Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Γλωσσάριο

Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Γλωσσάριο


Οι ορισμοί που περιλαμβάνονται στο παρόν γλωσσάριο χρησιμεύουν για την καλύτερη κατανόηση των όρων που χρησιμοποιούνται τακτικά στις σελίδες του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου. Συνεπώς, δεν πρόκειται για καθαυτό νομικούς ορισμούς.
Δημόσιο έγγραφο

« Δημόσιο έγγραφο » αποκαλείται το έγγραφο που διαπιστώνει ένα γεγονός ή μια πράξη τα οποία γεννούν έννομες συνέπειες και έχει συνταγεί από δημόσια αρχή.

Ορισμένα δημόσια έγγραφα είναι εκτελεστά. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο που αφορά την πώληση ακινήτου. Τα εκτελεστά δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος μπορούν να εκτελεστούν σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την απλουστευμένη διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός « Bρυξέλλες I».

Bρυξέλλες I

Η έκφραση « Bρυξέλλες I » χρησιμοποιείται συχνά για να δηλωθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Η πράξη αυτή διέπει μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας καθώς και τις προϋποθέσεις και τον τρόπο αναγνώρισης και εκτέλεσης των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη, των δημοσίων εγγράφων και των δικαστικών συμβιβασμών. Ο εν λόγω κανονισμός αντικαθιστά μεταξύ των κρατών μελών, εκτός της Δανίας, τη Σύμβαση «Βρυξέλλες I » της 27ης Σεπτεμβρίου 1968.

Βρυξέλλες II

Η έκφραση « Βρυξέλλες II » χρησιμοποιείται συχνά για να δηλωθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαϊου 2000, περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας έναντι των κοινών τέκνων των συζύγων.

Ο κανονισμός αυτός θεσπίζει διατάξεις που αφορούν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων που αφορούν θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης του γάμου, καθώς και των αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα επί των κοινών τέκνων των συζύγων και εκδίδονται επ' ευκαιρία των εν λόγω διαδικασιών. Ο εν λόγω κανονισμός αντικαθιστά μεταξύ των κρατών μελών, εκτός της Δανίας, τη Σύμβαση « Bρυξέλλες II » της 28ης Μαϊου 1998.

Ανακοίνωση της Επιτροπής

Η « ανακοίνωση » είναι ένα έγγραφο μελέτης που δεν έχει κατ' ουδένα τρόπο κανονιστικό χαρακτήρα.

Η Επιτροπή αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να δημοσιεύσει ανακοίνωση όταν επιθυμεί να παρουσιάσει τις ιδέες της για κάποιο επίκαιρο θέμα. Η ανακοίνωση δεν γεννά έννομες συνέπειες.

Διεθνής δικαιοδοσία

Η « διεθνής δικαιοδοσία » είναι χαρακτηριστική έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αφορά ιδίως την ικανότητα των δικαστηρίων μιας χώρας να κρίνουν υπόθεση που παρουσιάζει διεθνή χαρακτήρα.

Μια διαφορά παρουσιάζει διεθνή χαρακτήρα όταν, για παράδειγμα, οι διάδικοι έχουν διαφορετικές εθνικότητες ή δεν κατοικούν στην ίδια χώρα. Στην περίπτωση αυτή, αρμόδια να κρίνουν την υπόθεση θα μπορούσαν να είναι τα δικαστήρια πολλών χωρών: αυτό αποκαλείται « σύγκρουση δικαιοδοσίας ». Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας καθορίζουν κριτήρια προσδιορισμού της χώρας τα δικαστήρια της οποίας είναι αρμόδια να κρίνουν τη διαφορά.

Σύγκρουση δικαιοδοσίας

Βλέπε « διεθνής δικαιοδοσία »

Σύγκρουση νόμων

Βλέπε « εφαρμοστέο δίκαιο ».

Σύμβαση

Οι συμβάσεις, οι οποίες αποκαλούνται επίσης συνθήκες ή συμφωνίες, είναι πράξεις του δημοσίου διεθνούς δικαίου με ιδιαίτερο κύρος. Σύμβαση καλείται η συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ πολλών κρατών και/ή διεθνών οργανισμών με σκοπό να παραγάγει έννομες συνέπειες στις αμοιβαίες σχέσεις τους και έναντι των πολιτών των συμβαλλομένων κρατών.

Οι συμβάσεις μπορούν να είναι διμερείς, δηλαδή να συνάπτονται μεταξύ δύο κρατών. Αυτό ίσχυε κυρίως κατά το παρελθόν, πριν συσταθούν διεθνείς οργανισμοί που προσφέρουν το ενδεδειγμένο πλαίσιο για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη πολυμερών συμβάσεων, δηλαδή συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ περισσοτέρων από δύο κράτη. Διαπραγματεύσεις για πολυάριθμες πολυμερείς συμβάσεις έχουν διεξαχθεί υπό την αιγίδα διεθνών οργανισμών, όπως η Διάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο ή το Συμβούλιο της Ευρώπης. Υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τα κράτη μέλη της ΕΟΚ διαπραγματεύθηκαν και συνήψαν, το 1968, τη Σύμβαση « Bρυξέλλες I ».

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει συνάψει εξ ονόματος των κρατών μελών ορισμένες συμβάσεις με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες.

Αφού υπογραφούν από τους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων, οι συμβάσεις πρέπει να κυρωθούν ή να εγκριθούν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, δηλαδή στις περισσότερες περιπτώσεις, από τα εθνικά κοινοβούλια. Σε ορισμένα κράτη, οι συμβάσεις παράγουν αποτελέσματα στην εσωτερική έννομη τάξη από την κύρωσή τους, ενώ σε άλλα, μετά την κύρωση, μπορούν να παραγάγουν αποτελέσματα μόνον αν μεταφερθούν στην εσωτερική έννομη τάξη, για παράδειγμα υπό μορφή νόμου.

Οι συμβάσεις, οι οποίες είναι πράξεις του δημοσίου διεθνούς δικαίου, διακρίνονται από τις πράξεις του κοινοτικού δικαίου ιδίως στα εξής σημεία :

  • Στο δημόσιο διεθνές δίκαιο, τα ερμηνευτικά προβλήματα που γεννούν οι συμβάσεις μπορούν να επιλύονται σε ορισμένες περιπτώσεις από τα εθνικά δικαστήρια. Κατά γενικό κανόνα, δεν υπάρχει ίδιο δικαιοδοτικό σύστημα που να επιτρέπει την εξασφάλιση ομοιόμορφης ερμηνείας και συνεπώς και εφαρμογής των συμβάσεων. Στο κοινοτικό δίκαιο, αυτή η ομοιόμορφη ερμηνεία εξασφαλίζεται από το Δικαστήριο.

  • Το δημόσιο διεθνές δίκαιο, δεν διαθέτει, γενικά και συστηματικά, δικαιοδοτικό σύστημα μέσω του οποίου θα μπορούσαν να επιβληθούν κυρώσεις κατά κράτους που δεν σέβεται τις υποχρεώσεις του οι οποίες απορρέουν από διεθνή σύμβαση. Στο κοινοτικό δίκαιο, το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει τις παραλείψεις και μπορεί ακόμα και να επιβάλει χρηματικές ποινές.



Απόφαση

Στο κοινοτικό δίκαιο, « απόφαση » καλείται μια πράξη κανονιστικού χαρακτήρα που είναι υποχρεωτική ως προς όλα τα μέρη της για τους αποδέκτες που ορίζει.

Η απόφαση μπορεί να εκδοθεί στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, είτε από το Συμβούλιο είτε από την Επιτροπή. Η απόφαση μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις. Μόνον το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο για αστικές υποθέσεις έχει συσταθεί δυνάμει απόφασης του Συμβουλίου.

Οδηγία

Στο κοινοτικό δίκαιο, « οδηγία » καλείται μια πράξη κανονιστικού χαρακτήρα που δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

Οι οδηγίες μπορούν να εκδοθούν στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, είτε από το Συμβούλιο, είτε από την Επιτροπή. Στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, τα κοινοτικά θεσμικά όργανα προσφεύγουν συχνότερα στον κανονισμό από ό,τι στην οδηγία. Αφού εκδοθούν, οι κοινοτικές οδηγίες πρέπει να μεταφερθούν στην εσωτερική νομοθεσία από κάθε κράτος μέλος, δηλαδή πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή με εθνικούς νόμους.

Εφαρμοστέα νομοθεσία

Βλέπε « εφαρμοστέο δίκαιο »

Κοινοτικό δίκαιο

Με τον όρο « κοινοτικό δίκαιο » προσδιορίζεται το σύνολο των κανόνων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο τη συνθήκη ΕΚ, τις πράξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα κατ' εφαρμογή της συνθήκης, όπως τους κανονισμούς και τις οδηγίες. Στις πηγές του κοινοτικού δικαίου περιλαμβάνεται και η νομολογία του Δικαστηρίου.

Το κοινοτικό δίκαιο παρουσιάζει ορισμένες διαφορές σε σχέση με το δημόσιο διεθνές δίκαιο (βλέπε « δημόσιο διεθνές δίκαιο »).

Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο

Με τον όρο « ιδιωτικό διεθνές δίκαιο », ο οποίος εκλαμβάνεται εδώ υπό ευρεία έννοια, προσδιορίζεται το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις μεταξύ προσώπων ιδιωτικού δικαίου.

Εντούτοις, η έκφραση « ιδιωτικό διεθνές δίκαιο » δεν έχει την ίδια έννοια σε όλα τα κράτη μέλη. Στο γερμανικό ή στο πορτογαλικό δίκαιο, για παράδειγμα, περιλαμβάνει αποκλειστικά τους κανόνες που διέπουν τη σύγκρουση νόμων (βλέπε « εφαρμοστέα νομοθεσία »), ενώ σε άλλα νομικά συστήματα, περιλαμβάνει και τους κανόνες που αφορούν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αλλοδαπών αποφάσεων.

Όλοι αυτοί οι κανόνες που αφορούν το εφαρμοστέο δίκαιο, τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αλλοδαπών αποφάσεων επιτρέπουν την αντιμετώπιση των δυσχερειών που προκύπτουν λόγω του ότι η ίδια υπόθεση συνδέεται με πολλά διαφορετικά νομικά και δικαιοδοτικά συστήματα. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στην περίπτωση συζύγων διαφορετικών εθνικοτήτων που αποφασίζουν να διαζευχθούν : ποιος δικαστής είναι αρμόδιος να εκδώσει το διαζύγιο και ποιο δίκαιο θα εφαρμόσει; Το ίδιο ισχύει, για παράδειγμα, και στην περίπτωση ατυχήματος που συμβαίνει σε ένα κράτος μέλος και επιφέρει ρύπανση του περιβάλλοντος η οποία προκαλεί ζημία σε πολλά άλλα κράτη μέλη : σε ποιου κράτους τα δικαστήρια πρέπει να προσφύγουν τα θύματα; ποιο δίκαιο θα εφαρμόσουν τα αρμόδια δικαστήρια;

Οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου πηγάζουν από τη νομοθεσία, τη νομολογία και τη θεωρία κάθε κράτους μέλους. Παρά την ονομασία του, το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο είναι κατ' αρχήν ακραιφνώς εθνικό δίκαιο. Ορισμένοι από αυτούς τους εθνικούς κανόνες μπορούν να ενοποιηθούν μέσω διεθνών συμβάσεων, όπως και μέσω κοινοτικών πράξεων. Αυτή η ενοποίηση επιτρέπει, μεταξύ άλλων, να αποφευχθεί το ενδεχόμενο τα δικαστήρια δύο κρατών να κηρύξουν εαυτόν αρμόδιο δυνάμει των εθνικών τους κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και να εκδώσουν αντιφατικές αποφάσεις για την ίδια υπόθεση.

Δημόσιο διεθνές δίκαιο

Ο όρος « δημόσιο διεθνές δίκαιο » προσδιορίζει το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις μεταξύ προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί.

Οι συμβάσεις και τα υποδείγματα νόμων χρησιμοποιούνται συχνά ως μέσα του δημοσίου διεθνούς δικαίου.

Eκτέλεση

Η « εκτέλεση » δικαστικής απόφασης έγκειται στην εφαρμογή της εν λόγω απόφασης, συνοδευόμενη, εφόσον απαιτείται, από προσφυγή στα νόμιμα μέσα καταναγκασμού, όπως η επέμβαση της δημόσιας δύναμης.

Αν κερδίσετε μια υπόθεση στο δικαστήριο, αλλά μετά την έκδοση της απόφασης ο αντίδικός σας δεν συμμορφώνεται με αυτή αυτοβούλως, μπορείτε να προσφύγετε, ανάλογα με την περίπτωση, στην αστυνομία ή στις υπηρεσίες δικαστικού επιμελητή για να επιτύχετε την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.

Η εκτέλεση αφορά, αφενός, τις δικαστικές αποφάσεις και, αφετέρου, τις αποφάσεις διαιτητικών δικαστηρίων, τα δημόσια έγγραφα και τους δικαστικούς συμβιβασμούς στους οποίους έχει περιαφεί ο εκτελεστήριος τύπος*. Μπορεί να σημαίνει, για παράδειγμα, κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, έξωση του κατόχου ενός ακινήτου.

Κατ' αρχήν, η εκτέλεση δικαστικής απόφασης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον στην επικράτεια του κράτους όπου έχει εκδοθεί. Για να εκτελεστεί στο εξωτερικό, η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εκτελεστή («exequatur»).

Exequatur

Η κήρυξη της εκτελεστότητας (« exequatur ») είναι χαρακτηριστική έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, η οποία σημαίνει την απόφαση που εκδίδεται από το δικαστή μιας χώρας και επιτρέπει την εκτέλεση στην επικράτειά της δικαστικής απόφασης, απόφασης διαιτητικού δικαστηρίου, δημοσίου εγγράφου ή δικαστικού συμβιβασμού που έχουν εκδοθεί στην αλλοδαπή.

Η κατάργηση του exequatur μεταξύ των κρατών μελών για όλες τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις αποτελεί τον απώτατο στόχο του προγράμματος αμοιβαίας αναγνώρισης που εξέδωσε η Επιτροπή και το Συμβούλιο το Δεκέμβριο 2000.

Forum

To « forum » είναι έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και σημαίνει το δικαστήριο στο οποίο φέρεται η διαφορά.

Από αυτή την έννοια του « forum » απορρέουν οι έννοιες « lex fori » και « αναζήτηση forum » (forum shopping).

Εκτελεστότητα

Η « εκτελεστότητα » είναι χαρακτηριστική έννοια του αστικού δικονομικού δικαίου. Οι δικαστικές αποφάσεις είναι εκτελεστές, υπό την έννοια ότι μπορούν πράγματι να εκτελεστούν προσφεύγοντας, εφόσον απαιτείται, στη δημόσια δύναμη.

Εκτελεστές είναι κατά κύριο λόγο οι δικαστικές αποφάσεις και τα δημόσια έγγραφα στα οποία έχει περιαφεί ο εκτελεστήριο τύπος.

Η εκτελεστότητα ισχύει μόνον στο κράτος μέλος του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση. Για να εκτελεστεί στην αλλοδαπή, η απόφαση πρέπει προηγουμένως να « κηρυχθεί εκτελεστή » εκεί.

Αναζήτηση forum (Forum-shopping)

To « forum-shopping » είναι χαρακτηριστική έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Το πρόσωπο που έχει την πρωτοβουλία της έγερσης αγωγής μπορεί να μπει στον πειρασμό να επιλέξει δικαστήριο σε συνάρτηση με το εφαρμοστέο δίκαιο.

Το πρόσωπο που εγείρει την αγωγή μπορεί να μπει στον πειρασμό να επιλέξει ένα forum όχι διότι το forum αυτό είναι καλύτερα σε θέση να κρίνει τη διαφορά, αλλά διότι οι κανόνες σύγκρουσης νόμων που θα εφαρμόσει το δικαστήριο θα οδηγήσουν στην εφαρμογή του δικαίου που συμφέρει περισσότερο το συγκεκριμένο διάδικο.

Νομολογία

Ως « νομολογία » ορίζεται ένας νομικός κανόνας ο οποίος εξάγεται από ένα σύνολο συγκλινουσών δικαστικών αποφάσεων.

Η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι πολύ πλούσια όσον αφορά ιδίως την ερμηνεία της συνθήκης, των κοινοτικών οδηγιών και κανονισμών. Η νομολογία του Δικαστηρίου αποτελεί πηγή του κοινοτικού δικαίου.

Lex causae

Η « lex causae » είναι χαρακτηριστική έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και αντιστοιχεί στο δίκαιο που διέπει την ουσία της υπόθεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες σύγκρουσης νόμων.

Βλέπε « εφαρμοστέο δίκαιο ».

Lex fori

Η « lex fori » είναι χαρακτηριστική έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και σημαίνει το δίκαιο του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης.

Όταν φέρεται ενώπιον δικαστηρίου υπόθεση που παρουσιάζει διεθνή χαρακτήρα, το δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ποιο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο στην υπόθεση αυτή. Σε μερικές περιπτώσεις, εφαρμοστέα είναι η lex fori. Παραδοσιακά, η lex fori διέπει τα δικονομικά ζητήματα, ανεξαρτήτως του ποια είναι η lex causae.

Lex loci delicti

Η « lex loci delicti » είναι χαρακτηριστική έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και αντιστοιχεί στο δίκαιο της χώρας όπου λαμβάνει χώρα το ζημιογόνο γεγονός, σε περίπτωση εξωσυμβατικών ενοχών.

Πράσινο βιβλίο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Ένα « Πράσινο βιβλίο » είναι ένα συμβουλευτικό έγγραφο, αφιερωμένο σε ένα αυστηρά καθορισμένο θέμα, που δημοσιεύει η Επιτροπή με στόχο να συγκεντρώσει τη γνώμη των ενδιαφερομένων για ορισμένα ζητήματα.

Στόχος του Πράσινου βιβλίου είναι να επιτρέψει στην Επιτροπή να προσδιορίσει καλύτερα τις μελλοντικές κατευθύνσεις τις πολιτικής της σχετικά με το θέμα που πραγματεύεται.

Εφαρμοστέο δίκαιο

Η έκφραση « εφαρμοστέο δίκαιο » είναι χαρακτηριστική έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Σημαίνει το εθνικό δίκαιο που διέπει ένα συγκεκριμένο νομικό ζήτημα το οποίο παρουσιάζει διεθνή χαρακτήρα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν επιλαμβάνεται μιας διαφοράς, ο δικαστής δεν εφαρμόζει αναγκαστικά το εθνικό του δίκαιο για την επίλυσή της.

Όταν μια έννομη σχέση μεταξύ προσώπων ιδιωτικού δικαίου παρουσιάζει διεθνή χαρακτήρα (για παράδειγμα, διότι τα πρόσωπα αυτά έχουν διαφορετική εθνικότητα ή δεν κατοικούν στην ίδια χώρα), μπορεί να εφαρμοστεί το δίκαιο διαφόρων χωρών. Το πράγματι εφαρμοστέο δίκαιο προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας το μηχανισμό των κανόνων επίλυσης της σύγκρουσης νόμων.

Η σύμβαση σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη το 1980 υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ενοποιεί τους κανόνες των κρατών μελών που διέπουν τη σύγκρουση νόμων στον τομέα αυτό.

Υπόδειγμα νόμου ή τυποποιημένος νόμος

Τα « υποδείγματα νόμων » ή οι « τυποποιημένοι νόμοι » είναι πράξεις που εκπονούνται από πολλά κράτη ή/και διεθνείς οργανισμούς. Στόχος τους είναι να βοηθήσουν όσα κράτη το επιθυμούν να μεταρρυθμίσουν και να εκσυγχρονίσουν την εθνική νομοθεσία τους.

Υποδείγματα νόμου ή τυποποιημένους νόμους εκπονούν διεθνείς οργανισμοί, όπως η Επιτροπή των ΗΕ για το διεθνές εμπορικό δίκαιο (UNCITRAL) και το Διεθνές Ινστιτούτο για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT) (βλέπε εισαγωγική σελίδα "Διεθνές δίκαιο").

Συμβατικές ενοχές

Όταν δύο πρόσωπα συνάπτουν σύμβαση, αναλαμβάνουν κατά γενικό κανόνα υποχρεώσεις το ένα έναντι του άλλου : το ένα από τα μέρη υποχρεούται να παραδώσει ένα πράγμα ή να παράσχει μια υπηρεσία, ενώ το άλλο υποχρεούται να καταβάλει το αντίστοιχο αντίτιμο.

Κάθε συμβαλλόμενος υπέχει επίσης έναντι του αντισυμβαλλομένου του υποχρέωση αποζημίωσης σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης.

Αδικοπρακτικές ενοχές

Βλέπε « εξωσυμβατικές ενοχές »

Εξωσυμβατικές ή αδικοπρακτικές ενοχές

Εξωσυμβατική ενοχή γεννάται ότι το πρόσωπο που ευθύνεται για ζημία η οποία προκλήθηκε σε άλλον υποχρεούται να αποζημιώσει το θύμα, σε περιπτώσεις που δεν συνδέονται με την εκτέλεση σύμβασης, όπως για παράδειγμα, τροχαία ατυχήματα, ζημία που προκαλείται στο περιβάλλον, ή ακόμα δυσφήμιση δια του Τύπου.

Σύσταση της Επιτροπής

Στο κοινοτικό δίκαιο, « σύσταση » καλείται μια κανονιστική πράξη με χαρακτήρα κινήτρου που δεν δεσμεύει τους αποδέκτες της.

Η σύσταση επιτρέπει συνεπώς στην Επιτροπή (ή στο Συμβούλιο) να απευθύνεται κατά μη εξαναγκαστικό τρόπο στα κράτη μέλη καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στους πολίτες της Ένωσης.

Αναγνώριση

Η « αναγνώριση » είναι έννοια του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Η αναγνώριση σε ένα κράτος μέλος απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο επιτρέπει στην απόφαση να παραγάγει εκεί ορισμένα αποτελέσματα.

Οι δικαστικές αποφάσεις παράγουν τα αποτελέσματά τοους κατ' αρχήν μόνον στο κράτος όπου έχουν εκδοθεί. Η αναγνώρισή τους σε μια άλλη χώρα είναι δυνατή μόνον αν το επιτρέπει το δίκαιο του εν λόγω κράτους ή αν προβλέπεται από σύμβαση ή από κοινοτική πράξη.

Έτσι, για παράδειγμα, δυνάμει του κανονισμού Bρυξέλλες II, που διευκρινίζει ακριβώς τους όρους υπό τους οποίους αναγνωρίζονται οι δικαστικές αποφάσεις επί γαμικών διαφορών, μια απόφαση διαζυγίου που εκδίδεται σε ένα κράτος μέλος μπορεί να επιφέρει την τροποποίηση των ληξιαρχικών εγγραφών σε άλλο κράτος μέλος.

Κανονισμός

Στο κοινοτικό δίκαιο, « κανονισμός » σημαίνει μια πράξη γενικής ισχύος, δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της που ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Οι κανονισμοί μπορούν να εκδοθούν στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, είτε από το Συμβούλιο, είτε από την Επιτροπή.

Ο κανονισμός είναι το προτιμώμενο μέσο στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις.

Χαρακτηριστικό του κανονισμού είναι η άμεση εφαρμογή του, δηλαδή δεν χρειάζεται να μετατεθεί ή να μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία και γεννά αμέσως δικαιώματα ή επιβάλλει υποχρεώσεις.

Ρώμη I

Η έκφραση « Ρώμη I » χρησιμοποιείται συχνά για να δηλωθεί η Σύμβαση του 1980 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που υπογράφηκε υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.

Ρώμη II

Η έκφραση « Ρώμη II » χρησιμοποιείται συχνά για να δηλωθεί το σχέδιο κοινοτικής πράξης που αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές.