Ευρωπαϊκή Επιτροπή > EΔΔ > Εφαρμοστέο δίκαιο > Σουηδία

Τελευταία ενημέρωση: 20-03-2007
Εκτυπώσιμη μορφή Δημιουργήστε σελιδοδείκτη

Εφαρμοστέο δίκαιο - Σουηδία

EJN logo

Η σελίδα αυτή δεν χρησιμοποιείται πλέον. Αυτή τη στιγμή επικαιροποιείται και θα είναι διαθέσιμη στην ευρωπαϊκή πύλη "e-Justice".


 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

I. Πηγές των ισχυόντων κανόνων I.
I.1. Εθνικοί κανόνες I.1.
I.2. Πολυμερείς συμβάσεις I.2.
I.3. Διμερείς συμβάσεις I.3.
II. Εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τη σύγκρουση νόμων II.
II.1. Τα περισσότερα δικαστήρια εφαρμόζουν κανόνες σχετικά με τη σύγκρουση των νόμων με δική τους πρωτοβουλία; II.1.
II.2. Παραπομπή II.2.
II.3. Μεταβολή του συνδετικού στοιχείου II.3.
II.4. Δημόσια τάξη και υποχρεωτικοί διεθνείς κανόνες II.4.
II.5. Απόδειξη του αλλοδαπού δικαίου II.5.
III. Κανόνες επιλογής του δικαίου III.
III.1. Συμβάσεις III.1.
III.2. Εξωσυμβατικές ενοχές III.2.
III.3. Προσωπική κατάσταση III.3.
III.4. Πατρότητα και υιοθεσία III.4.
III.5. Γάμος κλπ., και διατροφή III.5.
III.6. Περιουσιακές σχέσεις III.6.
III.7. Κληρονομική διαδοχή, διαθήκες III.7.
III.8. Εμπράγματο δίκαιο III.8.
III.9. Αφερεγγυότητα III.9.

 

I. Πηγές των ισχυόντων κανόνων

I.1. Εθνικοί κανόνες

Το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο στη Σουηδία έχει κωδικοποιηθεί μόνο εν μέρει, και συνίσταται σε συνδυασμό νομοθεσίας και νομολογίας. Η νομοθεσία αποσκοπεί κυρίως στην εκτέλεση των διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Σουηδία είναι συμβαλλόμενο μέρος. Η βασική νομοθεσία έχει ως εξής:

Γάμος και τέκνα

  • Κεφάλαιο 3, Άρθρα 4 και 6, του νόμου περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο και την επιμέλεια (1904:26 s. 1).
  • Άρθρα 9, 12 και 13, της Αποφάσεως περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο, την υιοθεσία και την επιμέλεια (1931:429).
  • Άρθρο 2 του νόμου περί των διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά την υιοθεσία (1971:796).
  • Άρθρα 2, 3 και 6 του νόμου περί διεθνών ζητημάτων πατρότητας (1985:367).
  • Άρθρα 3-5 του νόμου περί ορισμένων διεθνών ζητημάτων που αφορούν την περιουσία εγγάμων (1990:272).

Κληρονομιά

  • Άρθρα 1 5, 7 19 και 21 του νόμου περί των περιουσιακών στοιχείων εκλιπόντων Δανών, Φινλανδών, Ισλανδών ή Νορβηγών υπηκόων οι οποίοι είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη Σουηδία (1935:44).
  • Κεφάλαιο 1 του νόμου περί διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία εκλιπόντων (1937:81).

Συμβάσεις και πώληση

  • Άρθρα 79-87 του νόμου περί συναλλαγματικών (1932:130).
  • Άρθρα 58 - 65 του νόμου περί επιταγών (1932:131).
  • Νόμος περί του εφαρμοστέου δικαίου για την πώληση εμπορευμάτων (1964:528).
  • Άρθρα 25α, 31α και 42 του νόμου περί συμμετοχής των εργαζομένων στη διαχείριση (1976:580).
  • Νόμος περί του εφαρμοστέου δικαίου σε ορισμένες συμβάσεις ασφαλίσεως (1993:645).
  • Κεφάλαιο 13, άρθρο 2, του νόμου περί εμπορικής ναυτιλίας (1994:1009).
  • Άρθρο 13 του νόμου περί των συμβατικών όρων στις σχέσεις καταναλωτών (1994:1512).
  • Άρθρο 18 του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την χρονομεριστική χρήση ακινήτων (1997:218).
  • Νόμος περί του εφαρμοστέου δικαίου στις συμβατικές ενοχές (1998:167).
  • Κεφάλαιο 5, άρθρο 2, του νόμου περί των πωλήσεων εξ αποστάσεως και κατ’οίκον (2005:59).

Αστική ευθύνη για ζημίες

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

  • Άρθρα 8, 14 και 38 του νόμου περί των τραυματισμών από ατυχήματα οδικής κυκλοφορίας (1975:1410).
  • Άρθρο 1 του νόμου (1972:114) σε συνδυασμό με τη Σύμβαση της 9ης Φεβρουαρίου 1972 μεταξύ Σουηδίας και Νορβηγίας σχετικά με τη βοσκή ταράνδων.
  • Άρθρο 1 του νόμου (1974:268) σε συνδυασμό με τη Σύμβαση της 9ης Φεβρουαρίου 1974 για την προστασία του περιβάλλοντος που έχει υπογραφεί μεταξύ της Δανίας, της Φινλανδίας, της Σουηδίας και της Νορβηγίας.

I.2. Πολυμερείς συμβάσεις

Η Σουηδία είναι συμβαλλόμενο μέρος των ακόλουθων πολυμερών διεθνών συμβάσεων οι οποίες θεσπίζουν κανόνες περί του εφαρμοστέου δικαίου. Η Σουηδία εφαρμόζει μια διττή προσέγγιση στις διεθνείς συνθήκες, και αυτές οι πολυμερείς συμβάσεις έχουν επίσης τεθεί σε εφαρμογή με την εσωτερική νομοθεσία: βλ. ανωτέρω.

Η Κοινωνία των Εθνών

  • Σύμβαση του 1930 «περί κανονισμού συγκρούσεων τινών νόμων επί συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγήν».
  • Σύμβαση του 1931 «περί κανονισμού συγκρούσεων τινών νόμων επί των επιταγών».

Συνδιάσκεψη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της Χάγης

  • Σύμβαση του 1955 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβάσεις διεθνούς πωλήσεως εμπορευμάτων.
  • Σύμβαση του 1961, για τις συγκρούσεις νόμων που αφορούν τον τύπο διατάξεων διαθήκης.

ΕΕ

  • Σύμβαση του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές.

Συμβάσεις Σκανδιναβικών χωρών

  • Η Σύμβαση του 1931 μεταξύ Δανίας, Φινλανδίας, Ισλανδίας, Νορβηγίας και Σουηδίας, περί καθορισμού διατάξεων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου σχετικά με το γάμο, την υιοθεσία και την επιμέλεια (όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την τροποποιητική Σύμβαση του 2001).
  • Σύμβαση του 1934 μεταξύ Δανίας, Φινλανδίας, Ισλανδίας, Νορβηγίας και Σουηδίας περί της κληρονομικής διαδοχής, της διαθήκης και της διοίκησης περιουσιακών στοιχείων (όπως τροποποιήθηκε με τροποποιητική Σύμβαση του 1975).
  • Σύμβαση του 1974 για το περιβάλλον μεταξύ Δανίας, Φινλανδίας, Νορβηγίας και Σουηδίας.

I.3. Διμερείς συμβάσεις

  • Σύμβαση του 1972 μεταξύ Σουηδίας και Νορβηγίας σχετικά με τη βοσκή ταράνδων.

II. Εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τη σύγκρουση νόμων

II.1. Τα περισσότερα δικαστήρια εφαρμόζουν κανόνες σχετικά με τη σύγκρουση των νόμων με δική τους πρωτοβουλία;

Δεν υπάρχει κανένας νόμος στη σουηδική νομοθεσία που να απαιτεί από δικαστήριο να εφαρμόσει αλλοδαπό δίκαιο με δική του πρωτοβουλία. Το ζήτημα εξετάστηκε κυρίως στη νομολογία, και φαίνεται ότι γίνεται διάκριση μεταξύ προαιρετικών διαδικασιών (dispositiva mål), δηλαδή διαδικασιών που αφορούν θέματα τα οποία τα αντίδικα μέρη είναι ελεύθερα να ρυθμίσουν με συμφωνία, και υποχρεωτικών διαδικασιών (indispositiva mål), δηλαδή διαδικασιών που αφορούν θέματα τα οποία μπορούν να ρυθμιστούν μόνο από δικαστήριο. Στις διαδικασίες προαιρετικού τύπου φαίνεται ότι ένα από τα μέρη οφείλει να επικαλεστεί το αλλοδαπό δίκαιο πριν αυτό να εφαρμοστεί. Υπήρξαν πολλές υποθέσεις με σαφώς αλλοδαπό στοιχείο στις οποίες εφαρμόστηκε η σουηδική νομοθεσία χωρίς αντίρρηση επειδή κανένα μέρος δεν επικαλέστηκε αλλοδαπό δίκαιο. Στις διαδικασίες υποχρεωτικού τύπου, εξάλλου, όταν πρόκειται για τον καθορισμό της πατρότητας, για παράδειγμα, υπήρξαν υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια εφήρμοσαν αλλοδαπό δίκαιο αυτεπαγγέλτως.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

II.2. Παραπομπή

Η γενική προσέγγιση έναντι της παραπομπής στο σουηδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο είναι αρνητική. Εντούτοις υπάρχει μια εξαίρεση στο άρθρο 79 (2) του νόμου περί συναλλαγματικών και στο άρθρο 58 (2) του νόμου περί επιταγών, όσον αφορά την ικανότητα ξένων υπηκόων να μετέχουν σε συναλλαγή με αντικείμενο συναλλαγματικές ή επιταγές. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι διατάξεις στηρίζονται σε διεθνείς συμβάσεις. Άλλες εξαιρέσεις υπάρχουν στο άρθρο 9 (2) του νόμου για τις συνέπειες των περιπτώσεων αφερεγγυότητας σε άλλη Σκανδιναβική χώρα (1981:7) και στα άρθρα 5 - 7 του νόμου περί του εφαρμοστέου δικαίου σε ορισμένες συμβάσεις ασφαλίσεως (1993:645). Τέλος, σχετικά με το τυπικό κύρος ενός γάμου, η παραπομπή αναγνωρίζεται στο άρθρο 1 (7) του νόμου περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο και την επιμέλεια (1904:26 s. 1).

II.3. Μεταβολή του συνδετικού στοιχείου

Το σουηδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο δεν περιλαμβάνει γενικό κανόνα σχετικά με τη συνέπεια της μεταβολής του συνδετικού στοιχείου: το ζήτημα ρυθμίζεται χωριστά σε κάθε διαφορετικό νόμο. Για παράδειγμα, το άρθρο 4 (1) του νόμου περί ορισμένων διεθνών ζητημάτων που σχετίζονται με την περιουσία εγγάμων (1990:272) αναφέρει ότι «εάν το εφαρμοστέο δίκαιο δεν έχει καθοριστεί κατόπιν συμφωνίας, το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους στο οποίο οι σύζυγοι είχαν τη συνήθη διαμονή τους (hemvist) κατά τη σύναψη του γάμου», και το άρθρο 4 (2) του ιδίου νόμου αναφέρει ότι «εάν και οι δύο σύζυγοι εν συνεχεία εγκαταστάθηκαν σε άλλο κράτος και έζησαν εκεί για τουλάχιστον δύο έτη, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτού του κράτους».

II.4. Δημόσια τάξη και υποχρεωτικοί διεθνείς κανόνες

Θεωρείται ως γενική αρχή του σουηδικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου να μην εφαρμόζεται αλλοδαπό δίκαιο στην περίπτωση που η εφαρμογή του θα είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τις θεμελιώδεις αρχές της δημόσιας τάξης σ’αυτήν τη χώρα. Σχετικές διατάξεις βρίσκονται στις περισσότερες νομοθεσίες που αφορούν το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Δεν πρέπει όμως να υποτεθεί ότι ο περιορισμός δημόσιας τάξης απαιτεί την ύπαρξη νομικής βάσης. Εκδόθηκαν ελάχιστες αποφάσεις στις οποίες συνάγεται το συμπέρασμα ότι το αλλοδαπό δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί για λόγους δημόσιας τάξης.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Ο καθορισμός των κανόνων του σουηδικού δικαίου οι οποίοι είναι υποχρεωτικοί κανόνες διεθνούς δικαίου υπάγεται συνήθως στην αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών.

II.5. Απόδειξη του αλλοδαπού δικαίου

Εάν το δικαστήριο δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του αλλοδαπού δικαίου το οποίο θεωρεί ότι πρέπει να εφαρμοστεί, μπορεί να εφαρμόσει δύο προσεγγίσεις. Είτε να διεξαγάγει έρευνα το ίδιο, ή να ζητήσει από ένα από τα αντίδικα μέρη να υποβάλει τις αναγκαίες πληροφορίες. Ποια προσέγγιση επιλέγεται είναι ζήτημα εκτίμησης της σκοπιμότητας. Εάν το δικαστήριο αποφασίσει να ερευνήσει το ζήτημα το ίδιο, μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια του υπουργείου Δικαιοσύνης. Γενικά το δικαστήριο θα παίξει πιο ενεργό ρόλο σε υποχρεωτικές διαδικασίες από ό,τι στις προαιρετικές διαδικασίες (βλ. ανωτέρω). Στις προαιρετικές διαδικασίες το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει στα αντίδικα μέρη τη διεξαγωγή της έρευνας.

III. Κανόνες επιλογής του δικαίου

III.1. Συμβάσεις

Η Σουηδία είναι μέρος της Σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. Άλλοι κανόνες δικαίου εφαρμόζονται σε ορισμένους τομείς.

Η πώληση εμπορευμάτων διέπεται από το νόμο περί του εφαρμοστέου δικαίου για την πώληση εμπορευμάτων (1964:528), ο οποίος ενσωματώνει στο εσωτερικό δίκαιο τη Σύμβαση της Χάγης του 1955 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβάσεις διεθνούς πωλήσεως εμπορευμάτων. Ο νόμος στηρίζεται στους κανόνες της Σύμβασης της Ρώμης. Εντούτοις, δεν καλύπτει τις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές. Το άρθρο 3 προβλέπει ότι ο αγοραστής και ο πωλητής μπορούν να αποφασίσουν κατόπιν συμφωνίας σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο. Το άρθρο 4 αναφέρει ότι, εάν τα μέρη δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο, το δίκαιο που ισχύει είναι εκείνο που εφαρμόζεται στη χώρα συνήθους διαμονής του πωλητή. Προβλέπεται εξαίρεση σ’αυτόν τον κανόνα εάν ο πωλητής έλαβε παραγγελία στη χώρα συνήθους διαμονής του αγοραστή, και για λόγους ανταλλαγής ή σε δημοπρασία.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Υπάρχει άλλη εξαίρεση από τους κανόνες της Σύμβασης της Ρώμης για ορισμένες συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές. Στο άρθρο 13 του νόμου περί των συμβατικών όρων στις σχέσεις καταναλωτών (1994:1512), στο άρθρο 18 του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την χρονομεριστική χρήση ακινήτων (1997:218) και στο άρθρο 5 (2) του νόμου περί των πωλήσεων εξ αποστάσεως και κατ’οίκον (2005:59) υπάρχουν ειδικοί κανόνες που αποσκοπούν στην προστασία των καταναλωτών από ρήτρες επιλογής δικαίου. Οι εν λόγω κανόνες ορίζουν ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, πρέπει να εφαρμόζεται το δίκαιο χώρας του ΕΟΧ εάν προβλέπει καλύτερη προστασία για τους καταναλωτές.

Υπάρχουν ειδικοί κανόνες για τις συναλλαγματικές και τις επιταγές στα άρθρα 79-87 του νόμου περί συναλλαγματικών (1932:130) και στα άρθρο 58-65 του νόμου περί επιταγών (1932:131). Στηρίζονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1930 «περί κανονισμού συγκρούσεων τινών νόμων επί συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγήν» και στη Σύμβαση της Γενεύης «περί κανονισμού συγκρούσεων τινών νόμων επί των επιταγών».

Ορισμένες συμβάσεις ασφαλίσεως ζωής και άλλες συμβάσεις ασφαλίσεως διέπονται από το νόμο περί του εφαρμοστέου δικαίου σε ορισμένες συμβάσεις ασφαλίσεως (1993:645).

III.2. Εξωσυμβατικές ενοχές

Το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου σε εξωσυμβατικές ενοχές δεν ρυθμίζεται γενικά από τη νομοθεσία. Στην υπόθεση αριθ. NJA 1969 s. 163 αποφασίσθηκε ότι σε εξωσυμβατικές ενοχές η υποχρέωση αποκαταστάσεως της προκληθείσας ζημίας έπρεπε να καθοριστεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας του γενεσιουργού γεγονότος που προκάλεσε τη ζημία (lex loci delicti). Σ’αυτήν την περίπτωση δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι το πρόσωπο που προκάλεσε τη ζημία και το πρόσωπο που υπέστη τη ζημία είχαν την ίδια συνήθη διαμονή. Δεν υπάρχουν αποφάσεις οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να απαντήσουν στο ερώτημα σχετικά με τη χώρα της οποίας το δίκαιο θεωρείται ως εφαρμοστέο όταν τα γεγονότα που προκάλεσαν τη ζημία διεπράχθησαν σε χώρα διαφορετική από εκείνη στην οποία προέκυψε άμεσα η ζημία.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

III.3. Προσωπική κατάσταση

Στο σουηδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο το αποφασιστικό κριτήριο του συνδετικού στοιχείου για τον καθορισμό της προσωπικής κατάστασης ήταν κατά παράδοση η ιθαγένεια. Αλλά υπάρχουν πλέον τόσες πολλές υποθέσεις στις οποίες λήφθηκε υπόψη η συνήθης διαμονή και όχι η ιθαγένεια ως το κύριο συνδετικό στοιχείο ώστε είναι αμφίβολο αν μπορεί ακόμη να γίνεται λόγος για ενιαίο κύριο συνδετικό στοιχείο για την προσωπική κατάσταση. Στο σουηδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, η «προσωπική κατάσταση» εννοείται ότι περιλαμβάνει ουσιαστικά ζητήματα ικανότητας δικαίου και ονόματος.

Στο κεφάλαιο 1, άρθρο 1, του νόμου περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο και την επιμέλεια (1904:26 s. 1), η ικανότητα για σύναψη γάμου ενώπιον σουηδικής αρχής διέπεται κατ’αρχήν από το σουηδικό δίκαιο εάν ένα από τα μέρη είναι Σουηδός υπήκοος ή έχει τη συνήθη διαμονή του στη Σουηδία. Παρόμοιοι κανόνες εφαρμόζονται, στο πλαίσιο των Σκανδιναβικών χωρών, βάσει των άρθρων 1 της αποφάσεως περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο, την υιοθεσία και την επιμέλεια (1931:429).

Υπάρχουν ειδικοί κανόνες σχετικά με την επιμέλεια και την κηδεμονία στα κεφάλαια 4 και 5 του νόμου περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο και την επιμέλεια (1904:26 s. 1) και στα άρθρα 14—21α της Αποφάσεως περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο, την υιοθεσία και την επιμέλεια (1931:429).

Στο κεφάλαιο 1, άρθρο 3, του νόμου περί διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία εκλιπόντων (1937:81), η ικανότητα σύνταξης ή ανάκλησης διαθήκης διέπεται από τη νομοθεσία της χώρας υπήκοος της οποίας είναι ο διαθέτης.

Όσον αφορά το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου στην ικανότητα σύναψης συμβάσεων, το άρθρο 11 της Σύμβασης της Ρώμης δίνει μερική απάντηση. Η ικανότητα διενέργειας συναλλαγών με αντικείμενο συναλλαγματικές ή επιταγές διέπεται από τους ειδικούς κανόνες του άρθρου 79 του νόμου περί συναλλαγματικών και του άρθρου 58 του νόμου περί επιταγών.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Υπάρχει ειδικός κανόνας σχετικά με τη δυνατότητα να είναι κάποιος διάδικος στο κεφάλαιο 11, άρθρο 3, του κώδικα πολιτικής δικονομίας, ο οποίος αναφέρει ότι αλλοδαπός/ή ο/η οποίος/α στη χώρα του/της αδυνατεί να είναι διάδικος δύναται εν πάση περιπτώσει να το κάνει στη Σουηδία εάν έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με το σουηδικό δίκαιο.

Το σουηδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο θεωρεί ότι τα ζητήματα ονόματος υπάγονται στο δίκαιο περί προσωπικής καταστάσεως. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι το γεγονός ότι ένας σύζυγος παίρνει το όνομα του άλλου συζύγου δεν υπάγεται στα έννομα αποτελέσματα του γάμου σε προσωπικό επίπεδο. Σύμφωνα με το άρθρο 50 του νόμου περί προσωπικών ονομάτων (1982:670), ο νόμος δεν εφαρμόζεται σε Σουηδούς υπηκόους οι οποίοι έχουν συνήθη διαμονή στη Δανία, στη Νορβηγία ή στη Φινλανδία· δύναται να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα ότι εφαρμόζεται σε Σουηδούς υπηκόους αλλού. Το άρθρο 51 αναφέρει ότι ο νόμος εφαρμόζεται επίσης σε αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Σουηδία.

III.4. Πατρότητα και υιοθεσία

Το σουηδικό ουσιαστικό δίκαιο δεν κάνει διάκριση μεταξύ γνήσιων και εξώγαμων τέκνων, και το σουηδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο δεν περιέχει ειδικούς κανόνες επιλογής του δικαίου για να διαπιστώνεται εάν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα τέκνο έχει γεννηθεί με γάμο ή εκτός γάμου, ή εάν ένα τέκνο δύναται να νομιμοποιηθεί εν συνεχεία.

Όσον αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο στη θεμελίωση της πατρότητας, υπάρχουν διάφοροι κανόνες για το τεκμήριο πατρότητας και για τη θεμελίωση της πατρότητας από δικαστήριο. Το τεκμήριο πατρότητας διέπεται από το άρθρο 2 του νόμου περί των διεθνών ζητημάτων πατρότητας (1985:367). Αυτό προβλέπει ότι ο σύζυγος ο οποίος ήταν ή είναι παντρεμένος με τη μητέρα τέκνου, θεωρείται πατέρας του εν λόγω τέκνου εάν αυτό απορρέει από το δίκαιο του κράτους στο οποίο το τέκνο απέκτησε τη συνήθη διαμονή του κατά τη γέννηση, ή, όταν το εν λόγω δίκαιο δεν αναγνωρίζει κανέναν ως πατέρα, εάν αυτό απορρέει από το δίκαιο του κράτους υπήκοος του οποίου έγινε το τέκνο κατά τη γέννηση. Εντούτοις, εάν η συνήθης διαμονή κατά τη γέννηση τέκνου ήταν η Σουηδία, το ζήτημα αποφασίζεται πάντα σύμφωνα με το σουηδικό δίκαιο. Εάν η πατρότητα πρέπει να θεμελιωθεί στο δικαστήριο, το δικαστήριο εφαρμόζει το δίκαιο της χώρας στην οποία το τέκνο είχε τη συνήθη διαμονή του κατά την ημερομηνία λήψης της πρωτόδικης απόφασης.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Στο άρθρο 2 (1) του νόμου περί διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά την υιοθεσία (1971:796), σουηδικό δικαστήριο το οποίο εξετάζει αίτηση υιοθεσίας οφείλει να εφαρμόσει το σουηδικό δίκαιο. Το άρθρο 2 (2) ορίζει, εντούτοις, ότι εάν η αίτηση αφορά τέκνο ηλικίας κάτω των 18 ετών, το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτών ή το τέκνο συνδέεται με άλλο κράτος μέσω ιθαγένειας, συνήθους διαμονής ή άλλου λόγου, και εάν αναμένεται ότι το γεγονός αυτό θα προκαλέσει δυσκολία στο τέκνο στην περίπτωση που η υιοθεσία δεν αναγνωρίζεται στο εν λόγω κράτος.

Όσον αφορά τα νομικά αποτελέσματα της υιοθεσίας, όταν μια απόφαση ξένης υιοθεσίας είναι έγκυρη στη Σουηδία το θετό τέκνο θεωρείται τέκνο των υιοθετούντων οι οποίοι έχουν τελέσει γάμο στη Σουηδία για λόγους επιμέλειας, κηδεμονίας και διατροφής. Σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, εντούτοις, ο νόμος απαιτεί ίση μεταχείριση μεταξύ των θετών τέκνων και των γνήσιων τέκνων των υιοθετούντων μόνο εάν η υιοθεσία έλαβε χώρα στη Σουηδία. Εάν η υιοθεσία έλαβε χώρα στην αλλοδαπή, το δικαίωμα του θετού τέκνου στην κληρονομική διαδοχή εξετάζεται σύμφωνα με το δίκαιο το οποίο διέπει γενικά το δικαίωμα κληρονομικής διαδοχής, δηλαδή το δίκαιο της χώρας της ιθαγένειας.

III.5. Γάμος κλπ., και διατροφή

Όσον αφορά την ικανότητα για σύναψη γάμου, βλ. σημείο 3.3. ανωτέρω, ένας γάμος θεωρείται έγκυρος ως προς τον τύπο εάν είναι έγκυρος στη χώρα τέλεσης (κεφάλαιο 1, άρθρο 7, του νόμου περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο και την επιμέλεια (1904:26 s. 1).

Τα νομικά αποτελέσματα ενός γάμου διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες, η μία που αφορά το προσωπικό πεδίο και η άλλη που σχετίζεται με την περιουσία των συζύγων. Το κύριο αποτέλεσμα του γάμου από προσωπικής πλευράς είναι ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Στο σουηδικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, τα ζητήματα του δικαιώματος κληρονομικής διαδοχής των συζύγων, η απόκτηση του ονόματος του άλλου συζύγου ή το καθήκον διατροφής των τέκνων του άλλου συζύγου δεν θεωρούνται νομικά αποτελέσματα του γάμου, και το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται από τους κανόνες επιλογής του δικαίου το οποίο διέπει τα θέματα κληρονομικής διαδοχής, προσωπικού ονόματος, κλπ.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου στη διατροφή συζύγου δεν ρυθμίζεται από τη νομοθεσία. Το δίκαιο της χώρας συνήθους διαμονής του συζύγου που έχει δικαίωμα διατροφής, εφαρμόστηκε σε περιπτώσεις στις οποίες οι σύζυγοι είχαν επίσης την κοινή συνήθη διαμονή τους στην εν λόγω χώρα κατά τη διάρκεια του γάμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφασίσει σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στην περίπτωση που το πρόσωπο που δικαιούται διατροφής έχει μετοικήσει σε άλλη χώρα, αλλά υπάρχουν αποφάσεις εφετείων βάσει των οποίων εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας μετοικεσίας του εν λόγω προσώπου. Συμφωνία σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο τηρήθηκε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η συμφωνία συνήφθη μετά από την γένεση της διαφοράς.

Σε θέματα διαζυγίου, το κεφάλαιο 3, άρθρο 4 (1) του νόμου περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο και την επιμέλεια (1904:26 s. 1), ορίζει ότι τα σουηδικά δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν το σουηδικό δίκαιο. Το άρθρο 4 (2) προβλέπει μια εξαίρεση στην περίπτωση που αμφότεροι οι σύζυγοι είναι αλλοδαποί υπήκοοι και κανένας από αυτούς δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στη Σουηδία επί τουλάχιστον ένα έτος.

Το σουηδικό ουσιαστικό δίκαιο δεν εξετάζει τους δικαστικούς θεσμούς δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου, και δεν υπάρχουν γενικά εφαρμοστέοι κανόνες επιλογής του δικαίου που να ισχύουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Σε ό,τι αφορά τις Σκανδιναβικές χώρες, το άρθρο 9 της αποφάσεως περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο, την υιοθεσία και την επιμέλεια (1931:429), αναφέρει ότι σε περίπτωση δικαστικού χωρισμού το δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τη νομοθεσία του.

Δυνάμει του κεφαλαίου 3, άρθρο 1, του νόμου περί των καταχωρημένων συντροφικών σχέσεων (1994:1117), οι συντροφικές σχέσεις μεταξύ δύο ατόμων του ιδίου φύλου έχουν τα ίδια νομικά αποτελέσματα με το γάμο. Το κεφάλαιο 3, άρθρο 4, εντούτοις, προβλέπει μια εξαίρεση στην περίπτωση εφαρμογής της προαναφερθείσας αποφάσεως, δηλαδή της αποφάσεως περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο, την υιοθεσία και την επιμέλεια (1931:429).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

III.6. Περιουσιακές σχέσεις

Το εφαρμοστέο δίκαιο στα περιουσιακά στοιχεία των εγγάμων διέπεται από το νόμο περί ορισμένων διεθνών ζητημάτων που αφορούν την περιουσία εγγάμων (1990:272). Το άρθρο 3 του νόμου επιτρέπει στους εγγάμους ή σε ζεύγη που αποβλέπουν σε γάμο να συνάψουν γραπτή συμφωνία βάσει της οποίας το δίκαιο των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων θα διέπεται από το δίκαιο της χώρας της οποίας είχε την ιθαγένεια ή τη συνήθη διαμονή του ένας εκ των δύο κατά την ημερομηνία σύναψης της εν λόγω συμφωνίας.

Εάν οι σύζυγοι δεν συνήψαν έγκυρη συμφωνία επιλογής του δικαίου, το άρθρο 4 του νόμου ορίζει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία είχαν τη συνήθη διαμονή τους μετά την τέλεση του γάμου. Εάν αμφότεροι οι σύζυγοι εγκαταστάθηκαν εν συνεχεία σε άλλη χώρα και διαβιώνουν σ’αυτήν επί τουλάχιστον δύο έτη, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της χώρας. Αλλά εάν αμφότεροι οι σύζυγοι είχαν ήδη εγκατασταθεί σ’αυτό το κράτος κατά τη διάρκεια του γάμου, ή εάν αμφότεροι είναι υπήκοοι αυτού του κράτους, εφαρμόζεται το δίκαιο του εν λόγω κράτους από τη στιγμή της εγκατάστασής τους σ’αυτή τη χώρα.

Το άρθρο 5 του νόμου αναφέρει ότι η συμφωνία επιλογής του δικαίου είναι έγκυρη εάν είναι συμβιβάσιμη με το εφαρμοστέο δίκαιο στην περιουσία των συζύγων όταν λαμβάνει χώρα η πράξη. Εάν η συμφωνία επιλογής δικαίου συνάπτεται πριν από την τέλεση του γάμου, είναι έγκυρη εάν είναι συμβιβάσιμη με το δίκαιο το οποίο καθίσταται εφαρμοστέο όταν τελείται ο γάμος. Μια συμφωνία επιλογής του δικαίου είναι έγκυρη ως προς τον τύπο εάν πληροί τις τυπικές απαιτήσεις του δικαίου του κράτους στο οποίο συνάπτεται ή στο οποίο έχουν τη συνήθη διαμονή τους οι σύζυγοι.

Για τις Σκανδιναβικές χώρες υπάρχουν ειδικοί κανόνες που καθορίζονται στην απόφαση περί ορισμένων διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά το γάμο, την υιοθεσία και την επιμέλεια (1931:429).

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

III.7. Κληρονομική διαδοχή, διαθήκες

Το κεφάλαιο 1, άρθρο 1 (1) του νόμου περί διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία εκλιπόντων (1937:81), αναφέρει ότι το δικαίωμα κληρονομιάς εξετάζεται μόνο σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας υπήκοος της οποίας ήταν ο εκλιπών κατά τη στιγμή του θανάτου. Πρόκειται για το δίκαιο σύμφωνα με το οποίο καθορίζονται οι κληρονόμοι, οι κληρονομικές μερίδες που τους αναλογούν, και η ενδεχόμενη ύπαρξη των νόμιμων μοιρών. Το δικαίωμα κληρονόμου να διεκδικήσει επιπλέον του μεριδίου κληρονομιάς του/της υπάγεται ομοίως στο δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή.

Δυνάμει του κεφαλαίου 1, άρθρο 8 του νόμου περί διεθνών έννομων σχέσεων όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία εκλιπόντων (1937:81), το ερώτημα εάν δωρεά πρέπει να θεωρηθεί ως προκαταβολή της κληρονομιάς εξετάζεται σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας ιθαγένειας του εκλιπόντος κατά τη στιγμή της δωρεάς. Ομοίως, το κεφάλαιο 7 του νόμου προβλέπει ότι το ζήτημα του δεσμευτικού χαρακτήρα συμφωνιών με τον εκλιπόντα όσον αφορά τη μελλοντική κληρονομική διαδοχή και δωρεών λόγω προσεχούς θανάτου εξετάζεται σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας ιθαγένειας του εκλιπόντος κατά την στιγμή της πράξης.

Το κεφάλαιο 1, άρθρο 9 του νόμου ορίζει ότι το ερώτημα της έκτασης της κληρονομικής ικανότητας αποφασίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της ιθαγένειας του εν λόγω προσώπου.

Δυνάμει του κεφαλαίου 1, άρθρο 3, του νόμου η ικανότητα σύνταξης ή ανάκλησης διαθήκης καθορίζεται από το δίκαιο της χώρας υπήκοος της οποίας ήταν ο διαθέτης κατά τη στιγμή της πράξης.

Το κεφάλαιο 1, άρθρο 4, αναφέρει ότι η διαθήκη θεωρείται έγκυρη ως προς τον τύπο εάν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του δικαίου του τόπου στον οποίο έχει συνταχθεί η διαθήκη ή του τόπου ιθαγενείας του διαθέτη κατά τη στιγμή σύνταξης της διαθήκης ή θανάτου. Στο βαθμό που η διαθήκη αφορά ακίνητη περιουσία, θεωρείται επίσης έγκυρη ως προς τον τύπο εάν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του δικαίου του τόπου στον οποίο βρίσκεται η ακίνητη περιουσία. Το ίδιο ισχύει για την ανάκληση διαθήκης. Αυτή η διάταξη εφαρμόζει τη Σύμβαση της Χάγης του 1961 για τις συγκρούσεις νόμων που αφορούν τον τύπο διατάξεων διαθήκης.

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Το κεφάλαιο 1, άρθρο 5, του νόμου αναφέρει ότι η εγκυρότητα της ουσίας διαθήκης καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας υπήκοος της οποίας ήταν ο διαθέτης κατά τη στιγμή του θανάτου. Δυνάμει του κεφαλαίου 1, άρθρο 6 του νόμου, το ίδιο ισχύει για την περίπτωση που η διαθήκη δεν είναι έγκυρη για λόγους πνευματικής διαταραχής, απάτης, λάθους, εξαναγκασμού ή άλλης κατάχρησης επιρροής.

Υπάρχουν ειδικοί κανόνες που διέπουν περιπτώσεις Σκανδιναβικών χωρών στο νόμο περί των περιουσιακών στοιχείων εκλιπόντων Δανών, Φινλανδών, Ισλανδών ή Νορβηγών υπηκόων οι οποίοι είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη Σουηδία (1935:44).

III.8. Εμπράγματο δίκαιο

Στο εμπράγματο δίκαιο υπάρχουν γραπτοί κανόνες επιλογής δικαίου μόνο για ορισμένες περιπτώσεις όσον αφορά πλοία και αεροσκάφη, χρηματοπιστωτικά μέσα και παρανόμως απομακρυνθέντα πολιτιστικά αγαθά, και για ορισμένες καταστάσεις που διέπονται από τη Σύμβαση των Σκανδιναβικών χωρών για τις πτωχεύσεις και από τον κανονισμό της ΕΚ σχετικά με την αφερεγγυότητα.

Τα αποτελέσματα του εμπράγματου δικαίου για την αγορά ή την υποθήκη κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, για παράδειγμα, καθορίζονται σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκονται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία κατά τη στιγμή της αγοράς ή της υποθήκης. Το εν λόγω δίκαιο καθορίζει το χαρακτήρα των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, την έναρξη και το τέλος του δικαιώματος ιδιοκτησίας, ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις και ποια δικαιώματα παρέχει η ιδιοκτησία έναντι τρίτων.

Όσον αφορά ξένες εμπράγματες ασφάλειες, καθορίζεται στη νομολογία ότι, εάν κατά τη στιγμή που προέκυψε η εμπράγματη ασφάλεια ο πωλητής γνώριζε ότι το περιουσιακό στοιχείο επρόκειτο να μεταφερθεί στη Σουηδία, και η εμπράγματη ασφάλεια δεν είναι έγκυρη στη Σουηδία, ο πωλητής όφειλε να λάβει ασφάλεια που θα πληρούσε τις απαιτήσεις του σουηδικού δικαίου. Επιπλέον, η εμπράγματη ασφάλεια δεν έχει νομική ισχύ εάν παρέλθει χρόνος από τη μεταφορά του περιουσιακού στοιχείου στη Σουηδία. Θεωρείται ότι ο αλλοδαπός πιστωτής διέθετε χρόνο είτε να λάβει νέα ασφάλεια ή να εισπράξει την οφειλή.

III.9. Αφερεγγυότητα

Σε περίπτωση αφερεγγυότητας στη Σουηδία, εφαρμόζεται το σουηδικό δίκαιο στις ίδιες τις διαδικασίες και σε άλλα ζητήματα αφερεγγυότητας όπως οι όροι άσκησης προσφυγής.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για θέματα που αφορούν άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.

« Εφαρμοστέο δίκαιο - Γενικές Πληροφορίες | Σουηδία - Γενικές Πληροφορίες »

Αρχή σελίδαςΑρχή σελίδας

Τελευταία ενημέρωση: 20-03-2007

 
  • Κοινοτικό δίκαιο
  • Διεθνές δίκαιο

  • Βέλγιο
  • Βουλγαρία
  • Τσεχία
  • Δανία
  • Γερµανία
  • Εσθονία
  • Ιρλανδία
  • Ελλάδα
  • Ισπανία
  • Γαλλία
  • Ιταλία
  • Κύπρος
  • Λεττονία
  • Λιθουανία
  • Λουξεµβούργο
  • Ουγγαρία
  • Μάλτα
  • Κάτω Χώρες
  • Αυστρία
  • Πολωνία
  • Πορτογαλία
  • Ρουμανία
  • Σλοβενία
  • Σλοβακία
  • Φινλανδία
  • Σουηδία
  • Ηνωµένο Βασίλειο