Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων > Ιταλία

Τελευταία ενημέρωση: 28-05-2007
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων - Ιταλία

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Η έκδοση στην αρχική γλώσσα επικαιροποιήθηκε και μεταφέρθηκε στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Ποια η έννοια της εκτέλεσης επί των αστικών και εμπορικών υποθέσεων; 1.
1.1. Απαρίθμηση των διαφόρων μέσων εκτέλεσης προκειμένου να υποχρεωθεί το πρόσωπο κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, σε πράξη, παράλειψη ή καταβολή ενός ποσού. 1.1.
2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος; 2.
2.1. Η διαδικασία 2.1.
2.1.1. Ποιες αποφάσεις είναι εκτελεστές; Δικαστικοί και μη δικαστικοί τίτλοι. 2.1.1.
2.1.2. Πρέπει να ζητηθεί από δικαστήριο άδεια για την εκτέλεση; 2.1.2.
2.1.3. Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να διατάξει την εκτέλεση; 2.1.3.
2.1.4. Κανόνες που διέπουν τον ρόλο, την ευθύνη και τις εξουσίες των οργάνων της εκτέλεσης. 2.1.4.
2.1.5. Είναι υποχρεωτική η προσφυγή σε δικηγόρο ή άλλους ασκούντες νομικά επαγγέλματα; 2.1.5.
2.1.6. Ύψος των δαπανών για κάθε είδος διαδικασίας εκτέλεσης. 2.1.6.
2.2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να προβεί στην εκτέλεση το δικαστήριο; Για ποιες αξιώσεις και για ποιους οφειλέτες; 2.2.
3. Μέτρα εκτέλεσης 3.
3.1. Ποιο είναι το αντικείμενο των μέτρων εκτέλεσης; 3.1.
3.2. Ποια είναι τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης; 3.2.
3.2.1. Ποια είναι τα αποτελέσματα της εκτέλεσης έναντι του οφειλέτη που δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του; Μπορεί να εξακολουθήσει να έχει τη διάθεση της περιουσίας του; Μπορούν να του επιβληθούν κυρώσεις; 3.2.1.
3.2.2. Ποια είναι τα αποτελέσματα έναντι των τρίτων; Ποιες υποχρεώσεις έχει η τράπεζα σχετικά με την παροχή πληροφοριών που της ζητούνται και τη δέσμευση που επιβάλλεται στις καταθέσεις; Ποιες είναι οι κυρώσεις για την παράβαση των επιβαλλόμενων δεσμεύσεων; 3.2.2.
3.3. Ποια είναι η ισχύς των μέτρων που λαμβάνονται έναντι του καθ’ ού η εκτέλεση; Υπάρχουν περιορισμοί ως προς τη διάρκεια, που επιβάλλει ο νόμος ή το δικαστήριο; 3.3.
4. Είναι δυνατόν να προσβληθεί η εκτέλεση; 4.
4.1. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την απόφαση; 4.1.
4.2. Ποιο είναι το αρμόδιο δικαστήριο; 4.2.
4.3. Ποια είναι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων; 4.3.
4.4. Ποια είναι τα αποτελέσματα των ενδίκων μέσων; 4.4.

 

1. Ποια η έννοια της εκτέλεσης επί των αστικών και εμπορικών υποθέσεων;

Εκτέλεση είναι η ενέργεια που αποσκοπεί στη συγκεκριμένη πραγμάτωση του δικαιώματος ενός προσώπου (ιδιώτη, εμπορικής εταιρείας) να επιδιώξει την ικανοποίηση των αξιώσεών του από ένα άλλο πρόσωπο με βάση δικαστική απόφαση (ή ακόμη με βάση ορισμένες πράξεις που εξομοιώνονται από τον νόμο με τις δικαστικές αποφάσεις).

Η εκτέλεση αποτελεί επομένως μια διαδικασία που ρυθμίζεται από τον νόμο με διάφορους κανόνες ανάλογα με το περιεχόμενο του δικαιώματος, δηλαδή την αξίωση του προσώπου που προσφεύγει στη διαδικασία εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (για τα διάφορα μέσα εκτέλεσης, βλ. απάντηση στην ερώτηση 1.1). Από τη φύση της, η διαδικασία εκτέλεσης διεξάγεται με την παρέμβαση των δημόσιων αρχών και υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου, που καλείται από τους ενδιαφερόμενους να επιβεβαιώσει την τήρηση των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπει η νομοθεσία.

1.1. Απαρίθμηση των διαφόρων μέσων εκτέλεσης προκειμένου να υποχρεωθεί το πρόσωπο κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση, σε πράξη, παράλειψη ή καταβολή ενός ποσού.

Η εκτέλεση πραγματοποιείται με διάφορα μέσα, ανάλογα με το περιεχόμενο των πράξεων (δικαστικών αποφάσεων ή άλλων πράξεων που έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τις αποφάσεις όσον αφορά την εκτέλεση) που πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή για την ικανοποίηση των αξιώσεων εκείνου που προβαίνει στην εκτέλεση. Οι διαδικασίες εκτέλεσης έχουν, ως εκ τούτου, τις ακόλουθες μορφές:

(α) Η πλέον συνήθης διαδικασία είναι εκείνη που έχει ως τελικό στόχο την καταβολή ενός χρηματικού ποσού ή την απόδοση ενός ενσώματου αντικειμένου στο πρόσωπο που προβαίνει στην εκτέλεση ("επισπεύδων"). Η διαδικασία αυτή διεξάγεται όταν ο δανειστής πρέπει να εισπράξει, βάσει δικαστικής απόφασης ή ισοδύναμης πράξης, ένα χρηματικό ποσό, και περιλαμβάνει δύο φάσεις: πρώτον, την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων ή άλλων, με κάποιους περιορισμούς: βλ. απάντηση στην ερώτηση 3.1) που ανήκουν στο πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ("καθ’ού")· ακολουθεί η απόδοση στον δανειστή, των χρημάτων (σε περίπτωση κατάσχεσης χρηματικών ποσών) ή του περιουσιακού στοιχείου ή ακόμη του χρηματικού ποσού που εισπράχθηκε από την πώληση που έγινε βάσει της εκτελεστικής διαδικασίας (για τη μετατροπή των περιουσιακών στοιχείων σε χρήματα), ανάλογα με την περίπτωση. Αυτό το πρώτο είδος της διαδικασίας, που ονομάζεται «αναγκαστική κατάσχεση» (espropriazione forzata), διέπεται από διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με το αν πρόκειται για ακίνητα (“espropriazione forzata immobiliare”) ή για κινητά περιουσιακά στοιχεία (“espropriazione forzata mobiliare”).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

(β) στην εκτελεστική διαδικασία που αναφέρεται στο σημείο α) περιλαμβάνεται μια διαδικασία με την οποία ο δανειστής μπορεί να επιτύχει: είτε την απόδοση ενός υλικού αντικειμένου που ανήκει στον οφειλέτη, αλλά κατά τον χρόνο της εκτέλεσης βρίσκεται στην κατοχή άλλου προσώπου (τρίτου που δεν εμπλέκεται στη διαφορά)· είτε την απόκτηση όχι ενός υλικού αντικειμένου, αλλά μιας απαίτησης που έχει ο οφειλέτης έναντι τρίτου προσώπου. Μέσω αυτής της διαδικασίας, επομένως, ο επισπεύδων δανειστής ικανοποιεί την απαίτησή του. Στην πρώτη περίπτωση, με την κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου (που ανήκει στον οφειλέτη, αλλά βρίσκεται στη φυσική κατοχή τρίτου)· στη δεύτερη περίπτωση, με διαδικαστικά μέσα που, με τη συμμετοχή τρίτου, καταλήγουν στην υποκατάσταση του δανειστή στα δικαιώματα του οφειλέτη σε σχέση με τον τρίτο: ο τελευταίος αυτός θα υποχρεωθεί να τηρήσει τη συμβατική του υποχρέωση όχι πλέον έναντι του οφειλέτη, αλλά έναντι του επισπεύδοντος δανειστή. Αυτό το μέσο εκτέλεσης βασίζεται στο γεγονός ότι και οι απαιτήσεις αποτελούν πηγή πλουτισμού και πλεονεκτημάτων, δηλαδή υπάγονται στη (νομική) έννοια της περιουσίας ενός προσώπου: Η απαίτηση έναντι τρίτου αποσπάται από την περιουσία του οφειλέτη και μεταβιβάζεται στην περιουσία του επισπεύδοντος δανειστή. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «κατάσχεση στα χέρια τρίτου» (“espropriazione presso terzi”).

(γ) Ένα δεύτερο μέσο εκτέλεσης είναι εκείνο που αποσκοπεί στην παράδοση και απόδοση στον δανειστή πραγμάτων τα οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να του επιστρέψει (για παράδειγμα, μισθωμένο ακίνητο μετά τη λύση του μισθωτηρίου) ή να του παραδώσει (για παράδειγμα, ένα αντικείμενο που έχει ήδη πωληθεί από τον οφειλέτη στον δανειστή, αλλά δεν έχει γίνει ακόμη η φυσική του παράδοση). Η διαδικασία αυτή, που μπορεί να αφορά κινητά ή ακίνητα, διαφέρει από την αναφερόμενη στο σημείο α), δεδομένου ότι δεν πρόκειται για μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη στον δανειστή (κατάσχεση), αλλά απλώς για απόδοση στον δανειστή, περιουσιακών στοιχείων τα οποία ήδη κατά τον νόμο του ανήκουν. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «εκτέλεση με παράδοση ή απόδοση (“esecuzione per consegna o rilascio”).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

(δ) Μια τρίτη μορφή εκτέλεσης είναι εκείνη κατά την οποία ο επισπεύδων δεν επιδιώκει την απόκτηση ενός αντικειμένου, αλλά μια συμπεριφορά εκ μέρους του οφειλέτη, ο οποίος – βάσει υποχρέωσης που προκύπτει είτε από σύμβαση είτε απευθείας από τον νόμο – οφείλει να προβεί σε ορισμένη ενέργεια ( π.χ. να εκτελέσει οικοδομικές εργασίες σε ακίνητο που του ανήκει) ή να μην προβεί σε ορισμένη ενέργεια (π.χ. να μην πραγματοποιήσει οικοδομικά έργα που προβάλουν τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη γειτονικού ακινήτου). Στις περιπτώσεις αυτές, η εκτελεστική διαδικασία επιτρέπει στον επισπεύδοντα: να επιτύχει είτε τη διενέργεια πράξεων από άλλους με δαπάνες του οφειλέτη που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του (υποχρέωση πράξης), είτε την ανατροπή παράνομης ενέργειας του οφειλέτη (υποχρέωση παράλειψης). Η διαδικασία αυτή ονομάζεται "αναγκαστική εκτέλεση υποχρεώσεων πράξης ή παράλειψης" (“esecuzione forzata di obblighi di fare e di non fare”).

2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος; 

2.1. Η διαδικασία
2.1.1. Ποιες αποφάσεις είναι εκτελεστές; Δικαστικοί και μη δικαστικοί τίτλοι.

Σύμφωνα με μια αρχή από την οποία δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της εκτέλεσης, μία τυπική και μία ουσιαστική: η τυπική είναι η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, δηλαδή πράξης ή δικαστικής απόφασης βάσει της οποίας, σύμφωνα με τον νόμο, μπορεί να γίνει εκτέλεση· η ουσιαστική έχει σχέση με το περιεχόμενο του εν λόγω τίτλου, που πρέπει να αφορά, σύμφωνα με τον ορισμό του νόμου, δικαίωμα «βέβαιο, εκκαθαρισμένο και απαιτητό». Η προϋπόθεση της "βεβαιότητας" φαίνεται προφανής, δεδομένου ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία εκτέλεση, όταν είναι αβέβαιη η ύπαρξη του δικαιώματος ή το περιεχόμενό του· η προϋπόθεση όσον αφορά το "εκκαθαρισμένο" και το "απαιτητό" σημαίνει ότι η έκταση της εκτέλεσης πρέπει να καθορίζεται εξαρχής, δεδομένου ότι δεν μπορεί να εκτελεσθεί μια εντολή (που περιέχεται στη δικαστική απόφαση), αν δεν μπορεί να έχει άμεση πρακτική εφαρμογή (ύψος του χρηματικού ποσού που οφείλει στον δανειστή ο οφειλέτης· προσδιορισμός του πράγματος που πρέπει να αποδοθεί· συμπεριφορά που απαιτείται κ.λπ., βλ. παραπάνω 1.1), ή αν για κάποιο νομικό λόγο το δικαίωμα, παρόλο που έχει προσδιορισθεί, δεν είναι «απαιτητό», επειδή πρέπει να πληρούται κάποιος περαιτέρω όρος. Αν δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, και παρόλα αυτά η εκτέλεση αρχίσει, υπόκειται σε σχετικό έλεγχο του δικαστηρίου (βλ. σημείο 4).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ο τίτλος, δηλ. η πράξη που έχει τον τύπο που προβλέπει ο νόμος και επιτρέπει σε κάποιον να προβεί σε εκτέλεση, μπορεί να προκύπτει από δικαστική ή μη δικαστική ενέργεια.

 Δικαστικοί τίτλοι είναι όλες οι αποφάσεις και οι διατάξεις που εκδίδει το δικαστήριο, στο πλαίσιο δίκης που διεξάγεται σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες, και που μπορούν να εκτελεσθούν σύμφωνα με τον νόμο:

  1. Οι καταψηφιστικές αποφάσεις (καταβολή, απόδοση πράγματος, τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς), που έχουν καταστεί τελεσίδικες, δηλαδή δεν μπορούν να συζητηθούν από δικαστήριο ανώτερου βαθμού, ή που είναι προσωρινά εκτελεστές [κατά κανόνα όλες οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό είναι εκτελεστές μεταξύ των διαδίκων, εκτός αν το δικαστήριο που εκδικάζει σε δεύτερο βαθμό αναστείλει την εκτέλεσή τους]·
  2. οι διαταγές με τις οποίες διατάσσεται η πληρωμή χρηματικού ποσού που οφείλεται σύμφωνα με απόδοση λογαριασμού·
  3. όλες οι διαταγές που εκδίδονται στο πλαίσιο δίκης, για καταβολή ποσών που δεν αμφισβητήθηκαν μεταξύ των διαδίκων της ίδιας δίκης·
  4. οι προσωρινά εκτελεστές διαταγές με τις οποίες, βάσει συγκεκριμένων γραπτών αποδείξεων, ο αρμόδιος δικαστής διατάσσει την καταβολή χρηματικών ποσών ή την παράδοση πραγμάτων·
  5. τα πρακτικά συμβιβασμού σε εργατικές διαφορές·
  6. οι διαταγές για πληρωμή χρηματικών ποσών ή απόδοση κινητών, που εκδίδονται από δικαστήριο κατόπιν υποβολής ειδικών εγγράφων (που αποδεικνύουν την ύπαρξη βέβαιας οφειλής σύμφωνα με τον νόμο), εφόσον έχουν καταστεί εκτελεστές ή έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές·
  7. οι διαταγές έξωσης λόγω λήξης της μίσθωσης ή καθυστέρησης της καταβολής του μισθώματος ακινήτου, εφόσον έχουν επικυρωθεί από δικαστήριο·
  8. οι διαιτητικές αποφάσεις (δηλαδή αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από "διαιτητές", φορείς που δεν αποτελούν μέλη του δικαστικού σώματος αλλά απαρτίζονται από πρόσωπα που καλούνται να διευθετήσουν μια διαφορά με επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των μερών), εφόσον έχουν καταστεί εκτελεστές·
  9. καταδίκες του εργοδότη για καταβολή των χρηματικών ποσών που οφείλει σε εργαζόμενο που έχει απολυθεί παράνομα.

Εξωδικαστικοί τίτλοι είναι τα έγγραφα που συντάσσονται εκτός δίκης και ενσωματώνουν δικαίωμα εκείνου που τα επικαλείται, και που σύμφωνα με τον νόμο έχουν ιδιαίτερη ισχύ όσον αφορά τη σύνταξή τους και τους κανόνες που διέπουν τη χρησιμοποίησή τους στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεων, ιδίως σε συνάρτηση με την ταχύτητα των συναλλαγών. Αυτό τις καθιστά, όσον αφορά την εκτέλεση, ισοδύναμες με τις αποφάσεις και άλλες εκτελεστές διαταγές δικαστηρίου. Πρόκειται κυρίως για αξιόγραφα, καθώς και για πιστωτικούς τίτλους στους οποίους ο νόμος παρέχει ρητά εκτελεστική ισχύ (γραμμάτια σε διαταγή, συναλλαγματικές, τραπεζικές επιταγές και τίτλοι που εκδίδονται από ορισμένες τράπεζες)· τα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας που έχουν κηρυχθεί εκτελεστά από τις φορολογικές αρχές· τα έγγραφα συναλλαγών που έχουν συμβολαιογραφικό τύπο και στα οποία διατυπώνεται η βούληση ή υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού (αλλά όχι υποχρέωση για πράξη ή παράλειψη)· και, σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση του 2006, τα ιδιωτικά έγγραφα που έχουν επικυρωθεί, μόνο όσον αφορά τις υποχρεώσεις καταβολής χρηματικών ποσών που περιέχονται σ’ αυτά.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

2.1.2. Πρέπει να ζητηθεί από δικαστήριο άδεια για την εκτέλεση;

Για την έναρξη διαδικασίας εκτέλεσης δεν είναι απαραίτητη άδεια από δικαστήριο, δεδομένου ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος έχει ήδη προσδιορισθεί στη σχετική εκτελεστέα απόφαση ή πράξη (βλ. παραπάνω 2.1.1αρκεί ο επιμελητής του αρμόδιου δικαστηρίου για την εκτέλεση, αφού ελέγξει τη νομιμότητα του τίτλου (από τυπική άποψη), να θέσει τον «εκτελεστήριο τύπο», δηλαδή μια εντολή με διατύπωση που προκαθορίζεται από τον νόμο που διατάσσει τα δημόσια όργανα, καθένα ανάλογα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές του (δικαστικοί και αστυνομικοί υπάλληλοι, που υποχρεούνται να παράσχουν τη συνδρομή τους εάν υπάρχει ανάγκη). Για τον σκοπό αυτό η σχετική διατύπωση πρέπει να αντιστοιχεί μ’ αυτή που προβλέπει ο νόμος, και να φέρει τη σφραγίδα της Γραμματείας. Ανάλογοι κανόνες ισχύουν και για τα άλλα συμβολαιογραφικά έγγραφα (παραπάνω 2.1.1).

2.1.3. Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να διατάξει την εκτέλεση;

Καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Πρωτοδικείο (Tribunale), που αποτελεί πρωτοβάθμιο δικαστήριο με γενική δικαιοδοσία· ο νομοθέτης έχει αποκλείσει τις υποθέσεις αυτές από την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, στο οποίο υπάγονται υποθέσεις με σύνηθες κοινωνικό αντικείμενο, αλλά ήσσονος οικονομικής αξίας. Μετά το καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας, πρέπει να προσδιορισθεί η κατά τόπον αρμοδιότητα: για την εκτέλεση που πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων (βλ. παραπάνω 1.1, σημεία α) και β)), αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται το αντικείμενο της εκτέλεσης· για την εκτέλεση που αφορά απαιτήσεις έναντι τρίτων (παραπάνω 1.1, σημείο β)) αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου διαμονής του τρίτου· για την εκτέλεση που αφορά υποχρέωση πράξης ή παράλειψης (παραπάνω 1.1, σημείο δ)), αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου όπου πρέπει να εκπληρωθεί η σχετική υποχρέωση. Η καθ’ ύλην αρμοδιότητα που καθορίζεται από τον νόμο δεν μπορεί να τροποποιηθεί με συμφωνία μεταξύ των μερών, επειδή αφορά την κατανομή των υποθέσεων στο πλαίσιο της οργάνωσης της δικαιοσύνης, και επομένως αποτελεί επιλογή δημοσίου συμφέροντος. Αντίθετα, οι κανόνες σχετικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα δεν έχουν την ίδια ισχύ, επειδή θεσπίζονται προς το συμφέρον των διαδίκων, οι οποίοι, με ορισμένες εξαιρέσεις, μπορούν να προβούν σε διαφορετική ρύθμιση με συμφωνία μεταξύ τους.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

2.1.4. Κανόνες που διέπουν τον ρόλο, την ευθύνη και τις εξουσίες των οργάνων της εκτέλεσης.

Η εκτέλεση ανατίθεται στον δικαστικό επιμελητή, που αποτελεί δημόσιο όργανο και είναι υπάλληλος των δικαστικών αρχών. Ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στις αναγκαίες για την εκτέλεση υλικές ενέργειες, και σε ορισμένες περιπτώσεις ζητά τη συνεργασία και άλλων προσώπων, όπως για παράδειγμα εμπειρογνωμόνων για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων ή θεματοφύλακα ή διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων, αν τα τελευταία απαιτούν φύλαξη ή διαχείριση. Κατά τη διαδικασία της εκτέλεσης που αφορά ακίνητα, σύμφωνα με πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, προβλέπεται ότι οι διατυπώσεις πώλησής τους μπορούν να ανατεθούν σε συμβολαιογράφο, με εξουσιοδότηση του δικαστηρίου. Πάντως, για κάθε υλική πράξη που ανατίθεται στα δημόσια όργανα της εκτέλεσης, υπάρχει πάντοτε δυνατότητα ελέγχου και παροχής οδηγιών από το δικαστήριο: Για τον λόγο αυτό, σε κάθε περίπτωση που ανακύπτουν δυσχέρειες ή διαφωνίες, το δικαστήριο που διευθύνει την εκτέλεση ενημερώνεται από τον δικαστικό επιμελητή ή τον συμβολαιογράφο ή από τα μέρη, και καλεί τους ενδιαφερόμενους για να τους δώσει τις κατάλληλες οδηγίες.

2.1.5. Είναι υποχρεωτική η προσφυγή σε δικηγόρο ή άλλους ασκούντες νομικά επαγγέλματα;

Η διαδικασία εκτέλεσης έχει διάρθρωση ανάλογη με δίκη, επειδή διευθύνεται από δικαστήριο, περιλαμβάνει ενέργειες που επιτρέπονται ή διατάσσονται από το δικαστήριο, με εκατέρωθεν ακρόαση των μερών, ενώ παράλληλα μπορούν να προκύψουν πραγματικές δίκες σχετικά με την εκτέλεση (βλ. παράγραφο 4). Λόγω αυτής της φύσης της, ακόμη και στη διαδικασία εκτέλεσης απαιτείται η συνδρομή δικαστικού πληρεξουσίου σε κάθε περίπτωση.

2.1.6. Ύψος των δαπανών για κάθε είδος διαδικασίας εκτέλεσης.

Δεν προβλέπονται πάγια έξοδα για τις διάφορες μορφές εκτέλεσης. Τα έξοδα της διαδικασίας μπορούν να κυμαίνονται ανάλογα με τις ενέργειες, λιγότερο ή περισσότερο περίπλοκες, που απαιτούνται (αν απαιτείται αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων ή διορισμός διαχειριστή ή θεματοφύλακα με δικαίωμα αποζημίωσης ή δημοσιεύσεις μέσω εφημερίδων ή Διαδικτύου για τις διατυπώσεις δημοσιότητας του πλειστηριασμού, κ.ο.κ.). Κατά γενικό κανόνα, ο επισπεύδων δανειστής προκαταβάλλει τα έξοδα, τα οποία στο τέλος της διαδικασίας επιβάλλονται στον καθ’ ού η εκτέλεση. Όσον αφορά τις αμοιβές των δικαστικών πληρεξουσίων, το ύψος τους (που τηρείται υποχρεωτικά, σύμφωνα με τον νόμο) διέπεται από λεπτομερείς κανόνες που καθορίζουν τα ελάχιστα και ανώτατα ποσά, ανάλογα με το είδος και την αξία του αντικειμένου της διαδικασίας.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

2.2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να προβεί στην εκτέλεση το δικαστήριο; Για ποιες αξιώσεις και για ποιους οφειλέτες;

Αναφέρθηκαν ήδη οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εκτέλεση, και έγινε η απαρίθμηση των εκτελεστών τίτλων (παραπάνω, απάντηση στην ερώτηση 2.1.1). Σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, απαιτείται επιπλέον μία ακόμη προϋπόθεση, που όμως δεν αφορά αυτή καθαυτή τη διαδικασία εκτέλεσης, αλλά προηγείται αυτής: Ο δανειστής, πριν προβεί στην εκτέλεση, πρέπει να αποστείλει στον οφειλέτη ένα έγγραφο που ονομάζεται “precetto” (κλήση), με το οποίο τον καλεί να εκπληρώσει οικειοθελώς την υποχρέωση που υπέχει με βάση τον τίτλο (απόφαση κ.λπ.), του τάσσει προθεσμία και τον προειδοποιεί ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα προβεί στην αναγκαστική εκτέλεση. Σκοπός της διατύπωσης αυτής είναι να δοθεί στον οφειλέτη προθεσμία για την οικειοθελή εκπλήρωση της οφειλής του, ώστε να αποφευχθεί η εκτέλεση, και ταυτόχρονα ορίζεται προθεσμία (90 ημερών) για τον δανειστή, εντός της οποίας πρέπει να αρχίσει η εκτέλεση.

3. Μέτρα εκτέλεσης

3.1. Ποιο είναι το αντικείμενο των μέτρων εκτέλεσης;

Καταρχήν κάθε περιουσιακό στοιχείο, κινητό και ακίνητο, και όλες οι απαιτήσεις του οφειλέτη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της εκτέλεσης, επειδή αποτελούν την εγγύηση του δανειστή. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές εξαιρέσεις, που προβλέπονται ρητά από διατάξεις της νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση ή τη λειτουργία των περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με πάγια αρχή, δεν υπόκεινται σε εκτέλεση ορισμένες ειδικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που έχουν αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα: αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας· πράγματα απαραίτητα για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη (ρούχα, ηλεκτρικές συσκευές, οικιακά έπιπλα, κ.λπ.), εκτός αν έχουν σημαντική αξία· προσωπικά έγγραφα (επιστολές, χειρόγραφα, κ.λπ.), εκτός αν αποτελούν μέρος συλλογής. Υπάρχουν επίσης περιορισμοί κοινωνικού χαρακτήρα: οι απαιτήσεις που έχουν οι εργαζόμενοι έναντι των εργοδοτών τους, δημοσίων ή ιδιωτικών φορέων, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης εντός συγκεκριμένων ορίων, που ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση (γενικά, μέχρι το ένα πέμπτο - υπάρχουν ειδικοί κανόνες ανάλογα με την κατηγορία των εργαζομένων), ώστε ο εργαζόμενος οφειλέτης να είναι σε θέση να καλύψει τις βασικές ζωτικές του ανάγκες· εργαλεία, αντικείμενα και βιβλία που είναι απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματος του οφειλέτη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης εντός αυστηρών ορίων. Ορισμένες απαιτήσεις αποκλείονται ολοσχερώς από την εκτέλεση: παροχές κοινωνικής πρόνοιας σε πρόσωπα που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες και σε ανάπηρους· απαιτήσεις διατροφής, δηλαδή χρηματικά ποσά που οφείλονται από ορισμένα πρόσωπα σε άλλα στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων (από τους γονείς προς τα παιδιά, από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, κ.λπ.), εφόσον ο δικαιούχος βρίσκεται σε κατάσταση ένδειας και είναι άπορος. Υπάρχουν επίσης περαιτέρω περιορισμοί που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις και αφορούν την κάλυψη αναγκών που κρίνεται ότι υπερισχύουν έναντι του συμφέροντος του δανειστή. Μεταξύ των σημαντικότερων, είναι εκείνες που αφορούν την εκτέλεση αξιώσεων κατά του δημοσίου: Πράγματι, ειδικοί κανόνες ορίζουν ότι: 1) σε ορισμένες περιπτώσεις, η εκτέλεση δεν μπορεί να αρχίσει παρά μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, για να δοθεί στο δημόσιο η δυνατότητα να κινήσει τις λογιστικές διαδικασίες που προβλέπει ο προϋπολογισμός των δημόσιων οργανισμών· 2) σε άλλες περιπτώσεις, ορισμένοι δημόσιοι πόροι που προορίζονται για την κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών (για παράδειγμα, πόροι που προορίζονται για μέτρα καταπολέμησης των ναρκωτικών), δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης. Τέλος, ειδικοί κανόνες περιορίζουν το δικαίωμα εκτέλεσης όσον αφορά ορισμένους ειδικούς τίτλους, όπως μετοχές ή μερίδια συνεταιρισμών, ώστε να αποτραπεί η είσοδος τρίτων προσώπων ξένων προς αυτούς, μέσω των εκτελεστικών διαδικασιών.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

3.2. Ποια είναι τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;
3.2.1. Ποια είναι τα αποτελέσματα της εκτέλεσης έναντι του οφειλέτη που δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του; Μπορεί να εξακολουθήσει να έχει τη διάθεση της περιουσίας του; Μπορούν να του επιβληθούν κυρώσεις;

Η εκτελεστική διαδικασία βασίζεται στη δέσμευση που επιβάλλεται στα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος έχει εφοδιαστεί με τον εκτελεστό τίτλο, αναζητεί το περιουσιακό στοιχείο ή το χρηματικό ποσό στην κατοικία του οφειλέτη ή επάνω του, ή σε τρίτους, έχει πρόσβαση στην οικία του και, αν συναντήσει εμπόδια, μπορεί να αντιμετωπίσει τη φυσική αντίσταση του οφειλέτη, εν ανάγκη και με τη συνδρομή των οργάνων της τάξεως. Επομένως, αφού εντοπίσει το περιουσιακό στοιχείο που υπόκειται σε εκτέλεση, προβαίνει σε κατάσχεση (“pignoramento”), που είναι η αρχική πράξη της εκτέλεσης. Η κατάσχεση συνίσταται σε διαταγή προς τον οφειλέτη να μην προβεί εφεξής σε καμία ενέργεια σχετικά με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να το αποσπάσει από τη διαδικασία. Για τα ακίνητα, η κατάσχεση σημειώνεται με εγγραφή στα δημόσια βιβλία ακινήτων, ώστε να καταστεί γνωστή στους τρίτους. Εν συνεχεία, ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον αρμόδιο υπάλληλο του δικαστηρίου τα χρήματα, τους πιστωτικούς τίτλους και τα αντικείμενα αξίας που βρέθηκαν· τα άλλα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως τα ακίνητα, ανατίθενται σε μεσεγγυούχο (ή σε ορισμένες περιπτώσεις στον ίδιο τον οφειλέτη, για παράδειγμα εάν κατοικεί στο ακίνητο). Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση παρέχει στον μεσεγγυούχο ή στον διαχειριστή των περιουσιακών στοιχείων τις κατάλληλες οδηγίες ενόψει του πλειστηριασμού ή της παράδοσης στον δανειστή· οι οδηγίες αυτές πρέπει να τηρούνται υπό την ευθύνη του μεσεγγυούχου ή του διαχειριστή, οι οποίοι υπέχουν αστική ευθύνη (για τις ζημίες) ή ακόμη και ποινική σε περίπτωση αφαίρεσης, καταστροφής ή φθοράς, από πρόθεση ή αμέλεια.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Η επιβολή της κατάσχεσης δεν είναι αμετάκλητη: το δικαστήριο της εκτέλεσης μπορεί να αντικαταστήσει, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, την κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων (ή των απαιτήσεών του έναντι τρίτων) με την κατάσχεση ενός χρηματικού ποσού που διατίθεται από τον οφειλέτη και το οποίο μπορεί να καταβληθεί τμηματικά. Επιπλέον, αν η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου είναι πολύ υψηλή σε σχέση με την εκτελούμενη αξίωση και τα έξοδα της διαδικασίας, το δικαστήριο διατάσσει το περιορισμό της κατάσχεσης, αποκλείοντας ορισμένα περιουσιακά στοιχεία ή μέρη αυτών.

3.2.2. Ποια είναι τα αποτελέσματα έναντι των τρίτων; Ποιες υποχρεώσεις έχει η τράπεζα σχετικά με την παροχή πληροφοριών που της ζητούνται και τη δέσμευση που επιβάλλεται στις καταθέσεις; Ποιες είναι οι κυρώσεις για την παράβαση των επιβαλλόμενων δεσμεύσεων;

Μετά την πραγματοποίηση της κατάσχεσης, το περιουσιακό στοιχείο δεσμεύεται για την πραγματοποίηση της εκτελεστικής διαδικασίας, με συνέπεια όλες οι τυχόν επόμενες πράξεις σχετικά με αυτό, ακόμη και αν είναι τυπικά έγκυρες, να μην παράγουν αποτελέσματα ως προς την εκτελεστική διαδικασία, που διεξάγεται και ολοκληρώνεται ανεξάρτητα από αυτές. Τις ίδιες ευθύνες που υπέχουν οι μεσεγγυούχοι και οι διαχειριστές (βλ. παραπάνω 3.2.1) υπέχουν και τα μέλη του προσωπικού των τραπεζικών ιδρυμάτων, που δεν μπορούν να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με τη δέσμευση που επιβάλλεται στις καταθέσεις ή τους τρέχοντες λογαριασμούς ή τους τίτλους, παρά μόνο με προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου της εκτέλεσης.

3.3. Ποια είναι η ισχύς των μέτρων που λαμβάνονται έναντι του καθ’ ού η εκτέλεση; Υπάρχουν περιορισμοί ως προς τη διάρκεια, που επιβάλλει ο νόμος ή το δικαστήριο;

Η εκτέλεση, όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω 3.2.1), επιβάλλει στον οφειλέτη υποχρέωση μη διάθεσης (ή περιορισμένης διάθεσης, εντός των ορίων που επιτρέπει το δικαστήριο). Αυτή η υποχρέωση αποσκοπεί στην πραγμάτωση του δικαιώματος του δανειστή, και για τον λόγο αυτό διατηρείται μέχρι την αναγκαστική πώληση του περιουσιακού στοιχείου ή την απόδοσή του στον δανειστή. Μετά την ολοκλήρωση της κατάσχεσης, εντούτοις, ο επισπεύδων δανειστής πρέπει να ζητήσει τη διενέργεια των αναγκαίων διατυπώσεων για την ικανοποίηση της απαίτησής του, εντός ορισμένης προθεσμίας, μετά την πάροδο της οποίας, εφόσον δεν ζητηθεί η πώληση ή η εκχώρηση, η κατάσχεση δεν έχει πλέον ισχύ και η διαδικασία λήγει (μπορεί να κινηθεί νέα εκτελεστική διαδικασία).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

4. Είναι δυνατόν να προσβληθεί η εκτέλεση;

4.1. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την απόφαση;

Η εκτελεστική διαδικασία υπόκειται σε έλεγχο του δικαστηρίου. Τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη διαδικασία μπορούν να ζητήσουν τον εν λόγω έλεγχο με άσκηση ανακοπής. Η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί εκ μέρους του οφειλέτη ή εκ μέρους κάθε προσώπου που θίγεται από τις ενέργειες του δανειστή (για παράδειγμα, επειδή υποστηρίζει ότι του ανήκει το αντικείμενο της εκτέλεσης)· η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί είτε πριν είτε στη διάρκεια της εκτέλεσης. Οι αντιρρήσεις του δανειστή και του τρίτου ονομάζονται "αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης", εάν αμφισβητούν το δικαίωμα πραγματοποίησης της εκτέλεσης για λόγους υποκειμενικούς ή αντικειμενικούς. Προβλέπεται επίσης η υποβολή αντιρρήσεων σε περίπτωση τυπικών παραβάσεων κατά τις μεμονωμένες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες ονομάζονται "αντιρρήσεις κατά των πράξεων εκτέλεσης".

4.2. Ποιο είναι το αρμόδιο δικαστήριο;

Στην πρώτη περίπτωση (αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης) διεξάγεται κανονική δίκη ανεξάρτητη από την εκτελεστική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον και καθ’ ύλην δικαστηρίου, το οποίο εκδίδει σχετική απόφαση· οι αντιρρήσεις κατά των πράξεων εκτέλεσης, αντίθετα, υποβάλλονται στο ίδιο δικαστήριο που διευθύνει την εκτέλεση, το οποίο εξετάζει την υπόθεση, και εν συνεχεία αποφαίνεται το Πρωτοδικείο. Και στις δύο περιπτώσεις, η απόφαση δεν υπόκειται σε τακτικά ένδικα μέσα, αλλά μόνο σε αναίρεση (κατόπιν μεταρρύθμισης του 2006).

4.3. Ποια είναι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων;

Οι αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης μπορούν να υποβληθούν είτε πριν είτε στη διάρκεια της διαδικασίας, και για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει ειδική προθεσμία· υπάρχει όμως μια φυσική προθεσμία, δηλαδή η λήξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Οι αντιρρήσεις κατά των πράξεων εκτέλεσης, αντίθετα, πρέπει να υποβληθούν εντός πέντε ημερών από την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης πράξης.

4.4. Ποια είναι τα αποτελέσματα των ενδίκων μέσων;

Το δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι, αναστέλλει την εκτέλεση και λαμβάνει πρόσφορα μέτρα για την αποφυγή βλάβης. Αν η εκτέλεση έχει φθάσει στο στάδιο της διανομής του εισπραχθέντος ποσού, η αναστολή είναι υποχρεωτική.

« Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων - Γενικές Πληροφορίες | Ιταλία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 28-05-2007

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο