Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Πτώχευση > Βέλγιο

Τελευταία ενημέρωση: 31-05-2006
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Πτώχευση - Βέλγιο

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Ποιες είναι οι διαδικασίες αφερεγγυότητας και σε τι αποσκοπούν; 1.
2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για το άνοιγμα κάθε είδους διαδικασίας αφερεγγυότητας; 2.
3. Ποιος είναι ο ρόλος των διαφόρων μετεχόντων σε κάθε τύπο διαδικασίας; 3.
4. Ποια τα αποτελέσματα της ενάρξεως της διαδικασίας; 4.
5. Ποιοι είναι οι ειδικοί κανόνες που αφορούν κάποιες κατηγορίες απαιτήσεων; 5.
6. Ποιοι είναι οι κανόνες οι σχετικοί με τις επιβλαβείς πράξεις; 6.
7. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της δήλωσης και αποδοχής των απαιτήσεων; 7.
8. Ποιοι είναι οι κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες ανασυγκρότησης; 8.
9. Ποιοι είναι οι κανόνες σχετικά με την εκκαθάριση; 9.
10. Ποιες οι προϋποθέσεις τερματισμού της διαδικασίας; 10.

 

1. Ποιες είναι οι διαδικασίες αφερεγγυότητας και σε τι αποσκοπούν;

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου περί Υποθηκών1: "Τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη θα χρησιμεύσουν ως κοινή εγγύηση για τους πιστωτές του και η τιμή πωλήσεως των περιουσιακών αυτών στοιχείων θα διανεμηθεί μεταξύ τους ίσοις όροις, εκτός των πιστωτών που έχουν νομίμως προνομιακές απαιτήσεις".

Η αφερεγγυότητα προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές του προς τους πιστωτές του. Για να διασφαλιστεί ότι δεν θα ακυρωθούν οι υποχρεώσεις του οφειλέτη προς τους πιστωτές του, υπάρχουν νόμιμες διαδικασίες που επιτρέπουν στον πιστωτή να επιτύχει την πληρωμή εν όλω ή εν μέρει.

Οι σημαντικότερες διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι η αναγκαστική διαχείριση, η πτώχευση και ο πτωχευτικός συμβιβασμός.

Το βελγικό νομικό σύστημα διακρίνει μεταξύ εμπόρων και μη εμπόρων. Έμπορος είναι ένα πρόσωπο που ασκεί εμπορική δραστηριότητα ως κύρια ή ως δευτερεύουσα επαγγελματική απασχόληση. Το βασικό στοιχείο που διακρίνει την εμπορική δραστηριότητα είναι το στοιχείο του κέρδους. Μόνον οι έμποροι μπορούν να ζητήσουν αναγκαστική διαχείριση και να κηρύξουν πτώχευση.

Η πτωχευτική διαδικασία διέπεται από το νόμο της 8ης Αυγούστου 1997 (Β.S., 28 Οκτωβρίου 1997, και  B.S., 7 Φεβρουαρίου 2001) και συνίσταται σε ένα μηχανισμό εκκαθάρισης. Ο νόμος της 17ης Ιουλίου 1997 (B.S., 28 Οκτωβρίου 1997, και  B.S., 4 Δεκεμβρίου 1997) διέπει την αναγκαστική διαχείριση ως πρώτο στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής διαχείρισης ο οφειλέτης προστατεύεται έναντι των πιστωτών του και κανείς δεν μπορεί να ζητήσει την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση.

Ο πτωχευτικός συμβιβασμός διέπεται από τον Αστικό Κώδικα (ΑΚ) και αφορά μη εμπόρους. Οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο διαμένει στο Βέλγιο το οποίο δεν είναι έμπορος μπορεί να υποβάλει αίτηση για πτωχευτικό συμβιβασμό εάν δεν είναι σε θέση, σε μόνιμη βάση, να πληρώσει τα χρέη του και δεν ζήτησε να κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας (άρθρο 1675/2 (1) ΑΚ.).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για το άνοιγμα κάθε είδους διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Αναγκαστική διαχείριση

Η διαδικασία αναγκαστικής διαχείρισης μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε οφειλέτη έμπορο καλής πίστης εφόσον δεν μπορεί να διαχειριστεί τις οφειλές του εγκαίρως ή εάν βραχυχρόνιες δυσχέρειες τον εμποδίζουν να αναστείλει τις πληρωμές του και υπάρχει κίνδυνος για τη συνέχιση της επιβίωσης της επιχείρησής του (άρθρο 9, παράγραφος 1  του Νόμου για την αναγκαστική Διαχείριση «ΝΑΔ»). Μια περαιτέρω προϋπόθεση είναι ότι η επιχείρηση θα πρέπει να μπορεί να αποκαταστήσει την χρηματοοικονομική της υγεία και αποδοτικότητα (άρθρο 9, παράγραφος 2 ΝΑΔ).

Η αίτηση για αναγκαστική διαχείριση μπορεί να γίνει από τον οφειλέτη γραπτώς προς το Εμποροδικείο (άρθρο 11 παράγραφος 1 ΝΑΔ). Η διαδικασία μπορεί επίσης να κινηθεί με κλήση εκ μέρους του εισαγγελέα (άρθρο 11 παράγραφος 2 ΝΑΔ).

Το μητρώο του Εμποροδικείου διατηρεί χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τους εμπόρους που έχουν δυσχέρειες πληρωμών, οι οποίες είναι προσβάσιμες αποκλειστικά στον εισαγγελέα και στον ίδιο τον έμπορο (άρθρο 5 ΝΑΔ). Ο νόμος καλεί τα στοιχεία αυτά «εγγραφή σε δημόσιο βιβλίο».

 

Πτώχευση

Ένας έμπορος κηρύσσει πτώχευση εάν πληρούνται δύο όροι: πρέπει να έχει παύσει τις πληρωμές και να είναι αφερέγγυος (άρθρο 2 παράγραφος 1 του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Οι πτωχευτικές διαδικασίες υπάγονται στο Εμποροδικείο είτε κατόπιν αιτήσεως του ίδιου του οφειλέτη είτε μετά από κλήση εκ μέρους ενός ή περισσότερων πιστωτών, της εισαγγελίας, του συνδίκου πτωχεύσεως που ορίζεται από το δικαστήριο ή εκκαθαριστή στην περίπτωση διεθνούς υπόθεσης αφερεγγυότητας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 6 του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Το δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να κηρύξει ένα πρόσωπο σε πτώχευση.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να κηρύξει ένα πρόσωπο σε πτώχευση αμέσως. Δύναται να δώσει προθεσμία δεκατεσσάρων ημερών στον έμπορο ή στην εισαγγελία για να ζητήσουν αναγκαστική διαχείριση (άρθρο 7 του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Το άρθρο 10 του Νόμου περί Πτωχεύσεως προβλέπει ότι η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να συνοδεύεται από ισολογισμό, λογιστικά μητρώα, κατάλογο του προσωπικού καθώς και κατάλογο με ονόματα και διευθύνσεις των πελατών και των προμηθευτών.

3. Ποιος είναι ο ρόλος των διαφόρων μετεχόντων σε κάθε τύπο διαδικασίας;

Αναγκαστική διαχείριση

Το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το Εμποροδικείο. Το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο της δικαστικής περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του ή στην περίπτωση που είναι νομικό πρόσωπο, την έδρα του, κατά την ημέρα έναρξης της διαδικασίας αναγκαστικής διαχείρισης (άρθρο 53 ΝΑΔ). Οι δικονομικοί κανόνες για την εφαρμογή της αναγκαστικής διαχείρισης (άρθρο 14 ΝΑΔ) επιτρέπουν έκτακτη αναστολή των πληρωμών (άρθρο 15 (1) (1) ΝΑΔ,  ορίζουν έναν ή περισσότερους διαχειριστές (άρθρο 15) (1) (2) ΝΑΔ) και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπουν την οριστική αναστολή των πληρωμών (άρθρο 33 (1) ΝΑΔ).

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο διαχειριστής. Καθήκον του είναι να επικουρεί τον οφειλέτη στη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων, υπό την επίβλεψη του δικαστηρίου (άρθρο 19 (1) ΝΑΔ). Υποβάλλει εκθέσεις εφόσον οι περιστάσεις το απαιτούν και εφόσον το ζητά το δικαστήριο (άρθρο 19 παράγραφος  1 ΝΑΔ). Απαιτείται από τον διαχειριστή να έχει εχέγγυα αμεροληψίας και ανεξαρτησίας, εμπειρία στη διαχείριση επιχειρήσεων και στη λογιστική και επαγγελματική δεοντολογία (άρθρο 19 παράγραφος 2 ΝΑΔ).

Καθήκοντα του διαχειριστή είναι να επικουρεί τον οφειλέτη στην εκτέλεση του σχεδίου είσπραξης ή πληρωμών (άρθρο 29 (1) (2) ΝΑΔ), να επιβλέπει και να διαχειρίζεται το σχέδιο και τη διοικητική διαδικασία (άρθρο 36 (1)  του ΝΑΔ) να υποβάλλει εκθέσεις στο δικαστήριο για την εφαρμογή του σχεδίου διαχείρισης (άρθρο 36 (2) ΝΑΔ) και να υποβάλει εκθέσεις στο δικαστήριο κατά τη λήξη της διαδικασίας αναγκαστικής διαχείρισης (άρθρο 40 (1) ΝΑΔ). Ο διαχειριστής πρέπει επίσης να εξετάζει όλες τις αναγγελίες απαιτήσεων εκ μέρους των πιστωτών, με τη βοήθεια του οφειλέτη (άρθρο 26 ΝΑΔ).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Καθήκον του οφειλέτη είναι να εκπονήσει ένα σχέδιο είσπραξης ή πληρωμών (άρθρο 29 ΝΑΔ). Υπόκειται σε ποινική δίωξη εάν εκ προθέσεως υποκρύπτει, υπερτιμά ή υποτιμά μέρος των περιουσιακών του στοιχείων ή των οφειλών του ή εάν εκ προθέσεως παρέχει εσφαλμένες πληροφορίες (άρθρο 46 ΝΑΔ). Ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται να ενεργεί με οποιαδήποτε μορφή δόλου, ούτε να αναλαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση διαχείρισης χωρίς την έγκριση του διαχειριστή (άρθρο 15 παράγραφος 1 (3)  ΝΑΔ).

Ο οφειλέτης δικαιούται να καταθέσει στο δικαστήριο (άρθρο 13 ΝΑΔ), να συμβουλεύεται τον φάκελο της υπόθεσης ατελώς και να λαμβάνει αντίγραφα καταβάλλοντας το κόστος στη γραμματεία του δικαστηρίου (άρθρο 18 (2) ΝΑΔ), να υποβάλει αίτηση για την παύση της αναστολής πληρωμών εάν δεν έχουν γίνει δεκτές οι απαιτήσεις του (άρθρο 37 (1) (2) ΝΑΔ), και να τροποποιήσει το σχέδιο εάν μπορεί να αποδείξει ότι η εφαρμογή του θα προκαλούσε σοβαρές δυσχέρειες για αυτόν (άρθρο 38 (2) ΝΑΔ).

 

Πτώχευση

Το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το Εμποροδικείο. Το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο της δικαστικής περιφέρειας όπου ο οφειλέτης είχε την κατοικία του ή στην περίπτωση νομικού προσώπου, την έδρα του, κατά την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 115  του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Στην απόφασή του για την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαστήριο ορίζει έναν ή περισσότερους εκκαθαριστές (άρθρο 11 (1) του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Ο σύνδικος είναι υπεύθυνος ιδίως για την εποπτεία της διαχείρισης και εκκαθάρισης της πτωχευτικής περιουσίας, καθώς και τη διεξαγωγή όλων των απαραίτητων πράξεων. Υποβάλλει εκθέσεις στο δικαστήριο σχετικά με όλες τις διαφορές που απορρέουν από την πτώχευση (εκτός από τις διαφορές που αφορούν απαιτήσεις οι οποίες υπάγονται στο παθητικό). Διατάσσει τη λήψη επειγόντων μέτρων εφόσον αυτό απαιτείται για την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας και προεδρεύει στις συνελεύσεις των πιστωτών (άρθρο 35  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Οι εκκαθαριστές πρέπει να είναι δικηγόροι με ειδική εκπαίδευση που προσφέρουν εγγυήσεις αξιοπιστίας όσον αφορά τις διαδικασίες εκκαθάρισης (άρθρο  27 παράγραφος 2  του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Υποβάλλουν κάθε έτος στον σύνδικο πτωχεύσεως πλήρη έκθεση σχετικά με την κατάσταση της πτώχευσης (άρθρο 34 παράγραφος 1 του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Οι εκκαθαριστές διαχειρίζονται την πτωχευτική περιουσία υπό την εποπτεία του συνδίκου πτωχεύσεως (άρθρο 40  του Νόμου περί Πτωχεύσεως) και καταθέτουν τον ισολογισμό της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 43 παράγραφος 1 του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Εκπροσωπούν τους πιστωτές εκτός από την περίπτωση των προνομιούχων πιστωτών (με επιφύλαξη κυριότητας ή εμπράγματη ασφάλεια ή προνομιούχο χαρακτήρα).

Σύμφωνα με το άρθρο 9  του Νόμου περί Πτωχεύσεως ο πιστωτής πρέπει να προβεί σε δήλωση στο μητρώο του Εμποροδικείου ότι έπαυσε τις πληρωμές του. Αυτομάτως απαλλάσσεται της διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 16 παράγραφος 1 του Νόμου περί Πτωχεύσεως), η οποία τίθεται υπό τον έλεγχο των εκκαθαριστών. Πάντως δηλώνεται ρητά ότι ορισμένα περιουσιακά στοιχεία δεν καλύπτονται από το καθεστώς της πτώχευσης, όπως τα απαραίτητα αντικείμενα για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας καθώς και τα ποσά και αντικείμενα που δεν υπάγονται στην πτωχευτική περιουσία βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Οι πιστωτές τους τους οποίους δεν εκπροσωπεί ο σύνδικος πτωχεύσεως, ήτοι οι πιστωτές που δεν έχουν εμπράγματη ασφάλεια και περιλαμβάνονται στη γενική κατάταξη των πιστωτών, δικαιούνται ίση αναλογία των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας μετά από την έκπτωση του κόστους της διαχείρισης και την πληρωμή των προνομιούχων πιστωτών (άρθρο 99  του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Οι προνομιούχοι πιστωτές ενεργούν χωριστά για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους (βλ. παρακάτω).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

4. Ποια τα αποτελέσματα της ενάρξεως της διαδικασίας;

5. Ποιοι είναι οι ειδικοί κανόνες που αφορούν κάποιες κατηγορίες απαιτήσεων;

Αναγκαστική διαχείριση

Η αναγκαστική διαχείριση καταρχάς συνεπάγεται προσωρινή αναστολή των πληρωμών για περίοδο παρατήρησης μέχρι έξι μηνών (άρθρο 15 παράγραφος 1 ΝΑΔ). Κατά συνέπεια ο οφειλέτης υπόκειται σε μερική δικαιοπρακτική ανικανότητα στο βαθμό που καθορίζεται από το δικαστήριο βάσει των αναγκών της πραγματικής κατάστασης. Πάντως είναι αδύνατον για τον οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα περιουσιακά του στοιχεία αφότου τα αναλάβει ο διαχειριστής. Μπορεί να έχει μόνο ρόλο συνδρομής και/ή εποπτείας.

Τα δικαιώματα εκτέλεσης των πιστωτών αναστέλλονται επίσης: μέτρα εκτέλεσης που ήδη έχουν ξεκινήσει δεν μπορούν να συνεχιστούν και οι πιστωτές δεν μπορούν να λάβουν νέα μέτρα. Οι κατασχέσεις απαγορεύονται κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης (άρθρο 22 ΝΑΔ).

Ακαδημαϊκοί συγγραφείς ταξινομούν τους πιστωτές σε διάφορες κατηγορίες με βασική διάκριση μεταξύ γενικών πιστωτών και ειδικών πιστωτών (προνομιούχων). Οι γενικοί πιστωτές είναι οι μη έχοντες εμπράγματη ασφάλεια και οι έχοντες γενική προτεραιότητα. Στους προνομιούχους δανειστές περιλαμβάνονται οι έχοντες  προνομιούχο χαρακτήρα, εμπράγματη ασφάλεια και επιφύλαξη κυριότητας.

Οι γενικοί πιστωτές δεσμεύονται και υπόκεινται στο σχέδιο είσπραξης και πληρωμών, ενώ οι προνομιούχοι πιστωτές δεσμεύονται μόνο εάν το δήλωσαν ρητά και το υπέγραψαν μεμονωμένα. Οι προνομιούχοι πιστωτές δεν μπορούν να λάβουν περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης. Τα μέτρα αυτά αναστέλλονται. Μπορούν όμως να ζητήσουν πρόσθετη ασφάλεια εφόσον μπορούν να αποδείξουν ότι η υπάρχουσα ασφάλειά τους μπορεί να ακυρωθεί ή να μειωθεί η αξία της.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

 

Πτώχευση

Από την ημέρα που το Εμποροδικείο αποφασίζει την πτώχευση, ο πτωχεύσας αυτομάτως χάνει τον έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων (άρθρο 16 παράγραφος 1 του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Οι εκκαθαριστές διασφαλίζουν τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο της εκκαθάρισης.

Η εκκαθάριση συνίσταται στη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας ενόψει της ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών. Αν υπάρχουν διάφοροι δανειστές, προβλέπεται σειρά κατάταξης. Καταρχήν όλοι δικαιούνται ίσης μεταχείρισης (βάσει του άρθρου 8 του Νόμου περί Υποθηκών), εκτός αν υπάρχουν νόμιμοι λόγοι για να τους δοθεί προτεραιότητα. Οι νόμιμοι λόγοι προτεραιότητας προϋποθέτουν προνόμια και εμπράγματα δικαιώματα. Ειδικές ρήτρες υπέρ πιστωτών και συγκεκριμένες δεσμεύσεις μπορούν να θέσουν ένα πιστωτή σε ισχυρότερη θέση από ορισμένους άλλους πιστωτές.

Οι ακαδημαϊκοί συγγραφείς ταξινομούν τους πιστωτές σε διάφορες κατηγορίες, ενώ η βασική διάκριση προβλέπει τους γενικούς πιστωτές και τους προνομιούχους πιστωτές. Οι γενικοί πιστωτές είναι οι πιστωτές που δεν καλύπτονται από εμπράγματη ασφάλιση (και διέπονται από τον κανόνα ίσης διανομής) και οι γενικής προτεραιότητας πιστωτές που εκπροσωπούνται από τον εκκαθαριστή. Πάντως στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι προνομιούχοι πιστωτές στη διανομή των στοιχείων ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας. Οι προνομιούχοι πιστωτές πρέπει να υπερασπίζονται τις απαιτήσεις τους και δεν εκπροσωπούνται από τον σύνδικο πτωχεύσεως. Περιλαμβάνονται πιστωτές με προνομιούχο χαρακτήρα, εμπράγματη ασφάλεια ή επιφύλαξη κυριότητας.

Για να διασφαλιστεί ότι οι γενικοί πιστωτές πράγματι τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, είναι αδύνατον για οποιονδήποτε από αυτούς, αφ’ης στιγμής διασφαλιστεί η σειρά κατάταξής τους, να προσπαθήσει να βελτιώσει τη θέση του. Κατά συνέπεια είναι αδύνατον για τους πιστωτές αυτούς να προβούν σε κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας είτε προληπτική είτε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. άρθρα 24-25  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Οι προνομιούχοι δανειστές υπόκεινται στην αρχή ότι όλα τα μέτρα εκτέλεσης που λαμβάνονται για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους βασικά αναστέλλονται (άρθρο 26  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Ανεξόφλητη ακίνητη περιουσία η οποία εξακολουθεί να αποτελεί μέρος των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος, κατόπιν μετατροπής της σε χρηματική αξία μπορεί να καλυφθεί με επιφύλαξη κυριότητας (άρθρο 101 του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Βάσει του άρθρου 21 του κανονισμού περί αφερεγγυότητας όταν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας ξεκινούν στο εξωτερικό και ο οφειλέτης είναι εγκατεστημένος στο Βέλγιο τα βασικά σημεία της εντολής εκκίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας καθώς και τα στοιχεία ταυτότητας του εκκαθαριστή δημοσιεύονται στη βελγική Επίσημη Εφημερίδα (άρθρο 3 παράγραφος 2  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Οι αποφάσεις για την κήρυξη πτώχευσης, τερματισμού ή λήξης της πτωχευτικής διαδικασίας που κηρύσσουν ότι η πτώχευση τυγχάνει ή δεν τυγχάνει προστασίας καθώς και οι αποφάσεις που κηρύσσουν την αποκατάσταση του πτωχεύσαντος δημοσιεύονται στο μητρώο επιχειρήσεων (άρθρο 23, παράγραφος 1, (12) του νόμου της 16.01.2003 για τη θέσπιση μητρώου επιχειρήσεων, τον εκσυγχρονισμό του μητρώου εταιρειών, τη θέσπιση κέντρων επιχειρησιακών επαφών καθώς και τη θέσπιση διαφόρων διατάξεων).

6. Ποιοι είναι οι κανόνες οι σχετικοί με τις επιβλαβείς πράξεις;

Αναγκαστική διαχείριση

Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναγκαστικής διαχείρισης η νομοθεσία δεν καθορίζει ύποπτη περίοδο. Υπάρχει περίοδος παρατήρησης κατά τη διάρκεια της προσωρινής αναστολής πληρωμών (άρθρο 15 παράγραφος 1 ΝΑΔ). Η περίοδος αυτή κατά κανόνα δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες αλλά μπορεί να παραταθεί μια φορά για διάστημα μέχρι τριών μηνών (άρθρο 23 του ΝΑΔ).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

 

Πτώχευση

Η ύποπτη περίοδος διέπεται από το άρθρο 12 παράγραφος 6 του Νόμου περί Πτωχεύσεως. Καταρχήν πρόκειται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες πριν από την απόφαση για την κήρυξη της πτώχευσης. Η περίοδος αρχίζει από τη στιγμή που ο έμπορος δεν είναι πλέον σε θέση να πληρώνει τις οφειλές του ούτε να επιτυγχάνει πίστωση μέχρις ότου το Εμποροδικείο κηρύσσει την πτώχευση. Η ημερομηνία παύσης πληρωμών μπορεί να επισπευσθεί όταν υπάρχουν σοβαρές αντικειμενικές συνθήκες, βάσει των οποίων απορρέει σαφώς ότι οι πληρωμές θα παύσουν πριν από την ημερομηνία της κήρυξης της πτώχευσης.

Ένας έμπορος που πρόκειται να πτωχεύσει ενδέχεται να έχει την τάση να προβαίνει σε πράξεις που δεν θα έκανε σε άλλη περίπτωση. Ο εκκαθαριστής στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει οι συναλλαγές να κηρυχθούν άκυρες. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ανακτήσει περιουσιακά στοιχεία που ο πτωχός εκχώρησε ή πώλησε σε υπερβολικά χαμηλή τιμή. Στόχος είναι να υπάρξουν οι καλύτερες δυνατές εγγυήσεις για την ίση μεταχείριση όλων των πιστωτών που εκπροσωπούνται από τον σύνδικο.

7. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της δήλωσης και αποδοχής των απαιτήσεων;

Αναγκαστική διαχείριση

Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης ο διαχειριστής πρέπει να ελέγχει τις δηλώσεις των απαιτήσεων που γίνονται από τον οφειλέτη. Για να το πράξει αυτό πρέπει να τηρεί τους κανόνες που καθορίζονται στα άρθρα 26 και επόμενα του ΝΑΔ.

Εφόσον δεν έχει ληφθεί απόφαση για μια επίδικη απαίτηση, η απαίτηση προσωρινά θα υπαχθεί στη διαδικασία συμβιβασμού, μετά από αίτημα του διαχειριστή και για το ποσό που θα καθοριστεί από το δικαστήριο και θα ληφθεί υπόψη στην εκπόνηση του σχεδίου (άρθρο 27 παράγραφος 3 ΝΑΔ).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

 

Πτώχευση

Απαιτείται από τους πιστωτές να προβούν σε αναγγελία των απαιτήσεών τους το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στην κήρυξη της πτώχευσης. Οι πιστωτές ενημερώνονται με δημοσίευση στην βελγική Επίσημη Εφημερίδα αποσπάσματος της κήρυξης πτώχευσης και με εγκύκλιο του συνδίκου, εφόσον οι πιστωτές είναι γνωστοί (άρθρο  62  του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Οι απαιτήσεις ελέγχονται από τον σύνδικο παρουσία του πτωχού ή τουλάχιστον αφού του έγινε κλήση να εμφανιστεί (άρθρο 65  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Οι πιστωτές χωρίς εμπράγματη ασφάλεια και οι γενικής προτεραιότητας πιστωτές πρέπει να αναμένουν την ικανοποίηση των προνομιούχων πιστωτών ή των πιστωτών με εμπράγματη ασφάλεια ή επιφύλαξη κυριότητας, για τη διανομή των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

8. Ποιοι είναι οι κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες ανασυγκρότησης;

Αναγκαστική διαχείριση

Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης απαγορεύονται τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης έναντι κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων. Η αναστολή αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους πιστωτές, ανεξαρτήτως της εμπράγματης ασφάλειας που ενδέχεται να έχουν και σε όλες τις αναγγελίες ακόμη και πιστωτών  που έχουν κυριότητα. Η αναστολή δεν εφαρμόζεται υπέρ των συνοφειλετών ή των εγγυητών του οφειλέτη (άρθρο 21, παράγραφος 1, (1) ΝΑΔ).

Ο νόμος προβλέπει ότι το δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως πιστωτών που είναι κύριοι της ιδιοκτησίας, προνομιούχοι πιστωτές ή πιστωτές με εμπράγματη ασφάλεια και μπορούν να αποδείξουν ότι η ασφάλεια ή η κυριότητά τους κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή υποβάθμιση της αξίας της μπορούν να ζητήσουν πρόσθετη ασφάλεια βάσει του ποσού της απαίτησής τους (άρθρο 21 παράγραφος 1, (2) ΝΑΔ).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης δεν μπορούν να γίνουν κατασχέσεις. Εάν η εντολή κατάσχεσης έγινε πριν από την αναστολή πληρωμών παραμένει έγκυρη ως ενδιάμεσο μέτρο αλλά το Εμποροδικείο δύναται, εάν οι περιστάσεις το απαιτούν, να αναστείλει την κατάσχεση αφού ακούσει τις απόψεις του οφειλέτη, του πιστωτή και του διαχειριστή (άρθρο 22 ΝΑΔ).

Η εντολή για την αναστολή της πράξης παύει να ισχύει και οι πιστωτές ανακτούν τα πλήρη δικαιώματά τους, εάν οι τόκοι και οι επιβαρύνσεις για τις απαιτήσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά το συμβιβασμό δεν έχουν καταβληθεί.

Η απόφαση για την προσωρινή αναστολή δεν επηρεάζει συμφωνίες που άρχισαν να ισχύουν πριν από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 28 ΝΑΔ).

Εάν η μεταβίβαση της κυριότητας μιας επιχείρησης μπορεί να βοηθήσει στην πληρωμή των πιστωτών και στη διατήρηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των θέσεων εργασίας, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον διαχειριστή να μεταβιβάσει την κυριότητα της επιχείρησης εν όλω ή εν μέρει (άρθρο 41 (1) ΝΑΔ).

Με τη λήξη της περιόδου διαπραγμάτευσης, όταν ο διαχειριστής θα έχει ελέγξει τις ποικίλες προτάσεις αγοράς και θα τις έχει συζητήσει με τα όργανα διαχείρισης της επιχείρησης και τους εκπροσώπους των εργαζομένων (άρθρο 41, (2°) ΝΑΔ), ο διαχειριστής υποβάλει πρόταση στο δικαστήριο για τη μεταβίβαση εν όλω ή εν μέρει της επιχείρησης προς έγκριση. Προτού το δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του, διαβουλεύεται με εκπροσώπους της διαχείρισης και των εργαζομένων της επιχείρησης.

Εάν προταθεί η μεταβίβαση του συνόλου της επιχείρησης, το δικαστήριο μπορεί να την εγκρίνει μόνο εάν συμφωνήσουν πάνω από τους μισούς πιστωτές που ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους, αφού λάβουν μέρος στην ψηφοφορία και συγκεντρώσουν πάνω από τις μισές αναγγελθείσες απαιτήσεις σε αξία. Από τη διαβούλευση με τους πιστωτές συνάγεται ότι η μεταβίβαση του συνόλου της επιχείρησης είναι δυνατή μόνον αφού ελεγχθούν όλες οι αναγγελθείσες απαιτήσεις.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

 

Πτώχευση

Αποκλειστικός στόχος της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η εκκαθάριση των στοιχείων ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας εις όφελος των πιστωτών. Η πτωχεύσασα επιχείρηση εξαφανίζεται από το οικονομικό και νομικό πεδίο.

9. Ποιοι είναι οι κανόνες σχετικά με την εκκαθάριση;

Αναγκαστική διαχείριση

Στόχος της αναγκαστικής διαχείρισης είναι η διασφάλιση ότι μια προβληματική επιχείρηση τυγχάνει προσωρινής προστασίας και ενδέχεται να αποφύγει την πτώχευση. Κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής διαχείρισης δεν τίθεται ζήτημα εκκαθάρισης.

 

Πτώχευση

Ολόκληρη η πτωχευτική διαδικασία από τη στιγμή της κήρυξης της πτώχευσης στοχεύει στην εκκαθάριση των στοιχείων ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας. Κατά συνέπεια, οτιδήποτε προβλέπεται εδώ σε σχέση με την πτώχευση αυτόματα και υποχρεωτικά εφαρμόζεται στην εκκαθάριση.

Μπορεί να γίνει μνεία ειδικότερα στους ακόλουθους κανόνες. Κάθε έτος και για πρώτη φορά δώδεκα μήνες αφότου αναλάβουν καθήκοντα, οι εκκαθαριστές υποβάλλουν στον σύνδικο πτωχεύσεως λεπτομερή έκθεση για την κατάσταση της πτώχευσης (άρθρο 34  του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Ο σύνδικος πτωχεύσεως εκπονεί εκθέσεις σχετικά με τις διαφορές που απορρέουν από την πτωχευτική διαδικασία και διατάσσει την επείγουσα λήψη μέτρων όταν αυτό απαιτείται ώστε να διασφαλιστούν τα στοιχεία ενεργητικού της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 35 του νόμου περί πτωχεύσεως).

Ο σύνδικος πτωχεύσεως κλητεύει τον πτωχό να καταθέσει, παρουσία των εκκαθαριστών, σχετικά με την καλύτερη δυνατή διαχείριση των στοιχείων ενεργητικού. Γίνεται επίσημη έκθεση για την ακρόαση αυτή. Οι εκκαθαριστές πωλούν την ακίνητη περιουσία, τα μέσα εκμετάλλευσης και τα κινητά περιουσιακά στοιχεία, υπό την εποπτεία του συνδίκου πτωχεύσεως και βάσει των διατάξεων των άρθρων 51 και 52, χωρίς να υποχρεούνται να κλητεύουν τον πτωχό κάθε φορά (άρθρο 75 παράγραφος 1  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Εάν το ζητήσουν οι εκκαθαριστές, το δικαστήριο, στη ρευστοποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του πτωχού, μπορεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση μιας επιχείρησης βάσει των όρων που θα καθοριστούν από τα μέρη, με τη συμφωνία των εκκαθαριστών που υπόκειται σε έλεγχο από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον στην υπόθεση μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 75 παράγραφος 4  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Σε ορισμένες περιπτώσεις ο σύνδικος πτωχεύσεως διατάσσει τη διανομή μεταξύ των πιστωτών και καθορίζει τα ποσά. Κάθε πληρωμή που γίνεται με εντολή ή με τη συναίνεση του συνδίκου πτωχεύσεως απαλλάσσει τους εκκαθαριστές (άρθρο 77  του Νόμου περί Πτωχεύσεως)

10. Ποιες οι προϋποθέσεις τερματισμού της διαδικασίας;

Αναγκαστική διαχείριση

Εάν το Εμποροδικείο εγκρίνει την οριστική αναστολή πληρωμών, ο οφειλέτης απαλλάσσεται πλήρως από όλες τις αναγγελθείσες απαιτήσεις στο σχέδιο είσπραξης και πληρωμών, εφόσον ολοκληρωθεί (άρθρο 35 (3) ΝΑΔ). Κατά συνέπεια, ο οφειλέτης αποκαθίσταται και εάν πρόκειται για επιχείρηση ή εταιρεία μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

Εάν το Εμποροδικείο δεν εγκρίνει την οριστική αναστολή πληρωμών, δύναται, στο πλαίσιο της ίδιας απόφασης να κηρύξει την πτώχευση μετά από ακρόαση του πτωχού σχετικά με τις συνθήκες της πτώχευσης (άρθρο 33 (1) ΝΑΔ).

 

Πτώχευση

Περιεχόμενο της πτωχευτικής διαδικασίας είναι ένας μηχανισμός εκκαθάρισης. Αρχικά, το δικαστήριο ρυθμίζει τις διαφορές σχετικά με τους λογαριασμούς και εφόσον είναι δυνατόν, τους εγκρίνει. Στη συνέχεια, κατόπιν προτάσεως του συνδίκου πτωχεύσεως, διατάσσει την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πτωχεύσεως αναφέρει στο δικαστή τις αποφάσεις των συνελεύσεων των πιστωτών, σχετικά με το ζήτημα της προστασίας του πτωχού και τις συνθήκες της πτώχευσης (άρθρο 80  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Μετά τον τερματισμό της διαδικασίας, αποτελεί γενικό κανόνα ότι ο πτωχός δικαιούται προστασίας εάν είναι φυσικό πρόσωπο (ήτοι όχι νομικό πρόσωπο), δεν έχει επιβαρημένο ποινικό μητρώο και ενήργησε ως υπεύθυνο πρόσωπο. Αποτέλεσμα της προστασίας είναι ότι όλες οι οφειλές του πτωχού θεωρούνται αποσβεσθείσες και τα φυσικά πρόσωπα που υπήρξαν εγγυητές του απαλλάσσονται των υποχρεώσεών τους. Η απαλλαγή του πτωχού, ως φυσικού προσώπου, ισχύει επίσης για τον σύζυγο του, εφόσον συμφώνησε να είναι συνοφειλέτης (άρθρα 81-82  του Νόμου περί Πτωχεύσεως).

Ο πτωχός ο οποίος δύναται να λάβει προστασία έχει τώρα τη δυνατότητα να ξεκινήσει νέα επιχειρηματική δραστηριότητα και θεωρείται ότι έχει αποκατασταθεί (άρθρο 110  του Νόμου περί Πτωχεύσεως). Ο πτωχός που κρίθηκε ότι δεν είναι επιλέξιμος για προστασία δύναται να υποβάλει αίτηση αποκατάστασης εφόσον κατέβαλε όλα τα ποσά τα οποία κλήθηκε να καταβάλει (άρθρο 109 (1)  του Νόμου περί Πτωχεύσεως)

Η γραμματεία κοινοποιεί στον πτωχό την απόφαση για τον τερματισμό της πτωχευτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τη δημοσίευση αποσπάσματος της απόφασης για τον τερματισμό της πτωχευτικής διαδικασίας στη βελγική Επίσημη Εφημερίδα. Η απόφαση πρέπει να δημοσιευθεί εάν το δικαστήριο κηρύξει τον πτωχό επιλέξιμο για προστασία (άρθρο 80 του νόμου περί πτωχεύσεως).

Ο τερματισμός της πτωχευτικής διαδικασίας θέτει τέλος στα καθήκοντα των εκκαθαριστών, εκτός από τις ενέργειες που απαιτούνται ώστε να τεθεί τέλος στη διαδικασία και τους απαλλάσσει των καθηκόντων τους.

Πρόσθετες πληροφορίες

1 Βλ. www.just.fgov.be Deutsch - français - Nederlands in "geconsolideerde wetgeving"• βλ. Αστικός Κώδικας, άρθρο 2091 

« Πτώχευση - Γενικές Πληροφορίες | Βέλγιο - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 31-05-2006

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο