόλουθους τύπους δικαστηρίων: δικαστήριο κοινωνικών υποθέσεων (Sozialgericht), δικαστήριο κοινωνικών υποθέσεων ομόσπονδου κρατιδίου (Landessozialgericht) και ομοσπονδιακό δικαστήριο κοινωνικών υποθέσεων (Bundessozialgericht). Εκτός των παραπάνω δικαστηρίων υπάρχει ακόμη το ομοσπονδιακό δικαστήριο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Bundespatentgericht), καθώς και στρατοδικεία, τα οποία λειτουργούν ως πρόσθετα ειδικά δικαστήρια του ομοσπονδιακού κράτους. Όλοι οι δικαστές που υπηρετούν σε αυτά υπάγονται είτε στο ομοσπονδιακό κράτος είτε στα ομόσπονδα κρατίδια.

Ιδιάζουσα θέση κατέχουν οι δικαστές του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht) και των συνταγματικών δικαστηρίων των ομόσπονδων κρατιδίων, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα δικαστήρια είναι συνταγματικά όργανα των οποίων οι εξουσίες και τα καθήκοντα καθορίζονται σε ειδικούς νόμους, οι οποίοι, για το μεν ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο, είναι το γερμανικό Σύνταγμα και ο νόμος σχετικά με το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο (Bundesverfassungsgerichtsgesetz), για τα δε συνταγματικά δικαστήρια των ομόσπονδων κρατιδίων, οι αντίστοιχοι νόμοι περί της συστάσεως των υπόψη δικαστηρίων.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Υποχρεωτική ή προαιρετική ενεργοποίηση

Καθώς το ίδιο το γερμανικό Σύνταγμα ορίζει ότι η δικαιοδοτική εξουσία ανατίθεται στους δικαστές, η προσφυγή στην κρίση τους είναι υποχρεωτική.

Όργανα εκπροσώπησης του επαγγέλματος

Οι φορείς εκπροσώπησης των δικαστών συμμετέχουν μέχρι ενός σημείου στη λήψη αποφάσεων που αφορούν την απονομή δικαιοσύνης κι έχουν συνέπειες για τους δικαστές. Για τον σκοπό αυτό, ο γερμανικός νόμος περί του δικαστικού σώματος προβλέπει δύο όργανα, που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη σύνθεση και τα καθήκοντα: το «προεδρικό συμβούλιο» (Präsidialrat), το οποίο έχει ανάμειξη προ του διορισμού ή της επιλογής ενός δικαστή, και το «δικαστικό συμβούλιο», το οποίο ασκεί καθήκοντα σε σχέση με υποθέσεις γενικού ή κοινωνικού χαρακτήρα.

Κατά τα άλλα, στη Γερμανία ισχύει ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι με βάση το Σύνταγμα της χώρας. Συνεπώς, οι δικαστές έχουν την ευχέρεια, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένοι, να συστήσουν επαγγελματικούς συλλογικούς φορείς εκπροσώπησης.

Ευκαιρίες για αλλοδαπούς

Αλλοδαποί δεν μπορούν να γίνουν δικαστές στη Γερμανία. Σύμφωνα με τις διατάξεις του γερμανικού νόμου περί του δικαστικού σώματος, η ανάληψη δικαστικών καθηκόντων προϋποθέτει οπωσδήποτε γερμανική ιθαγένεια (κατά την έννοια του γερμανικού Συντάγματος).

2. Εισαγγελείς

Νομικό καθεστώς

Οι εισαγγελείς που εργάζονται για τα ομόσπονδα κρατίδια διορίζονται από την κυβέρνηση του εκάστοτε κρατιδίου, από τον πρωθυπουργό ή τον υπουργό Δικαιοσύνης της τοπικής κυβέρνησης, ενώ οι εισαγγελείς που εργάζονται για το ομοσπονδιακό κράτος διορίζονται από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έπειτα από πρόταση του ομοσπονδιακού υπουργού Δικαιοσύνης και με την έγκριση της Bundesrat. Ως δημόσιοι υπάλληλοι, οι εισαγγελείς θεωρούνται μέλη της δημόσιας διοίκησης. Οι μισθοί τους καταβάλλονται από τον αντίστοιχο εργοδότη (ομοσπονδιακό κράτος ή ομόσπονδο κρατίδιο) σύμφωνα με τις διατάξεις του ομοσπονδιακού νόμου περί μισθοδοσίας και με γνώμονα τους μισθούς των δικαστών.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Για να διορισθεί κάποιος ως εισαγγελέας πρέπει οπωσδήποτε να είναι επιλέξιμος για διορισμό στο δικαστικό σώμα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στο εισαγγελικό σώμα δεν είναι ανεξάρτητοι, αλλά υπόκεινται στις υπηρεσιακές εντολές των προϊσταμένων τους. Εντολές νομιμοποιούνται να απευθύνουν οι ανώτεροι εισαγγελικοί λειτουργοί και ο υπουργός Δικαιοσύνης. Δεν υπάρχουν κανόνες δεοντολογίας για τους εισαγγελείς.

Ειδίκευση

Δεν υφίστανται νομοθετικές διατάξεις για την εξειδίκευση και τη διάκριση σε κατηγορίες των μελών του εισαγγελικού σώματος. Παρόλα αυτά, στην πράξη υπάρχει ειδίκευση των εισαγγελέων σε συγκεκριμένους τομείς (π.χ. οικονομικό έγκλημα, οργανωμένο έγκλημα, αδικήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας).

Υποχρεωτική ή προαιρετική ενεργοποίηση

Στη Γερμανία, οι εισαγγελικές αρχές διαθέτουν την εξουσία που καλείται «μονοπώλιο της απαγγελίας κατηγορίας». Καταρχήν, μόνο εισαγγελική αρχή δύναται να απαγγείλει κατηγορία ενώπιον δικαστηρίου σε ποινικές υποθέσεις, και μάλιστα υποχρεούται να το πράξει εφόσον υπάρχουν σχετικές ενδείξεις.

Όργανα εκπροσώπησης του επαγγέλματος

Για τους εισαγγελείς δεν υπάρχουν ιδιαίτερα όργανα επαγγελματικής εκπροσώπησης στα οποία η συμμετοχή να είναι υποχρεωτική. Οι εισαγγελείς είναι πάντως ελεύθεροι να προσχωρούν σε ανάλογα όργανα τα οποία ιδρύονται για τους δικαστές.

Ευκαιρίες για αλλοδαπούς

Καθήκοντα εισαγγελέα μπορούν επίσης να αναλάβουν άτομα που έχουν την ιθαγένεια κάποιου άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Δικηγόροι

Νομικό καθεστώς

Οι δικηγόροι στη Γερμανία ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ως «ανεξάρτητα όργανα παροχής νομικών υπηρεσιών». Για τον σκοπό αυτό απαιτείται άδεια. Η διαδικασία χορήγησης αδείας ασκήσεως επαγγέλματος διεξάγεται από τους δικηγορικούς συλλόγους. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τους Ευρωπαίους δικηγόρους (βλ. παρακάτω), άδεια ασκήσεως δικηγορικού επαγγέλματος μπορεί να λάβει μόνον όποιος πληροί τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί στο δικαστικό σώμα σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο περί του δικαστικού σώματος (Richtergesetz). Ειδικότερα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει ολοκληρώσει πανεπιστημιακές νομικές σπουδές διάρκειας τουλάχιστον τρεισήμισι ετών, ακολουθούμενες από μια πρώτη κρατική εξέταση, καθώς και από διετή περίοδο άσκησης, κατά το πέρας της οποίας ο υποψήφιος υποβάλλεται σε δεύτερη κρατική εξέταση.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Το νομικό καθεστώς, οι προϋποθέσεις εισόδου στο επάγγελμα, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των δικηγόρων, η οργάνωση και η αποστολή των δικηγορικών συλλόγων, ο τρόπος άσκησης εποπτείας επί των μελών του δικηγορικού σώματος και η πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται για τους δικηγόρους ρυθμίζονται στον ομοσπονδιακό κανονισμό περί δικηγορίας («Bundesrechtsanwaltsordnung» ή «BRAO»). Λεπτομερέστερες διατάξεις για τα επαγγελματικά δικαιώματα και υποχρεώσεις περιέχει ο επαγγελματικός κανονισμός περί δικηγόρων («Berufsordnung für Rechtsanwälte» ή «BORA»), ο οποίος θεσπίζεται βάσει νομοθετικής ρύθμισης από τον ομοσπονδιακό δικηγορικό σύλλογο. Οι αμοιβές των δικηγόρων καθορίζονται στον νόμο σχετικά με τις αμοιβές των δικηγόρων («Rechtsanwaltsvergütungsgesetz» ή «RVG»).

Υποχρεωτική ή προαιρετική ενεργοποίηση

Για τις αστικές υποθέσεις ενώπιον ειρηνοδικείου (Amtsgericht) δεν υφίσταται κανονικά υποχρέωση προσφυγής σε δικηγόρο. Αντιθέτως, είναι υποχρεωτική η εκπροσώπηση από δικηγόρο σε κάθε διαδικασία ενώπιον πρωτοδικείου (Landgericht), εφετείου (Oberlandesgericht) ή ενώπιον του ομοσπονδιακού ακυρωτικού δικαστηρίου (Bundesgerichtshof). Το ίδιο ισχύει για μια σειρά οικογενειακών υποθέσεων ενώπιον ειρηνοδικείου.

Στην περίπτωση των εργατικών διαφορών, οι διάδικοι μπορούν να εμφανισθούν ενώπιον του εκάστοτε δικαστηρίου εργατικών διαφορών άνευ δικηγόρου. Ενώπιον των δικαστηρίων εργατικών διαφορών των ομόσπονδων κρατιδίων και του ομοσπονδιακού δικαστηρίου εργατικών διαφορών, οι διάδικοι πρέπει υποχρεωτικά να εκπροσωπούνται από δικαστικό πληρεξούσιο. Καθήκοντα δικαστικού πληρεξουσίου νομιμοποιούνται να ασκούν όχι μόνο δικηγόροι αλλά επίσης εκπρόσωποι συνδικαλιστικών ή εργοδοτικών οργανώσεων και εκπρόσωποι ενώσεων τέτοιων οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η δυνατότητα εκπροσώπησης προβλέπεται στο καταστατικό τους ή βασίζεται σε πληρεξούσιο και ότι η ένωση, η οργάνωση ή μέλη τους μετέχουν ως διάδικοι στη διαδικασία.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Όργανα εκπροσώπησης του επαγγέλματος

Κάθε δικηγόρος είναι μέλος του δικηγορικού συλλόγου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το δικηγορικό γραφείο του ή της δικηγόρου. Οι 27 δικηγορικοί σύλλογοι οι οποίοι λειτουργούν υπό μορφή σωματείου δημοσίου δικαίου σε επίπεδο ανώτερων περιφερειακών δικαστηρίων (Oberlandesgericht) και ο δικηγορικός σύλλογος που λειτουργεί σε επίπεδο ομοσπονδιακού ακυρωτικού δικαστηρίου συναποτελούν τον ομοσπονδιακό δικηγορικό σύλλογο (www.brak.de Deutsch). Ο μεγαλύτερος συλλογικός φορέας ιδιωτικού δικαίου των δικηγόρων είναι η «Γερμανική ένωση δικηγόρων» (Deutsche Anwaltverein), στον οποίον ανήκουν σε εθελούσια βάση οι μισοί περίπου δικηγόροι της Γερμανίας (www.anwaltverein.de Deutsch - English - español - français).

Ευκαιρίες για αλλοδαπούς

Οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των υπόλοιπων συμβαλλόμενων κρατών της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και της Ελβετίας οι οποίοι διαθέτουν άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος στο κράτος προέλευσης ή οι οποίοι είναι κάτοχοι πτυχίου που τους παρέχει άμεσα το δικαίωμα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος στο κράτος προέλευσής τους έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν δικηγορία στη Γερμανία (υπό τη μορφή της παροχής υπηρεσιών ή της εγκατάστασης με τον επαγγελματικό τίτλο τον οποίον κατέχουν στο κράτος προέλευσης) καθώς επίσης να λάβουν άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος στη Γερμανία υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες καθορίζονται στον γερμανικό νόμο περί της άσκησης δραστηριότητας από Ευρωπαίους δικηγόρους στη Γερμανία («Gesetz über die Tätigkeit europäischer Rechtsanwälte in Deutschland» - «EuRAG»). Οι δυνατότητες εγκατάστασης άλλων αλλοδαπών δικηγόρων στη Γερμανία καθορίζονται στον ομοσπονδιακό κανονισμό περί δικηγορίας (BRAO).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

4. Δικηγόροι ειδικευμένοι στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας

Νομικό καθεστώς

Στη Γερμανία, οι δικηγόροι που είναι ειδικευμένοι στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, όπως ακριβώς και οι δικηγόροι εν γένει, ασκούν ελεύθερο επάγγελμα ως «ανεξάρτητα όργανα παροχής νομικών υπηρεσιών». Νομιμοποιούνται να παρέχουν συμβουλές και να εκπροσωπούν τους πελάτες τους μόνο στον τομέα των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται άδεια, που χορηγείται από τον πρόεδρο της γερμανικής υπηρεσίας διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικών σημάτων («Patent- und Markenamt», www.dmpa.de, «Informationen», «Patentanwalts- und Vertreterwesen»). Για να λάβει κάποιος τέτοια άδεια πρέπει να διαθέτει τεχνική κατάρτιση (σπουδές με επιστημονικό ή τεχνικό αντικείμενο και επιτυχής υποβολή σε εξετάσεις) και να έχει ασκήσει επί ένα τουλάχιστον έτος πρακτική τεχνική δραστηριότητα)· επίσης πρέπει να έχει ολοκληρώσει με επιτυχία μαθήματα κατάρτισης στον τομέα των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας (διάρκειας 34 μηνών· η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει για τους ασχολούμενους με διπλώματα ευρεσιτεχνίας οι οποίοι έχουν ασκήσει το επάγγελμα επί δέκα τουλάχιστον έτη) και να έχει υποβληθεί επιτυχώς σε ειδικές εξετάσεις για τους δικηγόρους με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Το νομικό καθεστώς, οι προϋποθέσεις εισόδου στο επάγγελμα, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των δικηγόρων με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, η οργάνωση και η αποστολή των συλλόγων δικηγόρων με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ο τρόπος άσκησης εποπτείας επί των επαγγελματιών του κλάδου και η πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται για τους δικηγόρους με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας ρυθμίζονται στον γερμανικό κανονισμό σχετικά με τους δικηγόρους με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας («Patentanwaltsordnung»). Λεπτομερέστερες διατάξεις για τα επαγγελματικά δικαιώματα και υποχρεώσεις περιέχει ο επαγγελματικός κανονισμός περί δικηγόρων με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας («Berufsordnung der Patentanwälte»), ο οποίος θεσπίζεται βάσει νομοθετικής ρύθμισης από το σύλλογο δικηγόρων με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Όργανα εκπροσώπησης του επαγγέλματος

Κάθε δικηγόρος με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας είναι μέλος του συλλόγου δικηγόρων με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, που είναι σωματείο δημοσίου δικαίου (www.patentanwalt.de Deutsch).

Ευκαιρίες για αλλοδαπούς

Οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπόλοιπων συμβαλλόμενων κρατών της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο οι οποίοι είναι κάτοχοι πτυχίου που τους παρέχει άμεσα το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στο κράτος προέλευσής τους έχουν το δικαίωμα να λάβουν μέρος σε εξέταση πιστοποίησης προσόντων προκειμένου να λάβουν άδεια για να εργασθούν στη Γερμανία ως δικηγόροι με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου σχετικά με την εξέταση πιστοποίησης προσόντων ενόψει της απόκτησης αδείας για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας («Gesetz über die Eignungsprüfung für die Zulassung zur Patentanwaltschaft»). Οι δυνατότητες εγκατάστασης με τον επαγγελματικό τίτλο που ισχύει στο κράτος προέλευσης καθορίζονται στον γερμανικό κανονισμό σχετικά με τους δικηγόρους με ειδίκευση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

5. Συμβολαιογράφοι

Νομικό καθεστώς

Οι συμβολαιογράφοι είναι «ανεξάρτητοι δημόσιοι λειτουργοί» οι οποίοι διορίζονται με αποστολή την έγγραφη βεβαίωση νομικών πράξεων και την εκτέλεση ορισμένων άλλων καθηκόντων στον τομέα της προληπτικής απονομής δικαιοσύνης. Ο διορισμός τους γίνεται από τις αρχές διοίκησης δικαιοσύνης των ομόσπονδων κρατιδίων. Προϋπόθεση για τον διορισμό είναι η γερμανική ιθαγένεια και η εκπλήρωση από τον ενδιαφερόμενο των προϋποθέσεων για να ενταχθεί στο δικαστικό σώμα σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο περί του δικαστικού σώματος (Richtergesetz). Ειδικότερα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει ολοκληρώσει πανεπιστημιακές νομικές σπουδές διάρκειας τουλάχιστον τρεισήμισι ετών, ακολουθούμενες από μια πρώτη κρατική εξέταση, καθώς και από διετή περίοδο άσκησης, κατά το πέρας της οποίας ο υποψήφιος υποβάλλεται σε δεύτερη κρατική εξέταση. Σε ορισμένες περιφέρειες της Γερμανίας, ως συμβολαιογράφοι διορίζονται δικηγόροι οι οποίοι, παράλληλα με τη δικηγορία, ασκούν συγχρόνως δραστηριότητα συμβολαιογράφου (πρόκειται για τους «δικηγόρους-συμβολαιογράφους» - «Anwaltsnotare»). Σε άλλες περιφέρειες, τα πρόσωπα που διορίζονται συμβολαιογράφοι δεν έχουν το δικαίωμα να ασκούν άλλη δραστηριότητα (συμβολαιογράφοι κύριας ή αποκλειστικής απασχόλησης - «hauptberufliche Notare» ή «Nurnotare»). Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη οι συμβολαιογράφοι είναι ενίοτε δημόσιοι υπάλληλοι.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Το νομικό καθεστώς, οι προϋποθέσεις εισόδου στο επάγγελμα, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των συμβολαιογράφων, η οργάνωση και η αποστολή των συλλόγων συμβολαιογράφων και η πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται για τους συμβολαιογράφους καθορίζονται στον ομοσπονδιακό κανονισμό περί συμβολαιογράφων («Bundesnotarordnung»). Λεπτομερέστερες διατάξεις για τα επαγγελματικά δικαιώματα και υποχρεώσεις περιλαμβάνονται σε εγχώριες οδηγίες (Richtlinien), οι οποίες θεσπίζονται βάσει νομοθετικής ρύθμισης από τους κατά τόπους συλλόγους συμβολαιογράφων. Τα έξοδα (αμοιβές και δαπάνες) που μπορούν να χρεώνουν οι συμβολαιογράφοι καθορίζονται στον γερμανικό νόμο περί των εξόδων σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (κανονισμός περί εξόδων) («Gesetz über die Kosten in Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit – Kostenordnung»).

Υποχρεωτική ή προαιρετική ενεργοποίηση

Πλην λιγοστών εξαιρέσεων (ιδίως στον τομέα της προξενικής νομοθεσίας), οι συμβολαιογράφοι είναι αποκλειστικώς αρμόδιοι για την έγγραφη βεβαίωση νομικών πράξεων. Η έγγραφη βεβαίωση προβλέπεται ως υποχρεωτική από τον νόμο ιδίως για συμβάσεις με αντικείμενο ακίνητα, καθώς και για ορισμένα είδη δικαιοπραξιών στους τομείς του εταιρικού, οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου.

Όργανα εκπροσώπησης του επαγγέλματος

Κάθε συμβολαιογράφος είναι μέλος του συλλόγου συμβολαιογράφων στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το συμβολαιογραφείο του/της. Οι 21 σύλλογοι συμβολαιογράφων οι οποίοι λειτουργούν υπό μορφή σωματείου δημοσίου δικαίου σε επίπεδο ανώτερων περιφερειακών δικαστηρίων (Oberlandesgericht) συναποτελούν τον ομοσπονδιακό σύλλογο συμβολαιογράφων (για πληροφορίες και διευθύνσεις βλ. www.bnotk.de Deutsch - English - español - français).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

6. Βοηθητικοί δικαστικοί υπάλληλοι

Νομικό καθεστώς

Οι βοηθητικοί δικαστικοί υπάλληλοι (Rechtspfleger) είναι ανεξάρτητα όργανα παροχής νομικών υπηρεσιών. Τα καθήκοντα και το καθεστώς τους καθορίζονται αποκλειστικά στον νόμο περί βοηθητικών δικαστικών υπαλλήλων (Rechtspflegergesetz). Ο ίδιος νόμος περιλαμβάνει επίσης κατάλογο των δικαιοπραξιών για τις οποίες η αρμοδιότητα ανατίθεται στους βοηθητικούς δικαστικούς υπαλλήλους, καθώς επίσης τις δικαστικές επιφυλάξεις που ισχύουν στους υπόψη τομείς. Παραδείγματος χάρη, οι βοηθητικοί δικαστικοί υπάλληλοι χορηγούν κληρονομητήρια σε περιπτώσεις εκ του νόμου κληρονομικής διαδοχής ή παραλαμβάνουν αιτήσεις για την έκδοση κληρονομητηρίου, χορηγούν άδειες δικαστηρίου επιτροπείας, επιβλέπουν τη δραστηριότητα επιτρόπων και προσώπων που ασκούν επιμέλεια, διεκπεραιώνουν και αποφασίζουν για αιτήσεις σχετικά με τα βιβλία μεταγραφής, καθώς και για καταχωρήσεις στο εμπορικό μητρώο και ασκούν ορισμένα καθήκοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Κάθε βοηθητικός δικαστικός υπάλληλος εκτελεί μεν τα καθήκοντά του υπό καθεστώς ουσιαστικής ανεξαρτησίας, αλλά δεν θεωρείται δικαστής και ως εκ τούτου δεν ασκεί δικαιοδοτική εξουσία κατά την έννοια του άρθρου 92 του γερμανικού Συντάγματος.

Οι βοηθητικοί δικαστικοί υπάλληλοι ανήκουν στις ανώτερες δικαστικές υπηρεσίες. Ο διορισμός τους γίνεται πρωτίστως από τις κατά τόπους αρχές διοίκησης της δικαιοσύνης του εκάστοτε ομόσπονδου κρατιδίου στον τομέα ευθύνης των οποίων πρόκειται να γίνει ο διορισμός. Σε μικρότερο βαθμό διορίζονται από το ομοσπονδιακό υπουργείο Δικαιοσύνης.

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Για να νομιμοποιείται κάποιος να διορισθεί ως βοηθητικός δικαστικός υπάλληλος πρέπει να έχει διανύσει περίοδο άσκησης υπό το καθεστώς που ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους και με δυνατότητα ανάκλησης. Επιπλέον πρέπει να έχει συμμετάσχει επιτυχώς σε ειδική εξέταση για την κατοχή μιας τέτοιας θέσης. Οι γενικοί όροι και οι ελάχιστες απαιτήσεις που ισχύουν για την κατάρτιση των ενδιαφερομένων καθορίζονται στον νόμο περί βοηθητικών δικαστικών υπαλλήλων. Η διάρθρωση της περιόδου άσκησης, το περιεχόμενο των σπουδών και οι λεπτομερείς ρυθμίσεις που ισχύουν για τις εξετάσεις θεσπίζονται σε επίπεδο ομόσπονδων κρατιδίων με κανονισμούς περί κατάρτισης και υποχρεωτικής εξέτασης τους οποίους εκδίδουν τα ομόσπονδα κρατίδια.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ευκαιρίες για αλλοδαπούς

Για να γίνει κάποιος βοηθητικός δικαστικός υπάλληλος πρέπει να είναι Γερμανός υπήκοος κατά την έννοια του γερμανικού Συντάγματος ή να έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μερικά γερμανικά ομόσπονδα κρατίδια έχουν, ωστόσο, κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 48 παρ. 2 της συνθήκης ΕΟΚ και κάνουν δεκτούς για την υποχρεωτική περίοδο άσκησης μόνο υποψηφίους που διαθέτουν τη γερμανική ιθαγένεια.

7. Γραμματείς δικαστηρίου

Οι γραμματείς δικαστηρίου (Urkundsbeamte der Geschäftstelle) είναι ομοίως ανεξάρτητο όργανο του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.

Οι γραμματείς δικαστηρίου ασχολούνται κυρίως με τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις, με την επίδοση κλητεύσεων, την αναγκαστική εκτέλεση, την τήρηση των πρακτικών δικασίμων, τη χορήγηση βεβαιώσεων και με άλλα παρεμφερή καθήκοντα.

Νομικό καθεστώς

Το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται οι γραμματείς δικαστηρίου καθορίζεται από το άρθρο 153 του γερμανικού νόμου περί οργανισμού των δικαστηρίων (Gerichtsverfassungsgesetzes - «GVG»). Κατατάσσονται στη μεσαία βαθμίδα των δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν τη Δικαιοσύνη. Ο διορισμός τους γίνεται κυρίως από τις δικαστικές αρχές των επιμέρους ομόσπονδων κρατιδίων, ανάλογα με τον τομέα στον οποίο πρόκειται να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους. Εάν ο διορισμός τους αφορά ομοσπονδιακό δικαστήριο, γίνεται από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης ή από το ίδιο το εκάστοτε ομοσπονδιακό δικαστήριο.

Τα καθήκοντα των γραμματέων δικαστηρίων καθορίζονται ως επί το πλείστον στους επιμέρους διαδικαστικούς νόμους (π.χ. στον κώδικα πολιτικής δικονομίας και στο νόμο περί των υποθέσεων που υπάγονται στην εκούσια δικαιοδοσία). Συμπληρωματικώς ισχύουν εν προκειμένω οι διατάξεις που θεσπίζουν, αφενός, τα ομόσπονδα κρατίδια για τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους και, αφετέρου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση για τα ομοσπονδιακά δικαστήρια.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Το εργασιακό καθεστώς των γραμματέων δικαστηρίου είναι καθεστώς δημόσιου υπαλλήλου. Ο διορισμός τους είναι μετακλητός και γίνεται έπειτα από υποχρεωτική περίοδο προετοιμασίας και την επιτυχή υποβολή σε εξετάσεις σταδιοδρομίας. Οι σχετικοί γενικοί όροι και οι ελάχιστες απαιτήσεις κατάρτισης καθορίζονται στο άρθρο 153 του νόμου περί οργανισμού των δικαστηρίων. Η διάρθρωση της περιόδου προετοιμασίας, το περιεχόμενο της κατάρτισης και τα των σχετικών εξετάσεων ρυθμίζονται σε επίπεδο ομόσπονδων κρατιδίων μέσω κανονισμών που θεσπίζουν τα ομόσπονδα κρατίδια για θέματα κατάρτισης και εξετάσεων. Δεν παρέχεται κατάρτιση σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Ευκαιρίες για αλλοδαπούς

Για να γίνει κάποιος γραμματέας δικαστηρίου πρέπει να είναι Γερμανός υπήκοος κατά την έννοια του γερμανικού Συντάγματος ή να έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

8. Δικαστικοί επιμελητές

Νομικό καθεστώς

Οι δικαστικοί επιμελητές είναι καταρχήν ισόβιοι, μεσαίας βαθμίδας, δημόσιοι υπάλληλοι των ομόσπονδων κρατιδίων. Διορίζονται από τον εκάστοτε αρμόδιο πρόεδρο του περιφερειακού εφετείου (Oberlandesgericht). Αν και δημόσιοι υπάλληλοι, οι δικαστικοί επιμελητές ασκούν ελεύθερο επάγγελμα. Ασκούν δε τα καθήκοντά τους υπό καθεστώς ανεξαρτησίας.

Εκτός από τον μισθό που δικαιούνται ως δημόσιοι υπάλληλοι, οι δικαστικοί επιμελητές εισπράττουν επιπλέον ένα προκαθορισμένο ποσοστό επί των εξόδων που χρεώνουν για τις υπηρεσίες που παρέχουν. Για να μπορεί ο κάθε δικαστικός επιμελητής να συγκροτήσει και να συντηρήσει το γραφείο του, το οποίο είναι αναγκαίο, του καταβάλλεται από το δημόσιο ταμείο του οικείου ομόσπονδου κρατιδίου ένα (κατά κανόνα κατ’ αποκοπή) ποσό για την κάλυψη των εξόδων λειτουργίας του γραφείου.

Ρύθμιση του επαγγέλματος με βάση διατάξεις της εγχώριας νομοθεσίας

Οι νομικές σχέσεις των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται στο νόμο περί οργανισμού των δικαστηρίων (άρθρα 154 και 155), αλλά διέπονται επίσης από τη νομοθεσία των διαφόρων ομόσπονδων κρατιδίων. Δεν υπάρχουν νόμοι γενικής ισχύος τους οποίους να πρέπει να τηρούν οι δικαστικοί επιμελητές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Παρόλα αυτά, υπάρχουν γενικές διοικητικές διατάξεις, οι οποίες θεσπίζονται από τις αρχές διοίκησης της δικαιοσύνης του εκάστοτε ομόσπονδου κρατιδίου: πρόκειται για τον κανονισμό περί δικαστικών επιμελητών (Gerichtsvollzieherordnung) και την οδηγία σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων δικαστικού επιμελητή (Gerichtsvollziehergeschäftsanweisung).

Ειδίκευση

Η περιγραφή καθηκόντων ενός δικαστικού επιμελητή είναι ενιαία και δεν προβλέπεται καμία ειδίκευση. Οι υφιστάμενες διατάξεις σε επίπεδο νόμου ή κατώτερο επίπεδο ισχύουν ενιαία για όλους τους δικαστικούς επιμελητές.

Όργανα εκπροσώπησης του επαγγέλματος

Στη Γερμανία οι δικαστικοί επιμελητές δεν είναι οργανωμένοι σε συλλόγους. Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για δημόσιους υπαλλήλους. Παρόλα αυτά, είναι οργανωμένοι, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, σε συντεχνιακές ομάδες, εκ των οποίων οι περισσότερες είναι μέλη του Γερμανικού Συνδέσμου Δικαστικών Επιμελητών (DGVB). Αυτός ο τελευταίος είναι με τη σειρά του μέλος του Γερμανικού Συνδέσμου Δημοσίων Υπαλλήλων. Η προσχώρηση στις εν λόγω συντεχνιακές ομάδες δεν είναι υποχρεωτική, αλλά προαιρετική.

Ευκαιρίες για αλλοδαπούς

Σύμφωνα με την τρέχουσα νομοθεσία, μόνο Γερμανοί υποψήφιοι μπορούν να λάβουν τη σχετική κατάρτιση. Προϋπόθεση για τον διορισμό σε θέση δικαστικού επιμελητή είναι η γερμανική ιθαγένεια.

« Νομικά επαγγέλματα - Γενικές Πληροφορίες | Γερµανία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 30-05-2006

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο