Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Έννομη τάξη > Κύπρος

Τελευταία ενημέρωση: 25-03-2009
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Έννομη τάξη - Κύπρος

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Σύνταγμα 1.
2. Ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο 2.
3. Διεθνείς Συμβάσεις 3.
4. Νόμοι 4.
5. Κανονιστικές Πράξεις 5.
6. Νομολογία 6.
7. Δικαστηρια 7.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Συντάγματος «η Κυπριακή Πολιτεία είναι ανεξάρτητη και κυρίαρχη Δημοκρατία, προεδρικού συστήματος», βασισμένη στις αρχές της νομιμότητας και του σεβασμού και της προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Η συνταγματική διάρθρωση της κυπριακής πολιτείας χαρακτηρίζεται από την αρχή της αυστηρής διάκρισης των εξουσιών (εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής) και διασφαλίζει τη σχέση του πολίτη με το Κράτος.

Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το ενδεκαμελές Υπουργικό Συμβούλιο, που λαμβάνει αποφάσεις με απόλυτη πλειοψηφία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται «εν παντί θέματι» από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και η δικαστική εξουσία ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, που ακολουθεί το πρότυπο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Α.Δ.), και σύμφωνα με το άρθρο 35 του Συντάγματος «οι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος μέρους, η κάθε μια εντός των ορίων της αρμοδιότητας της».

1. Σύνταγμα

Το Σύνταγμα, το οποίο θεσπίστηκε το 1960 με την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελεί τον υπέρτατο νόμο της Δημοκρατίας (Άρθρο 179 του Συντάγματος).Το ισχύον Σύνταγμα είναι ένα δοτό και αυστηρό Σύνταγμα, του οποίου οι διατάξεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν, καταργηθούν ή θεσπισθούν με τον τρόπο που τροποποιούνται, καταργούνται ή θεσπίζονται οι νόμοι του κράτους. Μέχρι σήμερα έχει υποστεί πέντε τροποποιήσεις ως ακολούθως:

  • Το 1989 παραχωρήθηκε η επιλογή του πολιτικού γάμου ως ισάξιου με το θρησκευτικό γάμο και εγκαθιδρύθηκαν τα οικογενειακά δικαστήρια ως τα μόνα αρμόδια δικαστήρια για τη λύση του γάμου.
  • Το Νοέμβριο του 1996 το δικαίωμα ψήφου στις εκλογές για ανάδειξη των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, ως επίσης και στις προεδρικές εκλογές, επεκτάθηκε στους πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.
  • Το Δεκέμβριο του 1996, για να ρυθμιστεί η πλήρωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας από τον αμέσως επόμενο επιλαχόντα και χωρίς αναπληρωματική εκλογή, εντός προθεσμίας 45 ημερών.
  • Το 2002 για το ανεξάρτητο της θέσης του Διοικητή και Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, και
  • Το 2006, για να διασφαλιστεί η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου στην εσωτερική συνταγματική τάξη.

2. Ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο

Από την 1.5.2004 η Κύπρος αποτελεί πλήρες και ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπάγεται στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο. Το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο (τόσο το πρωτογενές που θεσπίζεται από τα κράτη-μέλη όσο και το δευτερογενές που προέρχεται από τα όργανα της Ε.Ε.) αποτελεί επίσης πηγή δικαίου που υπερισχύει έναντι του εθνικού δικαίου.

Η Κύπρος έχει προσαρμόσει και εναρμονίσει την κυπριακή νομοθεσία προς το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο με τη θέσπιση ενός όγκου νομοθετημάτων και την ταυτόχρονο κατάργηση ή τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του κυπριακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και διατάξεων του Συντάγματος (βλ. ανωτέρω πέμπτη τροποποίηση του Συντάγματος).

3. Διεθνείς Συμβάσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος, κάθε σύμβαση, συνθήκη ή συμφωνία με άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό που συνομολογείται μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αποτελεί μέρος της έννομης τάξης της Δημοκρατίας, μόνο όταν κυρωθεί σε νόμο που ψηφίζεται από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Τέτοιες συμβάσεις, συμφωνίες και συνθήκες από την επικύρωση τους σε νόμο και τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου, αποτελούν δηλ. αυτοτελείς πηγές δικαίου και μάλιστα έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου εκτός βέβαια του Συντάγματος.

4. Νόμοι

Οι νόμοι (πρωτογενής νομοθεσία) θεσπίζονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το δικαίωμα υποβολής προτάσεων νόμων ανήκει στους βουλευτές και νομοσχεδίων στους υπουργούς. Όλα τα νομοσχέδια και όλες οι προτάσεις νόμων οι οποίες εισάγονται στη Βουλή των Αντιπροσώπων παραπέμπονται αρχικά για συζήτηση ενώπιον της αρμόδιας επί του θέματος κοινοβουλευτικής επιτροπής και στη συνέχεια για συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής. Οι νόμοι και οι αποφάσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων ψηφίζονται δια απλής πλειοψηφίας των παρόντων και ψηφιζόντων βουλευτών, εκδίδονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (ο οποίος έχει δικαίωμα αναπομπής) και τίθενται σε ισχύ από της δημοσιεύσεως τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ή σε ημερομηνία την οποία καθορίζει ο δημοσιευόμενος νόμος ή η απόφαση.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Οι νόμοι υπόκεινται στις δεσμεύσεις και στις επιταγές του Συντάγματος και οποιαδήποτε διαφορά αναφορικά με την ερμηνεία και την συνταγματικότητα τους επιλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο.

5. Κανονιστικές Πράξεις

Παρόλο που η νομοθετική εξουσία στην Κύπρο ανήκει τη Βουλή των Αντιπροσώπων, υπάρχουν πράξεις νομοθετικού περιεχομένου οι οποίες μπορούν να εκδοθούν από την εκτελεστική εξουσία (Διοίκηση). Η εξουσία αυτή της διοίκησης να θεσπίζει συμπληρωματικούς κανόνες δικαίου (δευτερογενής νομοθεσία), αναγκαίους για την εφαρμογή και εκτέλεση ενός νόμου, καλείται κανονιστική εξουσία και επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

Η δευτερογενής νομοθεσία υπόκειται, όπως και κάθε νόμος, στις δεσμεύσεις και επιταγές του Συντάγματος και εκδίδεται μετά την παραχώρηση εξουσίας από κάποια νομοθετική διάταξη, μέσα στα πλαίσια του νόμου και των γενικών αρχών του δικαίου.

6. Νομολογία

Στην Κύπρο ισχύει το δόγμα της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου για όλα τα κατώτερα δικαστήρια. Έτσι, μια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία ερμηνεύεται συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, θεωρείται ως πηγή δικαίου.

Πηγή δικαίου αποτελούν επίσης το κοινοδίκαιο (common law) και οι αρχές της επιείκειας (equity) στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει άλλη νομοθετική πρόνοια.

7. Δικαστηρια

Η Δικαστική Εξουσία καθιερώνεται από το Σύνταγμα και τους σχετικούς νόμους ως η μία από τις τρεις ξεχωριστές εξουσίες του Κράτους. Αποτελεί ένα αυτοκυβερνώμενο και αυτοδιοικούμενο αυτόνομο σώμα, ίσο με τις άλλες δυο εξουσίες του Κράτους, την εκτελεστική και τη νομοθετική.

Η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας περιλαμβάνει:

(α) ανάληψη και άσκηση της δικαιοδοσίας από την δικαστική εξουσία σε όλα τα θέματα που φυσικά εμπίπτουν στην σφαίρα της δικαστικής εξουσίας.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

(β) αυτονομία της δικαστικής εξουσίας στην έκδοση διαδικαστικών κανονισμών οι οποίοι ρυθμίζουν την άσκηση της δικαιοδοσίας της, και

(γ) ανεξαρτησία των δικαστών από τις δυο άλλες εξουσίες του κράτους.

Οι δικαστές αποφασίζουν για οποιοδήποτε θέμα βρίσκεται ενώπιον τους αμερόληπτα, με βάση τα γεγονότα και σύμφωνα με το νόμο, χωρίς οποιουσδήποτε περιορισμούς, επιδράσεις, πιέσεις, απειλές ή παρεμβάσεις, άμεσες ή έμμεσες, από οποιοδήποτε μέρος ή για οποιονδήποτε λόγο.

Η πλήρης και συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στην Κύπρο παρέχει τα εχέγγυα για δίκαιη και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Οι μηχανισμοί για απονομή της δικαιοσύνης είναι ισότιμα διαθέσιμοι σε κάθε άτομο στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρι της αποδείξεως της ενοχής του, κανείς δεν δύναται να δικαστεί δυο φορές για το ίδιο αδίκημα και η επιβληθείσα ποινή δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη της σοβαρότητας του διαπραχθέντος αδικήματος. Περαιτέρω, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει σε κάθε άτομο, τόσο σε ποινικές όσο και σε πολιτικές διαδικασίες διάφορα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα υπεράσπισης ενός ατόμου, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω δικηγόρου, το δικαίωμα δωρεάν νομικής αρωγής, το δικαίωμα προσαγωγής μαρτύρων, το δικαίωμα παροχής διερμηνέα σε περίπτωση αλλοδαπού κτλ.

Η δικαστική εξουσία, σύμφωνα με το Σύνταγμα ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο και τα κατώτερα δικαστήρια τα οποία ιδρύονται δια νόμου. Όλα τα κατώτερα δικαστήρια είναι ενταγμένα στη δικαστική ιεραρχία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελείται από 13 μέλη και είναι το Ανώτατο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι το Εφετείο της Δημοκρατίας και το τελικό δικαστήριο για να κρίνει θέματα συνταγματικού και διοικητικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και προσφυγών για επίλυση διαφορών μεταξύ των κρατικών αρχών και οργάνων, για θέματα συνταγματικότητας των νόμων, κτλ. Χειρίζεται όλες τις εφέσεις κατ' αποφάσεων που εκδίδονται από όλα τα κατώτερα δικαστήρια και επαρχιακά δικαστήρια καθώς επίσης και εφέσεις κατ' αποφάσεων ενός δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όταν ασκεί πρωτοβάθμια δικαιοδοσία σε συγκεκριμένα θέματα, όπως για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων της φύσεως του habeas corpus, mandamus, phohibition, quo warranto και certiorari, σε διοικητικές προσφυγές και σε υποθέσεις ναυτοδικείου.

Οι Δικαστές του Ανωτάτου και των κατώτερων δικαστηρίων είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και απολαμβάνουν των ίδιων εχέγγυων μονιμότητας και ανεξαρτησίας.

« Έννομη τάξη - Γενικές Πληροφορίες | Κύπρος - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 25-03-2009

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο