Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Πτώχευση > Σουηδία

Τελευταία ενημέρωση: 05-09-2007
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Πτώχευση - Σουηδία

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Ποια είναι τα διάφορα είδη και οι σκοποί των διαδικασιών αφερεγγυότητας; 1.
2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις κίνησης των διαδικασιών αφερεγγυότητας; 2.
3. Ποιος είναι ο ρόλος των διαφόρων μετεχόντων; 3.
4. Ποια είναι τα αποτελέσματα της κίνησης της διαδικασίας; 4.
5. Ποιοι είναι οι ιδιαίτεροι κανόνες που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες απαιτήσεων; 5.
6. Ποιοι είναι οι κανόνες οι σχετικοί με τις επιβλαβείς πράξεις; 6.
7. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις υποβολής και αποδοχής των απαιτήσεων; 7.
8. Ποιο είναι οι κανόνες σχετικά με την ανασυγκρότηση και την αναδιάρθρωση του χρέους; 8.
9. Ποιοι είναι οι κανόνες εκκαθάρισης και ποιες είναι οι προϋποθέσεις περάτωσης της διαδικασίας; 9.

 

1. Ποια είναι τα διάφορα είδη και οι σκοποί των διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Η αφερεγγυότητα ορίζεται στο σουηδικό νόμο περί πτώχευσης (1987:672) ως η αδυναμία προσώπου να αποπληρώσει  κανονικά τα χρέη του εφόσον η εν λόγω αδυναμία δεν είναι προσωρινή. Πρόσωπα που είναι αφερέγγυα κηρύσσονται σε πτώχευση (i konkurs) ανεξαρτήτως αν είναι νομικά ή φυσικά πρόσωπα.

Εναλλακτικές λύσεις προτού η αφερεγγυότητα κριθεί οριστικά

Τόσο οι εταιρείες όσο και  οι ιδιώτες μπορούν να συνομολογήσουν εκούσιο διακανονισμό με πιστωτές με σκοπό τη μείωση των χρεών. Τέτοιου είδους διακανονισμοί δεν διέπονται ειδικά από το νόμο αλλά εξομοιώνονται με άλλες μορφές συμφωνίας.

Οι εταιρείες μπορούν να ζητήσουν ανασυγκρότηση (rekonstruktion) βάσει του νόμου περί ανασυγκρότησης εταιρειών (1996:764). Η διαδικασία ανασυγκρότησης χρησιμοποιείται μόνο στην περίπτωση που η εταιρεία αδυνατεί να αποπληρώσει τα εκπρόθεσμα χρέη της ή θα αδυνατεί να το πράξει στο εγγύς μέλλον. Πρέπει επίσης να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η ανασυγκρότηση μπορεί να επιτύχει το σκοπό της. Ο οφειλέτης πρέπει να είναι είτε ο αιτών είτε να έχει αποδεχτεί την αίτηση ανασυγκρότησης (βλ. ερώτηση 8).

Τόσο η πτώχευση όσο και η ανασυγκρότηση επιτρέπουν τη σύναψη συμφωνίας με πιστωτές βάσει της οποίας θα πρέπει να αποπληρωθεί μόνο μέρος του χρέους. Μια τέτοια συμφωνία δύναται να είναι εκούσια αλλά μπορεί και να επιβληθεί  από το δικαστήριο, περίπτωση κατά την οποία είναι δεσμευτική για όλους τους πιστωτές (πτωχευτικός συμβιβασμός).

Τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αναδιάρθρωση του χρέους (skuldsanering) βάσει του νόμου περί αναδιάρθρωσης του χρέους (2006:548). Οι προϋποθέσεις είναι ότι το πρόσωπο πρέπει να είναι κάτοικος Σουηδίας, να είναι χρεωμένο σε βαθμό που αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του στο προβλέψιμο μέλλον και να ενδείκνυται η συμφωνία για αναδιάρθρωση του χρέους (βλ. ερώτηση 8).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις κίνησης των διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Ο οφειλέτης (είτε φυσικό πρόσωπο είτε εταιρεία) που είναι αφερέγγυος, δηλαδή ο οφειλέτης που αδυνατεί να αποπληρώσει κανονικά τα χρέη του και αυτή η αδυναμία δεν είναι προσωρινή, μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση.

Η αίτηση για κήρυξη σε πτώχευση υποβάλλεται ενώπιον δικαστηρίου στον τόπο όπου διαμένει ο οφειλέτης ή, σε περίπτωση εταιρείας, όπου ο οφειλέτης έχει την έδρα του. Η αίτηση υποβάλλεται από τον οφειλέτη ή κάποιον από τους πιστωτές. Το δικαστήριο αποφαίνεται επί της πτώχευσης και διορίζει επίσημο σύνδικο. Η πτωχευτική απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα (Post- och Inrikes Tidningar) και σε μία ή περισσότερες τοπικές εφημερίδες.

3. Ποιος είναι ο ρόλος των διαφόρων μετεχόντων;

Το δικαστήριο

Η πτώχευση είναι δικαστική διαδικασία. Το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο θα κινηθεί ή θα περατωθεί πτωχευτική διαδικασία. Ορισμένες αποφάσεις που προκύπτουν κατά τη διαδικασία πρέπει επίσης να λαμβάνονται από το δικαστήριο.

Ο σύνδικος

Ο επίσημος σύνδικος αναλαμβάνει τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας. Οφείλει να λάβει υπόψη τα κοινά δικαιώματα των πιστωτών και να προβεί το ταχύτερο δυνατό στην εκκαθάριση της περιουσίας. Ο σύνδικος μεριμνά για την περιουσία του οφειλέτη, εκποιεί περιουσιακά στοιχεία και μετοχές μεταξύ των πιστωτών κατά τη σειρά προτίμησης που ορίζει ο νόμος.

Η εποπτική υπηρεσία

Η εποπτική υπηρεσία (Tillsynsmyndigheten) (που αποτελεί μέρος της Εκτελεστικής Αρχής (Kronofogdemyndigheten)) εποπτεύει τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων.

Ο πτωχεύσας

Υπάρχει προβλεπόμενη από το νόμο υποχρέωση για τον πτωχεύσαντα (για τους διευθυντές στην περίπτωση εταιρείας) όσον αφορά τη  συνεργασία με τον σύνδικο, τα δικαστήρια και την εποπτική υπηρεσία, καθώς και την παροχή πληροφοριών. Ο πτωχεύσας δεσμεύεται ένορκα ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο ισολογισμός του είναι ακριβής. Αφού εκδοθεί η πτωχευτική απόφαση και προτού ο πτωχεύσας καταθέσει ενόρκως τον ισολογισμό του, ενδεχομένως να μην μπορεί να φύγει από τη χώρα χωρίς την άδεια του δικαστηρίου.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Οι πιστωτές

Τα κοινά δικαιώματα των πιστωτών πρέπει να προστατεύονται από τον επίσημο σύνδικο. Για σημαντικά θέματα ο σύνδικος δύναται να θέσει ερωτήματα σε πιστωτές με ιδιαίτερο συμφέρον και οι πιστωτές δύνανται να κληθούν για ένορκη κατάθεση στο δικαστήριο. Ο νόμος περί πτώχευσης (1987:672) ορίζει λεπτομερέστερους κανόνες σχετικά με τα δικαιώματα των πιστωτών κατά τη διαδικασία.

4. Ποια είναι τα αποτελέσματα της κίνησης της διαδικασίας;

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία και πρέπει κατά το δυνατό να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή των χρεών. Ωστόσο, φυσικό πρόσωπο που κηρύσσεται σε πτώχευση δύναται να κρατήσει ορισμένα προσωπικά αντικείμενα που δεν κατάσχονται βάσει των κανόνων περί κατασχέσεων του κώδικα εκτέλεσης χρεών.

Ο πτωχεύσας μπορεί να μην διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην περιουσία. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συνάψει συμφωνίες ή, για παράδειγμα, να εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία ή να αποπληρώσει χρέη που αποτελούν μέρος της περιουσίας. Αφότου ληφθεί η πτωχευτική απόφαση, τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην περιουσία μπορεί να μην κατασχεθούν εκτός εάν κάποιο περιουσιακό στοιχείο αποτελεί ενέχυρο που διασφαλίζει συγκεκριμένη απαίτηση.

Άρθρα 21 και 22 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου

Τα άρθρα αυτά σχετίζονται με τη δημοσίευση αποφάσεων για την κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας και την εγγραφή της απόφασης, σε αμφότερες τις περιπτώσεις σε άλλο κράτος μέλος. Όταν έχει ληφθεί απόφαση για έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας σε άλλο κράτος μέλος και ο οφειλέτης έχει  επιχειρηματική έδρα στη Σουηδία, η απόφαση πρέπει να κοινοποιηθεί στο Σουηδικό Γραφείο Μητρώου Εταιρειών (Bolagsverket). Υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται κοινοποίηση. Το Γραφείο Μητρώου Εταιρειών θα δημοσιεύσει την απόφαση στην Επίσημη Εφημερίδα.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το Γραφείο Μητρώου Εταιρειών εξασφαλίζει επίσης την εγγραφή στα δημόσια βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 22. Στη Σουηδία, η υποχρεωτική εγγραφή που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2 είναι ευθύνη του επίσημου συνδίκου ή του διαχειριστή ανασυγκρότησης κατά περίπτωση.

5. Ποιοι είναι οι ιδιαίτεροι κανόνες που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες απαιτήσεων;

Ανταπαίτηση

Ένα πρόσωπο που έχει απαίτηση έναντι του οφειλέτη μπορεί να την αντισταθμίσει έναντι απαίτησης που έχει ο οφειλέτης απέναντί του υπό τον όρο ότι οι απαιτήσεις είναι του ίδιου τύπου (π.χ. είναι αμφότερες χρηματικές απαιτήσεις) και ότι η απαίτηση του πιστωτή προηγείται της πτωχευτικής απόφασης.

Προτιμησιακές απαιτήσεις (förmånsrätt)

Πιστωτές που έχουν ασφάλεια με ειδική προτιμησιακή απαίτηση δικαιούνται αποπληρωμής από τα περιουσιακά στοιχεία πριν από άλλους πιστωτές. Αυτό μπορεί να ισχύει, για παράδειγμα, όταν συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο αποτελεί ενέχυρο εξασφάλισης απαίτησης.

Οι πιστωτές που έχουν ασφάλεια με γενική προτιμησιακή απαίτηση δικαιούνται αποπληρωμής πριν από άλλους πιστωτές με λιγότερο προτιμησιακές απαιτήσεις και πιστωτές χωρίς καμία προτιμησιακή απαίτηση. Για παράδειγμα, κυμαινόμενη επιβάρυνση θα είχε γενική προτιμησιακή απαίτηση. Απαιτήσεις που δεν έχουν προτιμησιακά δικαιώματα τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης κατά τη διανομή περιουσιακών στοιχείων.

Κυμαινόμενες επιβαρύνσεις

Η κυμαινόμενη επιβάρυνση είναι ασφάλεια που έχει γενική προτιμησιακή απαίτηση. Ωστόσο, περιορίζεται κατά τρόπο ώστε η προτιμησιακή απαίτηση να εφαρμόζεται μόνο στο 55% της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν μετά την αποπληρωμή πιστωτών με καλύτερες απαιτήσεις.

Συμβάσεις εργασίας

Οι συμβάσεις εργασίας δεν παύουν να ισχύουν αυτόματα σε περίπτωση που ο εργοδότης κηρυχθεί σε πτώχευση, και ο επίσημος σύνδικος πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον θα τάξει προθεσμία καταγγελίας. Απαίτηση εργαζόμενου όσον αφορά την καταβολή μισθού ή άλλων αποδοχών απολαύει γενικού προτιμησιακού καθεστώτος για ορισμένη χρονική περίοδο. Ο βασικός κανόνας είναι ότι απαιτήσεις που προβάλλονται εντός τριών μηνών ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για κήρυξη σε πτώχευση και εντός μηνός μετά την πτωχευτική απόφαση έχουν προτιμησιακό καθεστώς. Οι απαιτήσεις όσον αφορά μισθούς ή άλλες αποδοχές που έχουν προτιμησιακό καθεστώς καλύπτονται επίσης μέχρις ενός σημείου από «εγγύηση μισθού», που σημαίνει ότι εάν η πτωχευτική περιουσία έχει ανεπαρκή περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων ο υπάλληλος μπορεί να αποζημιωθεί από το κράτος. Το ποσό της εγγύησης μισθού είναι περιορισμένο· τέτοιες εγγυήσεις μπορούν επίσης να καταβάλλονται στη διάρκεια ανασυγκρότησης της εταιρείας.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

6. Ποιοι είναι οι κανόνες οι σχετικοί με τις επιβλαβείς πράξεις; 

Αφότου ληφθεί η πτωχευτική απόφαση ο οφειλέτης δεν μπορεί πλέον να έχει στη διάθεσή του περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία. Σε οφειλέτη που, παρ’ όλα αυτά, ευνοεί έναν πιστωτή εις βάρος των άλλων μπορεί να επιβληθούν κυρώσεις. Ο επίσημος σύνδικος έχει τη δυνατότητα να  ανατρέψει νομική πράξη του οφειλέτη πριν από την έκδοση της πτωχευτικής απόφασης εάν αυτή είναι επιβλαβής για τους πιστωτές.

Εάν ο οφειλέτης ευνοεί έναν πιστωτή εις βάρος άλλων, η νομική πράξη του οφειλέτη μπορεί να ανατραπεί όταν ως αποτέλεσμα της πράξης ο οφειλέτης καθίσταται αναξιόχρεος και ο ευνοούμενος πιστωτής ήταν ή όφειλε να είναι ενήμερος για το γεγονός. Για να ισχύουν αυτές οι διατάξεις, η συναλλαγή πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί εντός πενταετίας πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ωστόσο, εάν η πληρωμή έγινε προς κάποιο κοντινό στον οφειλέτη πρόσωπο, όπως μέλος της οικογένειάς του, το όριο της πενταετίας δεν ισχύει.

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποπληρωμή χρέους ανακτάται εάν έγινε εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου του τριμήνου πριν από την κατάθεση της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Αυτό ισχύει στην περίπτωση που η πληρωμή πραγματοποιήθηκε με ασυνήθη τρόπο (δηλαδή όχι με χρήμα), η πληρωμή πραγματοποιήθηκε προτού καταστεί απαιτητή, ή αφορούσε τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό που επιδείνωσε σημαντικά την χρηματοοικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση που η πληρωμή θεωρείται κανονική. Αυτό σημαίνει ότι οι αποπληρωμές χρεών αφότου καταστούν απαιτητές συνήθως δεν ανακτώνται.

7. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις υποβολής και αποδοχής των απαιτήσεων;

Ο πιστωτής που έχει υποβάλει αίτηση για κήρυξη πτώχευσης  καλείται να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου. Οι λοιποί πιστωτές καλούνται μέσω της δημοσίευσης της πτωχευτικής απόφασης. Ο οφειλέτης υποχρεούται να κοινοποιήσει στον επίσημο σύνδικο, στο δικαστήριο και την εποπτική αρχή ποιοι είναι οι πιστωτές.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Εάν κριθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν για την αποπληρωμή των πιστωτών που δεν έχουν προτιμησιακή απαίτηση, εφαρμόζεται διαδικασία απόδειξης του χρέους, Ο σύνδικος εφαρμόζει τη διαδικασία και το δικαστήριο λαμβάνει την απόφαση. Το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει η διαδικασία, το οποίο πρέπει να είναι μεταξύ τεσσάρων και δέκα εβδομάδων. Η απόφαση για την εφαρμογή της διαδικασίας απόδειξης του χρέους δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα και σε μία ή περισσότερες τοπικές εφημερίδες. Οι πιστωτές μπορούν τότε να υποβάλουν τις απαιτήσεις τους εγγράφως στο δικαστήριο.

8. Ποιο είναι οι κανόνες σχετικά με την ανασυγκρότηση και την αναδιάρθρωση του χρέους;

Ανασυγκρότηση της εταιρείας

Εταιρείες που φαίνονται βιώσιμες μακροπρόθεσμα αλλά αντιμετωπίζουν τόσο σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες ώστε αδυνατούν να εξοφλήσουν τα χρέη τους όταν αυτά καταστούν απαιτητά δύνανται να ανασυγκροτηθούν. Η αίτηση υποβάλλεται από την εταιρεία καθαυτή ή από πιστωτή. Το δικαστήριο αποφασίζει για την ανασυγκρότηση και διορίζει διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει να εξετάσει κατά πόσον υφίστανται οι όροι συνέχισης της λειτουργίας και κατά πόσον μπορεί να επιτευχθεί χρηματοοικονομικός διακανονισμός με τους πιστωτές.

Βάσει της διαδικασίας ανασυγκρότησης ο οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του. Ωστόσο, δεν δύναται να αποπληρώνει χρέη, να αναλαμβάνει νέες υποχρεώσεις ή να μεταβιβάσει την κυριότητα περιουσιακών στοιχείων σημαντικής σημασίας χωρίς την συναίνεση του διαχειριστή. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας δεν δύναται να λάβει χώρα καμία διανομή σε πιστωτές. Ούτε ο οφειλέτης δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση εκτός εάν υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι για να θεωρηθεί ότι τα δικαιώματα του πιστωτή διακυβεύονται σοβαρά. Η διαδικασία ανασυγκρότησης διαρκεί τρεις μήνες και μπορεί να παρατείνεται κατά τρεις μήνες κάθε φορά. Εάν, όμως, οι διαδικασίες πτωχευτικού συμβιβασμού δεν περατωθούν επιτυχώς, η διαδικασία ανασυγκρότησης δεν δύναται να υπερβεί το ένα έτος.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Εάν δεν επιτευχθεί χρηματοοικονομικός διακανονισμός με πιστωτές σε εκούσια βάση, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει πτωχευτικό συμβιβασμό, που σημαίνει ότι τα χρέη μειώνονται υποχρεωτικά. Οι πιστωτές που έχουν προτιμησιακές απαιτήσεις δεν λαμβάνουν μέρος στις διαπραγματεύσεις του συμβιβασμού. Πρόταση συμβιβασμού που εξασφαλίζει στους πιστωτές τουλάχιστον το 50% του ποσού της απαίτησης θεωρείται αποδεκτή εφόσον το 60% των πιστωτών που έχουν δικαίωμα ψήφου (που αντιπροσωπεύουν επίσης τουλάχιστον το 60% του ποσού της απαίτησης) αποδέχονται την πρόταση. Εάν η πρόταση συμβιβασμού είναι χαμηλότερη, θεωρείται αποδεκτή εφόσον την αποδέχεται το 75% των πιστωτών που έχουν δικαίωμα ψήφου (που αντιπροσωπεύουν επίσης τουλάχιστον το 75% του ποσού της απαίτησης). Αφότου ο συμβιβασμός εγκριθεί είναι δεσμευτικός για όλους του πιστωτές που δικαιούνταν να λάβουν μέρος στις διαπραγματεύσεις συμβιβασμού.

Αναδιάρθρωση του χρέους

Φυσικό πρόσωπο που είναι χρεωμένο σε βαθμό που αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του στο προβλέψιμο μέλλον μπορεί να ζητήσει αναδιάρθρωση του χρέους. Μία περαιτέρω απαίτηση είναι ότι για να εγκριθεί αναδιάρθρωση του χρέους, πρέπει να  ενδείκνυται υπό το πρίσμα των ατομικών και χρηματοοικονομικών  περιστάσεων του οφειλέτη.

Αναδιάρθρωση του χρέους σημαίνει όλα τα χρέη που καλύπτονται από τη διαδικασία μειώνονται ή καταργούνται. Οι αιτήσεις για αναδιάρθρωση του χρέους υποβάλλονται στην Εκτελεστική Αρχή. Όλοι οι πιστωτές που επηρεάζονται από πρόταση αναδιάρθρωσης του χρέους πρέπει να έχουν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την πρόταση. Η απόφαση για αναδιάρθρωση του χρέους περιλαμβάνει το μέρος του χρέους που πρέπει να αποπληρώσει ο οφειλέτης. Περιλαμβάνει επίσης σχέδιο αποπληρωμών πενταετούς συνήθως διάρκειας.

Βάσει του σχεδίου αποπληρωμών ο οφειλέτης τα χρέη του οποίου έχουν αποτελέσει αντικείμενο αναδιάρθρωσης πρέπει να ζει με το ελάχιστο ποσό επιβίωσης. Εάν ο οφειλέτης δεν διαθέτει εισόδημα ανώτερο του ελάχιστου ποσού επιβίωσης δεν υποχρεούται σε καμία αποπληρωμή· αυτό συμβαίνει στο ένα τρίτο των περιπτώσεων κατά προσέγγιση.

9. Ποιοι είναι οι κανόνες εκκαθάρισης και ποιες είναι οι προϋποθέσεις περάτωσης της διαδικασίας; 

Οι κανόνες σχετικά με την εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας ορίζονται στο νόμο περί πτώχευσης. Μετά την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων το υπόλοιπο διανέμεται. Εάν τα περιουσιακά στοιχεία κατά τη χρονική στιγμή της πτώχευσης δεν επαρκούν για την κάλυψη του κόστους των πτωχευτικών διαδικασιών, το δικαστήριο τερματίζει τη διαδικασία. Εάν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν διατεθεί, η διαδικασία κηρύσσεται λήξασα όταν το δικαστήριο αποφανθεί σχετικά με τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων στους πιστωτές κατά τη σειρά προτεραιότητας που ορίζεται στο νόμο περί προτιμησιακών απαιτήσεων (1970:979).

Εάν ο οφειλέτης είναι εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο και η πτωχευτική διαδικασία περατώνεται χωρίς πλεόνασμα, το νομικό πρόσωπο λύεται στο τέλος της διαδικασίας. Εάν υπάρχει πλεόνασμα, πραγματοποιείται εκκαθάριση με διανομή μεταξύ των πιστωτών.

« Πτώχευση - Γενικές Πληροφορίες | Σουηδία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 05-09-2007

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο