Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Πτώχευση > Γερµανία

Τελευταία ενημέρωση: 29-07-2004
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Πτώχευση - Γερµανία

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Ποια είναι τα διάφορα είδη και οι σκοποί των διαδικασιών αφερεγγυότητας; 1.
2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις κίνησης των διαδικασιών αφερεγγυότητας; 2.
3. Ποιος είναι ο ρόλος των διαφόρων μετεχόντων; 3.
4. Ποια είναι τα αποτελέσματα της κίνησης της διαδικασίας; 4.
5. Ποιοι είναι οι ιδιαίτεροι κανόνες που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες απαιτήσεων; 5.
6. Ποιοι είναι οι κανόνες οι σχετικοί με τις επιβλαβείς πράξεις; 6.
7. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις αναγγελίας και αποδοχής των απαιτήσεων; 7.
8. Ποιο είναι το περιεχόμενο των διαδικασιών ανασυγκρότησης; 8.
9. Τι είναι η διαδικασία εκκαθάρισης; 9.
10. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις περάτωσης της διαδικασίας; 10.

 

1. Ποια είναι τα διάφορα είδη και οι σκοποί των διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Η γερμανική πτωχευτική νομοθεσία προβλέπει μόνο μία, ενιαία, διαδικασία αφερεγγυότητας (πτώχευσης), η οποία αποσκοπεί στην καλύτερη δυνατή και ακριβοδίκαιη ικανοποίηση των πιστωτών (άρθρο 1 πρώτο εδάφιο του γερμανικού νόμου περί πτώχευσης - «Insolvenzordnung», στο εξής: «InsO»). Η πτωχευτική διαδικασία διεξάγεται με βάση τις νομοθετικές διατάξεις για τη διοίκηση, εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας (πρόκειται για τη λεγόμενη «τακτική πτωχευτική διαδικασία»). Παρόλα αυτά, οι μετέχοντες στη διαδικασία μπορούν επίσης να επιδιώξουν άλλες ρυθμίσεις στο πλαίσιο ενός σχεδίου πτώχευσης, ιδίως προκειμένου να επιτύχουν τη διατήρηση της επιχείρησης σε λειτουργία.

Η πτωχευτική διαδικασία αποβλέπει, εξάλλου, για τα φυσικά πρόσωπα στην πραγματοποίηση μιας «καινούργιας οικονομικής αρχής» (γνωστής ως «fresh start»). Τούτο επιτυγχάνεται με την άφεση, κατά το πέρας της πτωχευτικής διαδικασίας, των χρεών των οποίων δεν κατέστη δυνατή η εξόφληση (πρόκειται για την καλούμενη «απαλλαγή από τα υπολειπόμενα χρέη»).

2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις κίνησης των διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Η πτωχευτική διαδικασία μπορεί να κινηθεί σε σχέση με την περιουσία οποιουδήποτε νομικού ή φυσικού προσώπου, ακόμη και αν αυτό δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα («καταναλωτής»).

Η πρώτη ενέργεια που απαιτείται είναι η υποβολή αίτησης για την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Την αίτηση μπορεί να υποβάλει ο οφειλέτης ή ένας πιστωτής. Δεν είναι δυνατή η υποβολή αίτησης από κρατική αρχή. Για τις εταιρείες κεφαλαίου υφίσταται σε περίπτωση αφερεγγυότητας υποχρέωση υποβολής αίτησης. Εάν δεν τηρηθεί η εν λόγω υποχρέωση, οι πιστωτές δύνανται να εγείρουν αξίωση για την καταβολή αποζημίωσης, ενώ συγχρόνως μπορεί να προκύψει θέμα ποινικής ευθύνης του οφειλέτη.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Λόγοι κίνησης της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η αφερεγγυότητα ή/και η υπερχρέωση. Αφερεγγυότητα θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εξοφλήσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του (άρθρο 17 παρ. 2 του InsO). Υπερχρέωση υφίσταται όταν η περιουσία του οφειλέτη έχει παύσει να καλύπτει τις υπάρχουσες υποχρεώσεις του (βλ. άρθρο 18 παρ. 2 του InsO). Για την αποτίμηση της περιουσίας του οφειλέτη λαμβάνεται ως βάση το ότι η επιχείρηση θα παραμείνει σε λειτουργία, υπό την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο κρίνεται πολύ πιθανό με γνώμονα τις περιστάσεις. Για την υποβολή αίτησης κίνησης της πτωχευτικής διαδικασίας από τον οφειλέτη αρκεί ως προϋπόθεση ο κίνδυνος να περιέλθει αυτός σε κατάσταση αφερεγγυότητας (άρθρο 18 παρ. 1 του InsO).

Για την προστασία του δικαστηρίου και του οφειλέτη από αιτήσεις οι οποίες υποβάλλονται πρόωρα ή με αποκλειστική πρόθεση την πρόκληση βλάβης, προβλέπεται ότι ο πιστωτής που υποβάλλει αίτηση πρέπει να προσκομίζει στοιχεία με βάση τα οποία, αφενός, να πιθανολογείται η ύπαρξη λόγου κήρυξης σε πτώχευση και, αφετέρου, να αποδεικνύεται ότι ο υπόψη πιστωτής διαθέτει απαίτηση έναντι του οφειλέτη.

Τέλος, είναι υποχρεωτικό να διασφαλίζεται η χρηματοδότηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Η αίτηση για την κίνηση της διαδικασίας είναι απορριπτέα εάν πιθανολογείται ότι η περιουσία του οφειλέτη δεν θα είναι αρκετή για την κάλυψη του κόστους της διαδικασίας (άρθρο 26 παρ. 1 εδάφ. 1 του InsO).

Εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, το δικαστήριο της πτώχευσης εκδίδει απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η οποία και δημοσιοποιείται. Η δημοσιοποίηση της απόφασης γίνεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο στο Διαδίκτυο (www.insolvenzbekanntmachungen.de Deutsch) ή με δημοσίευση σε ειδικό φύλλο το οποίο προορίζεται για επίσημες ανακοινώσεις του δικαστηρίου. Έχει ήδη καταρτισθεί νομοσχέδιο το οποίο προβλέπει ότι στο μέλλον η δημοσιοποίηση των σχετικών αποφάσεων θα γίνεται αποκλειστικά και μόνο στο Διαδίκτυο.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

3. Ποιος είναι ο ρόλος των διαφόρων μετεχόντων;

Μέλημα του δικαστηρίου της πτώχευσης είναι η παρακολούθηση και επιτήρηση του διαδικαστικού σκέλους της πτώχευσης. Εκτός αυτού, συμμετέχει με σκοπό τη διαμεσολάβηση και τη συνδιαλλαγή στις διαπραγματεύσεις μεταξύ όσων μετέχουν στην όλη διαδικασία και συμβάλλει με τον τρόπο αυτό στο να επιτευχθεί ο στόχος της συμπεφωνημένης επίλυσης της διαφοράς. Οι κεντρικής σημασίας αποφάσεις στο πλαίσιο μιας κινηθείσας πτωχευτικής διαδικασίας (εκποίηση, εκκαθάριση, εξυγίανση και σχέδιο πτώχευσης) λαμβάνονται από τους πιστωτές. Ωστόσο, κατά το στάδιο της κίνησης της διαδικασίας, το δικαστήριο έχει ιδιαίτερες εξουσίες και καθήκοντα. Στο στάδιο αυτό, το δικαστήριο αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για την τυχόν κίνηση της διαδικασίας, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής ισχύος και για τον διορισμό συνδίκου της πτώχευσης. Το δικαστήριο φέρει επίσης την ευθύνη της επιτήρησης του συνδίκου της πτώχευσης, αν και αποκλειστικό του μέλημα είναι να ελέγχει τη νομιμότητα των ενεργειών του συνδίκου, χωρίς να υπεισέρχεται σε έλεγχο της σκοπιμότητάς τους και χωρίς να μπορεί να απευθύνει εντολές.

Κεντρικό πρόσωπο της πτωχευτικής διαδικασίας αποτελεί ο σύνδικος της πτώχευσης. Ως σύνδικοι πτώχευσης μπορούν να ορισθούν, ιδίως, δικηγόροι, έμποροι, ορκωτοί λογιστές και φορολογικοί σύμβουλοι. Με την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας περιέρχεται στον σύνδικο η εξουσία διοίκησης και διάθεσης της περιουσίας του οφειλέτη. Κύριο μέλημα του συνδίκου είναι ο διαχωρισμός από την πτωχευτική περιουσία η οποία υφίσταται κατά την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας τυχόν περιουσιακών στοιχείων που δεν ανήκουν στον οφειλέτη. Εκτός αυτού, οφείλει να φροντίσει για την ενσωμάτωση στην πτωχευτική περιουσία στοιχείων τα οποία ναι μεν από νομική άποψη συγκαταλέγονται στα περιουσιακά στοιχεία που πρόκειται να εκποιηθούν προς ικανοποίηση των πιστωτών αλλά δεν είναι ενταγμένα στην περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο κίνησης της πτωχευτικής διαδικασίας. Η ούτως καθοριζόμενη περιουσία του οφειλέτη αποτελεί το λεγόμενο «ενεργητικό της πτώχευσης» (άρθρο 35 του InsO), από το οποίο εν συνεχεία ικανοποιούνται οι πιστωτές). Μερικά από τα περαιτέρω καθήκοντα του συνδίκου της πτώχευσης είναι τα εξής:

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

  • η καταβολή των αποδοχών στα άτομα που απασχολεί ο πτωχός οφειλέτης
  • η λήψη αποφάσεων για τυχόν εκκρεμούσες συμβατικές σχέσεις (άρθρο 103 του InsO)
  • η κατάρτιση καταλόγου με τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 153 παρ. 1 εδάφ. 1 του InsO)
  • η εκποίηση του ενεργητικού της πτώχευσης (άρθρο 159 του InsO)
  • η διανομή του προϊόντος της εκποίησης (άρθρο 187 του InsO).

Επίσης, σημαντική επίδραση στην πτωχευτική διαδικασία ασκούν, με βάση τον γερμανικό νόμο περί πτώχευσης, οι πιστωτές. Σε κάθε περίπτωση προβλέπεται η λεγόμενη «συνέλευση των πιστωτών». Εκτός αυτού, υπάρχει η δυνατότητα διορισμού επιτροπής πιστωτών. Ενώ η συνέλευση των πιστωτών αποτελεί το βασικό όργανο αυτοδιαχείρισης των πιστωτών, η επιτροπή πιστωτών είναι το κεντρικό εποπτικό όργανο των πιστωτών, το οποίο ομοιάζει κατά τη λειτουργία που επιτελεί με εποπτικό συμβούλιο.

Η συνέλευση των πιστωτών συγκαλείται (άρθρο 74 παρ. 1 εδάφιο 1 του InsO) και διοικείται (άρθρο 76 παρ. 1 του InsO) από το δικαστήριο της πτώχευσης. Δικαίωμα συμμετοχής σε αυτήν έχουν όλοι οι πιστωτές με δικαίωμα προνομιακής ικανοποιήσεως, όλοι οι πιστωτές της πτώχευσης, ο σύνδικος της πτώχευσης και ο πτωχός οφειλέτης (άρθρο 74 παρ. 1 εδάφ. 2 του InsO). Για να ληφθεί εγκύρως απόφαση από τη συνέλευση των πιστωτών πρέπει το άθροισμα των ποσών των απαιτήσεων των πιστωτών που τάσσονται υπέρ να υπερβαίνει το ήμισυ του αθροίσματος των ποσών των απαιτήσεων των πιστωτών που μετέχουν στην ψηφοφορία («πλειοψηφία με βάση τα ποσά»).

Η σύνθεση της επιτροπής πιστωτών αποφασίζεται από τη συνέλευση των πιστωτών (άρθρο 68 του InsO). Σε περίπτωση που το δικαστήριο της πτώχευσης προβεί στον διορισμό επιτροπής πιστωτών πριν από την πρώτη συνεδρίαση της συνέλευσης των πιστωτών, η σύνθεσή της καθορίζεται με βάση το άρθρο 67 παρ. 2 του InsO. Η συνέλευση των πιστωτών έχει το δικαίωμα να λύσει την επιτροπή πιστωτών η οποία έχει ενδεχομένως διορισθεί προσωρινώς.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Η σπουδαιότητα της συνέλευσης των πιστωτών έγκειται στο ότι αυτή αποφασίζει για την πρόοδο της διαδικασίας. Ειδικότερα, μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για τον τρόπο αξιοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας. Περαιτέρω καθήκοντα της συνέλευσης των πιστωτών ή της επιτροπής πιστωτών είναι τα εξής:

  • η εκλογή διαφορετικού συνδίκου της πτώχευσης (άρθρο 57 εδάφ. 1 του InsO)
  • η άσκηση ελέγχου επί του συνδίκου (άρθρα 66, 79 και 197 παρ. 1(1) του InsO)
  • η έγκριση των ιδιαίτερης βαρύτητας νομικών ενεργειών του συνδίκου (άρθρο 160 παρ. 1 του InsO)
  • η σύμπραξη κατά την κατάρτιση και εκτέλεση του σχεδίου πτώχευσης (άρθρα 218 παρ. 2, 231 παρ. 2, 232 παρ. 1(1), 233 εδάφ. 2, 248 παρ. 2, 258 παρ. 2 εδάφ. 3, 261 παρ. 2 εδάφ. 2 και άρθρο 262 του InsO).

Ο οφειλέτης της πτώχευσης (πτωχός) είναι ιδιοκτήτης της περιουσίας που προορίζεται για εκποίηση και το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφονται οι απαιτήσεις των πιστωτών της πτώχευσης (άρθρα 38 και 39 του InsO). Ευθύνεται δε καταρχήν με το σύνολο της περιουσίας του. Ακόμη και μετά την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας, ο πτωχός παραμένει κύριος της περιουσίας του και υπεύθυνος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Πλην όμως, η εξουσία διοίκησης και διάθεσης των στοιχείων ενεργητικού που υπάγονται στην πτωχευτική περιουσία περιέρχεται στον σύνδικο της πτώχευσης (εξαίρεση αποτελεί η αυτοδιαχείριση σύμφωνα με τα άρθρα 270 και επόμ. του InsO). Η κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας συνεπάγεται μια σειρά καθηκόντων ενημέρωσης και συνεργασίας. Συγχρόνως όμως, ο πτωχός δύναται να αξιώσει τη συμμετοχή του στη διαδικασία.

Για να διασφαλισθεί η άνευ χρονοτριβής διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας, οι αποφάσεις του δικαστηρίου της πτώχευσης υπόκεινται σε ένδικα μέσα μόνο στις περιπτώσεις για τις οποίες ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης άμεσης προσφυγής (βλ. το άρθρο 6 παρ. 1 του InsO). Η άμεση προσφυγή ασκείται είτε στο δικαστήριο της πτώχευσης είτε σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο (πρόκειται για το πρωτοδικείο («Landgericht») στο οποίο υπόκειται το δικαστήριο της πτώχευσης), πρέπει δε να είναι γραπτή ή να υποβληθεί στην υπηρεσία πρωτοκόλλου της γραμματείας του δικαστηρίου. Η άσκηση άμεσης προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, αλλά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ο δικαστής της πτώχευσης δύνανται, μετά την άσκηση της προσφυγής, να διατάξουν την προσωρινή αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

4. Ποια είναι τα αποτελέσματα της κίνησης της διαδικασίας;

Η κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας έχει ως συνέπεια να περιέλθει στον σύνδικο της πτώχευσης το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία που συναποτελούν το ενεργητικό της πτώχευσης (άρθρο 80 παρ. 1 του InsO). Η ρύθμιση αυτή δεν καλύπτει μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στον οφειλέτη κατά τον χρόνο κίνησης της διαδικασίας, αλλά και τα τυχόν νέα περιουσιακά στοιχεία που ο πτωχός οφειλέτης αποκτά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Στο μέτρο αυτό, που καλείται «συντηρητική κατάσχεση», δεν υπόκεινται κινητά πράγματα που ο πτωχός χρειάζεται για τη διαβίωσή του. Τα εισοδήματα από εργασία αποτελούν μέρος του ενεργητικού της πτώχευσης μόνο στον βαθμό που υπερβαίνουν το ελάχιστο ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης του πτωχού.

Προκειμένου να προστατευθεί το ενεργητικό της πτώχευσης, π.χ. από μεθοδεύσεις του πτωχού ή επιμέρους πιστωτών, ο σύνδικος της πτώχευσης υποχρεούται να αποκτήσει πάραυτα την κατοχή επί του ενεργητικού της πτώχευσης. Εάν ο πτωχός δεν παραδίδει οικειοθελώς την κατοχή επί του εν λόγω ενεργητικού, ο σύνδικος δύναται να στραφεί κατ’ αυτού με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ως εκτελεστός τίτλος χρησιμεύει η απόφαση για την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος οφείλει επίσης να συντάξει κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων, όπου γίνεται αποτίμηση των στοιχείων που αποτελούν το ενεργητικό της πτώχευσης, σε αντιπαραβολή με τις υποχρεώσεις του πτωχού (άρθρο 153 του InsO). Ακόμη, ο σύνδικος έχει καθήκον να καταρτίσει πίνακα των πιστωτών, στον οποίον αναγράφονται λεπτομερώς οι απαιτήσεις και γίνεται διάκριση μεταξύ των άνευ προτεραιότητας πιστωτών και των πιστωτών με δικαίωμα προνομιακής ικανοποιήσεως (άρθρο 152 του InsO).

Επειδή η πτωχευτική διαδικασία αποσκοπεί στην ακριβοδίκαιη ικανοποίηση όλων των πιστωτών, η κίνησή της συνεπιφέρει απαγόρευση διενέργειας μεμονωμένων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Τούτο σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οι πιστωτές της πτώχευσης δεν δύνανται να επισπεύσουν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης με αντικείμενο ούτε το ενεργητικό της πτώχευσης ούτε τα μη δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία του πτωχού.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

5. Ποιοι είναι οι ιδιαίτεροι κανόνες που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες απαιτήσεων;

Δικαίωμα προνομιακής ικανοποιήσεως έχουν οι καλούμενοι «πιστωτές με αξίωση επί του ενεργητικού» (άρθρο 53 του InsO). Πρόκειται για τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις βεβαιώνονται μετά την κίνηση της διαδικασίας από τον σύνδικο σε συνάρτηση με την εξέλιξη της πτώχευσης (π.χ. απαιτήσεις καταβολής μισθών των εργαζομένων που εξακολουθούν να απασχολούνται στην επιχείρηση, απαιτήσεις δικηγόρου στον οποίον ο σύνδικος έχει αναθέσει τη δικαστική αναγνώριση απαιτήσεων κατά του πτωχού οφειλέτη). Ο λόγος της προνομιακής τους ικανοποίησης είναι το γεγονός ότι ο σύνδικος δύναται να διεξαγάγει νομότυπα τη διαδικασία μόνον εφόσον έχει τη δυνατότητα να βεβαιώνει νέες υποχρεώσεις των οποίων είναι εξασφαλισμένη η ολοσχερής εκπλήρωση.

Οι πιστωτές με απαιτήσεις για την ικανοποίηση των οποίων χρησίμευαν ως ασφάλεια στοιχεία του ενεργητικού της πτώχευσης έχουν αξίωση να ικανοποιηθούν κατά προτεραιότητα από το προϊόν της εκποίησης των υπόψη στοιχείων. Το ποσό που εισπράττεται από την εκποίηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων διανέμεται μέχρι του ποσού της εξασφαλισμένης απαίτησης στους διαθέτοντες ασφάλεια πιστωτές. Το τυχόν υπολειπόμενο ποσό προστίθεται στο ενεργητικό της πτώχευσης και μπορεί να χρησιμεύσει για την ικανοποίηση τυχόν άλλων πιστωτών. Το δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης ενός πιστωτή μπορεί, μεταξύ άλλων, να στηρίζεται σε υποθήκη, ενέχυρο ή εξασφαλιστική κυριότητα (άρθρα 50 και 51 του InsO).

Δεν συμπεριλαμβάνονται στους πιστωτές της πτώχευσης οι πιστωτές οι οποίοι διαθέτουν δικαίωμα διαχωρισμού (άρθρο 47 του InsO). Το μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης καλύπτει αποκλειστικά και μόνο την περιουσία του πτωχού οφειλέτη. Εάν κατά τον χρόνο κίνησης της διαδικασίας βρίσκονται στην κατοχή του πτωχού περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων τρίτος διαθέτει εμπράγματο ή προσωποπαγές δικαίωμα, ο εν λόγω τρίτος μπορεί να διεκδικήσει το δικαίωμά του χωρίς περιορισμό (πρόκειται για το λεγόμενο «δικαίωμα διαχωρισμού»). Ο τρίτος μπορεί, εκτός του πλαισίου της πτωχευτικής διαδικασίας, να ασκήσει αγωγή κατά του συνδίκου προκειμένου να του αποδοθεί το επίδικο περιουσιακό στοιχείο. Το δικαίωμα διαχωρισμού είναι δυνατό να θεμελιώνεται, ιδίως, σε κυριότητα ή σε απλή παρακράτηση κυριότητας, καθώς επίσης σε απαίτηση απόδοσης κατά το ενοχικό δίκαιο (π.χ. του εκμισθωτή έναντι του μισθωτή).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

6. Ποιοι είναι οι κανόνες οι σχετικοί με τις επιβλαβείς πράξεις;

Η ανακοπή αφερεγγυότητας που διέπεται από τα άρθρα 129 και επόμ. του InsO αποσκοπεί στο να εμποδισθεί ο πτωχός να αποσπάσει περιουσιακά στοιχεία από το ενεργητικό της πτώχευσης που έχει τεθεί υπό συντηρητική κατάσχεση, καθώς επίσης στο να αποτραπεί ο προσπορισμός ειδικών προνομίων από επιμέρους πιστωτές κατά το χρονικό διάστημα που προηγείται της κίνησης της πτωχευτικής διαδικασίας. Αν ο σύνδικος της πτώχευσης κάνει δεκτή την ανακοπή, το πρόσωπο που έχει ωφεληθεί από την ανακοπτόμενη νομική ενέργεια είναι υποχρεωμένο να επιστρέψει ό,τι έχει αποσπασθεί μέσω της ενέργειας αυτής από την περιουσία του πτωχού. Εάν δεν είναι δυνατή αυτούσια απόδοση, υπάρχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης. Ενδεχόμενες ανταπαιτήσεις του αντλήσαντος όφελος αναβιώνουν αφ’ ης στιγμής αυτός επιστρέψει το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο (άρθρο 144 του InsO).

Για να είναι έγκυρη η άσκηση ανακοπής, πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί πριν από την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας κάποια νομική ενέργεια η οποία να βλάπτει τα συμφέροντα των πιστωτών της πτώχευσης (άρθρο 129 του InsO) και επιπλέον να συντρέχει ένας από τους λόγους ανακοπής που καθορίζονται στα άρθρα 130–136 του InsO. Λόγο ανακοπής συνιστούν, ιδίως, τα ακόλουθα:

  • χαριστικές παροχές του οφειλέτη, εκτός εάν πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον τέσσερα έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 134 του InsO)·
  • νομικές ενέργειες στις οποίες ο οφειλέτης προέβη κατά τα τελευταία δέκα έτη πριν από την υποβολή της αίτησης για την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας με πρόθεση να βλάψει τα συμφέροντα των πιστωτών του, υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο που άντλησε όφελος από την εκάστοτε ενέργεια γνώριζε την πρόθεση αυτή του οφειλέτη (άρθρο 133 του InsO)·
  • δικαιοπραξίες τις οποίες πραγματοποίησε ο οφειλέτης κατά τους τελευταίους τρεις μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης για την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας, εάν ήταν ήδη αφερέγγυος και ο αντισυμβαλλόμενός του γνώριζε το στοιχείο αυτό (άρθρο 132 παρ. 1(1) του InsO)·
  • νομικές ενέργειες με τις οποίες παρεσχέθη σε πιστωτή της πτώχευσης ασφάλεια την οποία δεν νομιμοποιείται να απαιτήσει, υπό την προϋπόθεση ότι η ενέργεια πραγματοποιήθηκε κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την υποβολή της αίτησης για την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 131 παρ. 1(1) του InsO).

Επιπλέον, στις ανωτέρω περιπτώσεις ενδέχεται να ανακύψει θέμα ποινικής ευθύνης, τόσο του οφειλέτη όσο και του ωφελούμενου πιστωτή (άρθρα 283–283d του γερμανικού ποινικού κώδικα – Strafgesetzbuch ή «StGB»]).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

7. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις αναγγελίας και αποδοχής των απαιτήσεων;

Οι πτωχευτικές απαιτήσεις δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά μόνο εφόσον και στον βαθμό που έκαστος πτωχευτικός πιστωτής εγείρει δικαίωμα με αναγγελία της πτωχευτικής του απαίτησης. Το δικαστήριο της πτώχευσης υποχρεούται να καλέσει, με την απόφασή του περί κίνησης της διαδικασίας, τους πτωχευτικούς πιστωτές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στον σύνδικο της πτώχευσης εντός προθεσμίας η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των δύο εβδομάδων, ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες (άρθρο 28 παρ. 1 εδάφ. 1 και 2 του InsO). Πλην όμως, η παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας δεν συνεπάγεται αποκλεισμό. Επομένως, η αναγγελία απαιτήσεων είναι δυνατή ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας (βλ. το άρθρο 177 παρ. 1 εδάφ. 1 του InsO).

Ακόμη και απαιτήσεις οι οποίες έχουν ήδη αναγνωρισθεί δικαστικώς («απαιτήσεις με τίτλο») πρέπει υποχρεωτικά να δηλωθούν γραπτώς. Κατά την αναγγελία πρέπει να επισημαίνεται η αιτία της απαίτησης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που την γέννησαν. Η ρύθμιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όταν με την αναγγελία επιδιώκεται αναστολή της προθεσμίας παραγραφής. Συγχρόνως πρέπει να επισυνάπτονται τυχόν έγγραφα (π.χ. συμβάσεις και τιμολόγια) τα οποία αποδεικνύουν την ύπαρξη της απαίτησης (άρθρο 174 παρ. 1 εδάφ. 2 του InsO).

Ο σύνδικος καταχωρεί τις αναγγελθείσες απαιτήσεις στον πίνακα της πτώχευσης (άρθρο 175 παρ. 1 εδάφ. 1 του InsO). Μετά την παρέλευση της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την αναγγελία των πιστωτών, ο πίνακας αναρτάται στο δικαστήριο της πτώχευσης έτσι ώστε να μπορέσουν να τον εξετάσουν οι ενδιαφερόμενοι.

Ακολουθεί «δικάσιμος εξέτασης» κατά την οποία το δικαστήριο της πτώχευσης εξετάζει από καθαρά τυπική άποψη τις αναγγελθείσες απαιτήσεις. Η εν λόγω δικάσιμος προσδιορίζεται ήδη κατά την κίνηση της διαδικασίας. Σε αυτήν καλούνται να συμμετάσχουν οι πιστωτές της πτώχευσης οι οποίοι έχουν αναγγείλει κάποια απαίτηση, ο σύνδικος της πτώχευσης και ο πτωχός οφειλέτης. Το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας των αναγγελθεισών απαιτήσεων, αλλά απλώς σημειώνει εάν υπάρχει αμφισβήτησή τους από την πλευρά του συνδίκου, του πτωχού ή κάποιου εκ των πτωχευτικών πιστωτών. Τα πορίσματα της εν λόγω εξέτασης αναγράφονται στον πίνακα της πτώχευσης (άρθρο 178 παρ. 2 του InsO).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Όταν για μία απαίτηση δεν έχει προβληθεί αντίρρηση (εναντίωση) ούτε από τον σύνδικο ούτε από κάποιον πιστωτή, λογίζεται ως βεβαιωθείσα και λαμβάνεται υπόψη άνευ άλλου κατά τη διανομή του ενεργητικού της πτωχεύσεως. Η καταχώρηση της εκάστοτε βεβαιωθείσας απαίτησης στον πίνακα που καταρτίζεται στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας έχει τις έννομες συνέπειες τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (άρθρο 178 παρ. 3 του InsO). Σε περίπτωση που προβάλλεται αντίρρηση, ο πιστωτής οφείλει να αποδείξει, στο πλαίσιο αναγνωριστικής αγωγής, την ύπαρξη της απαίτησης. Εάν το επιτύχει, πρέπει εν συνεχεία να ζητήσει από το δικαστήριο της πτώχευσης να προβεί σε διόρθωση του πίνακα (άρθρο 183 παρ 2 του InsO). Εάν ο πιστωτής διαθέτει ήδη τίτλο τον οποίον εξασφάλισε σε βάρος του πτωχού πριν κιόλας από την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας, η εναντίωση είναι καταρχήν απαράδεκτη.

Τυχόν εναντίωση του πτωχού κατά αναγγελθείσας απαίτησης κατά τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας είναι απαράδεκτη. Ωστόσο, εάν ο πτωχός δεν έχει εναντιωθεί σε συγκεκριμένη απαίτηση, ο πιστωτής δύναται με βάση τον πίνακα της πτώχευσης να κινήσει, μετά την ολοκλήρωση της πτωχευτικής διαδικασίας, ατομική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πτωχού (άρθρο 201 παρ. 2 του InsO). Σε περίπτωση εναντίωσης του πτωχού, ο πιστωτής αναπέμπεται σε προγενέστερη αγωγή.

8. Ποιο είναι το περιεχόμενο των διαδικασιών ανασυγκρότησης;

Η πορεία που θα ακολουθήσει η διαδικασία αποφασίζεται από τη συνέλευση των πιστωτών. Αυτή αποφασίζει εάν η τυχόν επιχείρηση του πτωχού οφειλέτη θα παύσει ή θα εξακολουθήσει προσωρινά να λειτουργεί. Μπορεί να παραγγείλει στον σύνδικο της πτώχευσης να καταρτίσει σχέδιο πτώχευσης και να του υπαγορεύσει τον σκοπό που πρέπει να εξυπηρετεί το σχέδιο (άρθρο 218 παρ. 2 του InsO). Δικαίωμα υποβολής σχεδίου πτώχευσης αναγνωρίζεται επίσης στον πτωχό και στον σύνδικο της πτώχευσης (άρθρο 218 παρ. 1 του InsO). Το σχέδιο πτώχευσης μπορεί να διαλαμβάνει ρυθμίσεις οι οποίες αποκλίνουν από τις διατάξεις του νόμου, ιδίως όσον αφορά τη διατήρηση της οικείας επιχείρησης σε λειτουργία.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το σχέδιο πτώχευσης απαρτίζεται από ένα επεξηγηματικό και ένα διαπλαστικό μέρος. Το επεξηγηματικό μέρος αποσκοπεί σε ενημέρωση των ενδιαφερομένων και σε αυτό περιγράφονται τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν μετά την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας ή τα οποία προβλέπεται να ληφθούν μελλοντικώς (άρθρο 220 του InsO). Στο διαπλαστικό μέρος καθορίζεται το πώς το σχέδιο πρόκειται να επηρεάσει τα δικαιώματα όσων μετέχουν στη διαδικασία (άρθρο 221 του InsO).

Καίτοι η συνέλευση των πιστωτών δεν έχει η ίδια δικαίωμα πρωτοβουλίας, μπορεί να παραγγείλει στον σύνδικο να καταρτίσει σχέδιο πτώχευσης. Μετά την υποβολή του σχεδίου, το δικαστήριο προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση (άρθρο 231 του InsO). Τούτο γίνεται για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να εμπλακούν οι μετέχοντες στη διαδικασία σε ένα σχέδιο το οποίο είναι παράνομο ή αλυσιτελές, κάτι που θα είχε ως συνέπεια την επιμήκυνση της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν η έκβαση της προκαταρκτικής εξέτασης είναι θετική, το δικαστήριο διαβιβάζει το σχέδιο στην επιτροπή πιστωτών, στον πτωχό οφειλέτη, στον σύνδικο της πτώχευσης και στο οικείο συμβούλιο επιχείρησης για να λάβουν θέση επ’ αυτού και τους τάσσει σχετική προθεσμία (άρθρο 232 του InsO). Εν συνεχεία, προσδιορίζει δικάσιμο για τη διεξαγωγή συζήτησης και ψηφοφορίας· η δικάσιμος αυτή δημοσιοποιείται και σε αυτήν καλούνται ατομικώς να συμμετάσχουν οι πτωχευτικοί πιστωτές οι οποίοι έχουν αναγγείλει απαιτήσεις, οι πιστωτές με αξίωση προνομιακής ικανοποιήσεως, ο σύνδικος της πτώχευσης, ο πτωχός οφειλέτης και το συμβούλιο επιχείρησης (άρθρο 235 παρ. 3 του InsO). Κατά τη δικάσιμο δίδεται στα μέρη που είναι παρόντα η ευκαιρία να λάβουν θέση επί των ρυθμίσεων του σχεδίου πτώχευσης. Στη συνέχεια διεξάγεται ψηφοφορία μεταξύ των πιστωτών με αντικείμενο το σχέδιο (άρθρα 243–246 του InsO). Μολονότι ο πτωχός πρέπει καταρχήν να συμφωνεί με το σχέδιο, τυχόν εναντίωσή του σε αυτό θεωρείται απαράδεκτη εφόσον το σχέδιο δεν τον περιάγει σε δεινότερη θέση από αυτή στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν υπήρχε το σχέδιο και εφόσον κανένας από τους πτωχευτικούς πιστωτές δεν αποκομίζει οικονομικό όφελος καθ’ υπέρβαση του συνολικού ποσού της απαίτησής του (άρθρο 247 παρ. 2 του InsO). Εάν το σχέδιο γίνει δεκτό από τους πιστωτές με την απαιτούμενη πλειοψηφία, ακολουθεί επικύρωσή του από το δικαστήριο της πτώχευσης (άρθρο 248 παρ. 1 του InsO).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Αφ’ ης στιγμής τελεσιδικήσει η δικαστική επικύρωση του σχεδίου, τίθενται σε ισχύ οι έννομες συνέπειες που καθορίζονται στο διαπλαστικό μέρος του σχεδίου πτώχευσης υπέρ και κατά των διαφόρων μετεχόντων στη διαδικασία (άρθρο 254 παρ. 1 εδάφ. 1 του InsO). Το δικαστήριο της πτώχευσης κηρύσσει την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 258 παρ. 1 του InsO). Ταυτόχρονα, καταργούνται τα καθήκοντα του συνδίκου της πτώχευσης και των μελών της επιτροπής πιστωτών και ανακτά ο πτωχός το δικαίωμα να διαθέτει ελεύθερα το ενεργητικό της πτώχευσης (άρθρο 259 παρ. 1 του InsO). Μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας ο τέως πτωχευτικός οφειλέτης βαρύνεται με την ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεων σύμφωνα με τους όρους του σχεδίου πτώχευσης. Πάντως, στο διαπλαστικό μέρος του σχεδίου πτώχευσης είναι επίσης δυνατό να ορίζεται ότι η ικανοποίηση των απαιτήσεων υπόκειται σε επιτήρηση από τον σύνδικο (άρθρο 261 παρ. 1 εδάφ. 1 του InsO).

9. Τι είναι η διαδικασία εκκαθάρισης;

Σε περίπτωση που δεν υποβληθεί σχέδιο πτώχευσης, ο σύνδικος προβαίνει στην εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το ενεργητικό της πτώχευσης, με σκοπό τη ρευστοποίησή του και τη διανομή των χρημάτων στους πιστωτές. Ο ακριβής τρόπος εκποίησης καθορίζεται από τον σύνδικο κατά τη διακριτική του ευχέρεια και σύμφωνα με τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί. Σκοπός είναι η επίτευξη ενός όσο το δυνατό μεγαλύτερου ποσού από την εκποίηση του ενεργητικού. Στο πλαίσιο αυτό, είναι δυνατή η εκποίηση ως συνόλου της εταιρείας του οφειλέτη ή κάποιων από τις επιμέρους επιχειρήσεις του ή η κατάτμηση της εταιρείας και η αυτοτελής εκποίηση των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν την πτωχευτική περιουσία.

Η διανομή του προϊόντος της εκποίησης από τον σύνδικο της πτώχευσης γίνεται με βάση κατάλογο διανομής, ο οποίος καταρτίζεται με βάση τον πτωχευτικό πίνακα (άρθρο 175 του InsO). Ο κατάλογος περιλαμβάνει υποχρεωτικά όλες τις πτωχευτικές απαιτήσεις οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη διανομή. Ακολούθως, το προϊόν της εκποίησης επιμερίζεται κατ’ αναλογία μεταξύ των πιστωτών με γνώμονα το ύψος της απαίτησης εκάστου.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Κατά κανόνα, η διανομή μπορεί να αρχίσει ακόμη και πριν από την ολοκλήρωση της εκποίησης του ενεργητικού της πτώχευσης. Ειδικότερα, μόλις διαπιστώνεται ότι το ενεργητικό της πτώχευσης περιλαμβάνει επαρκή μετρητά, πραγματοποιούνται «τμηματικές πληρωμές» (άρθρο 187 παρ. 2 εδάφ. 1 του InsO). Μετά την ολοκλήρωση της εκποίησης πραγματοποιείται η τελική διανομή (άρθρο 188 εδάφ. 1 του InsO), η οποία προϋποθέτει έγκριση του δικαστηρίου της πτώχευσης (άρθρο 196 παρ. 2 του InsO). Εάν καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων, ο σύνδικος της πτώχευσης υποχρεούται να αποδώσει στον πτωχό οφειλέτη το ποσό που ενδεχομένως απομένει (άρθρο 199 εδάφ. 1 του InsO).

10. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις περάτωσης της διαδικασίας;

Μετά την ολοκλήρωση της τελικής διανομής, κηρύσσεται αυτεπαγγέλτως η περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Η απόφαση περί περάτωσης δημοσιοποιείται. Μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας οι πιστωτές μπορούν πλέον χωρίς περιορισμό να διεκδικήσουν την ικανοποίηση των υπολειπόμενων απαιτήσεών τους έναντι του οφειλέτη. Ο κανόνας αυτός όμως δεν ισχύει σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο και έχει υποβάλει αίτηση για να του χορηγηθεί απαλλαγή από τα υπολειπόμενα χρέη. Εάν η αίτηση αυτή γίνει δεκτή, οι πιστωτές χάνουν πλέον οριστικά τη δυνατότητα να επισπεύσουν τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη με στόχο την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους (εξαιρούνται τα είδη απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 302 του InsO). Με την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης ανακτά καταρχήν την εξουσία διοίκησης και διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων που μέχρι τότε ήταν δεσμευμένα για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας.

Όταν η διαδικασία αφορά σχέδιο πτώχευσης, η πτωχευτική διαδικασία περατούται μόλις τελεσιδικήσει η επικύρωση του σχεδίου (άρθρο 258(I)(2) InsO).

« Πτώχευση - Γενικές Πληροφορίες | Γερµανία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 29-07-2004

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο