ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ: Ανακοινώνεται ότι για τις πληροφορίες στον ηλεκτρονικό αυτό χώρο ισχύει παραίτηση από ευθύνη και δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ευρωπαϊκή σημαίαEuropa
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
esdadeelenfritnlptfisv
γεωργία

Κατάσταση της γεωργίας και προοπτικές στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης

Πολωνία

Περίληψη

Οικονομικό και πολιτικό ιστορικό

Η Πολωνία είναι η ένατη σε μέγεθος χώρα της Ευρώπης και συνορεύει με επτά άλλες χώρες και τη Βαλτική Θάλασσα. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας είναι γενικά πεδινό. Το κλίμα αποτελεί μία μετάβαση μεταξύ του κεντροευρωπαϊκού και του ηπιότερου ατλαντικού κλίματος. Αυτό δύναται να έχει ως αποτέλεσμα ασταθείς καιρικές συνθήκες, διακυμάνσεις στη διάρκεια των εποχών και στη γεωργική παραγωγή.

Οι Πολωνοί ενέκριναν την τροποποίηση του συντάγματος τον Οκτώβριο του 1992 για να καταστεί δυνατή η μετάβαση της Πολωνίας σε μία κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η Sejm, ή Βουλή, που αποτελεί το ανώτατο νομοθετικό σώμα και η Γερουσία είναι τα δύο σώματα του Κοινοβουλίου. Τα μέλη τους εκλέγονται κάθε τέσσερα έτη. Ο Πρόεδρος, που εκλέγεται με πενταετή θητεία αποτελεί τον ανώτατο εκπρόσωπο του κράτους.

Από το 1993 έως το 1997, η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία (SLD), στην οποία συμμετείχαν πολλοί πρώην κομμουνιστές, και το Πολωνικό Αγροτικό Κόμμα (PSL), το οποίο αντλεί τη δύναμή του από τους μικροκτηματίες αγρότες, σχημάτισαν κυβέρνηση συνασπισμού. Η κυβέρνηση ενεθάρρυνε προγράμματα ιδιωτικοποίησης και την οικονομική μεταρρύθμιση και είχε ως στόχο τη βελτίωση του κλίματος για ξένες επενδύσεις, διατηρώντας στραμμένη την προσοχή της στους ψηφοφόρους της από τον γεωργικό χώρο. Ο συνασπισμός αυτός ηττήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1997 από την Πολωνική Εκλογική Δράση Αλληλεγγύης (AWS) και την Ένωση για την Ελευθερία (UW). Η AWS είναι η εκλογική πτέρυγα του συνδικάτου Αλληλεγγύη και αποτελεί μια οργάνωση που έχει ως στόχο την ενότητα της πολύ κατακερματισμένης δεξιάς.

Η πολωνική οικονομία υπέστη σοβαρή ύφεση το 1990 και 1991. Το 1992 έληξε η περίοδος αυτή, το πραγματικό ΑΕγχΠ επιταχύνθηκε σταθερά με μέση ετήσια αύξηση 5,3% την περίοδο 1993-95 και 6,9% το 1997. Η οικονομία της Πολωνίας εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτητα σε στέρεα μακροοικονομική βάση, γεγονός που φαίνεται να ενισχύεται περαιτέρω από την εφαρμογή του νέου νόμου της Κεντρικής Τράπεζας και την οικονομική στρατηγική της νέας κυβέρνησης.

Το πολωνικό εμπόριο έχει επαναπροσανατολιστεί μετά την έναρξη της διαδικασίας του οικονομικού μετασχηματισμού το 1989. Η μεγαλύτερη διαρθρωτική αλλαγή στις εμπορικές σχέσεις της Πολωνίας οφείλεται στην κατάρρευση της COMECON. Το 1997 εξήγαγε 64% των συνολικών εξαγωγών της προς της ΕΕ και εισήγαγε 64% των εισαγωγών της από την ΕΕ. Η Πολωνία είναι ο έβδομος σε μέγεθος εμπορικός εταίρος της ΕΕ. Εντούτοις, πρόσφατα οι πολωνικές εξαγωγές προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία αυξήθηκαν ταχέως (επί του παρόντος 20-24% των πολωνικών εξαγωγών).

Ο σε ετήσια βάση πληθωρισμός των τιμών καταναλωτή τον Μάιο 1998 ήταν 13,3%, κατώτερος από το 14,2% του Φεβρουαρίου 1998. Ο πληθωρισμός δείχνει ότι πρόκειται να μειωθεί σε μονοψήφιο μέχρι τα τέλη του 1998.

Το ποσοστό της ανεργίας στο σύνολο της χώρας μειώθηκε από 13,2% στα τέλη του 1996 σε 10,5% στα τέλη του 1997. Στις αστικές περιοχές η ανεργία είναι πολύ χαμηλή (3%), αλλά το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 25% στο βόρειο τμήμα της Πολωνίας, όπου τα κρατικής ιδιοκτησίας αγροκτήματα κατέρρευσαν και τα παρωχημένης τεχνολογίας εργοστάσια έκλεισαν.


Ο ρόλος της γεωργίας στην οικονομία

Η συμμετοχή της γεωργίας στο συνολικό ΑΕγχΠ μειώνεται, αν και εξακολουθεί να είναι σχετικά σημαντικό, 6 % κατ’εκτίμηση το 1996 σε σύγκριση με 12,9% το 1989. Μετά την έναρξη της διαδικασίας της μετάβασης, η ύφεση στη γεωργία προκλήθηκε από τις δυσμενείς εξελίξεις όσον αφορά το εμπόριο και τη μειωμένη παραγωγή, κυρίως στον κτηνοτροφικό τομέα. Οι απασχολούμενοι στη γεωργία εξακολουθούν να αποτελούν το 26,7% της συνολικής απασχόλησης. Το υψηλό αυτό ποσοστό διογκώνεται από ένα ποσοστό υποαπασχόλησης και την αφανή ανεργία στις αγροτικές περιοχές. Παρά ταύτα, η σημαντική αυτή διαφορά μεταξύ της συμβολής στο ΑΕγχΠ και των απασχολούμενων στην γεωργία φανερώνει την πολύ χαμηλή παραγωγικότητα και αντικατοπτρίζει τη σπουδαιότητα της μερικής απασχόλησης στη γεωργία. Ο βαθμός αυτάρκειας για τα βασικά προϊόντα εξακολουθεί να είναι κοντά στο 100%.


Η γεωργική παραγωγή

Τα πρόσφατα έτη η μέση αναλογία της αξίας της παραγωγής των καλλιεργειών σε σχέση με τη ζωική παραγωγή ήταν 55 προς 45, αν και με σημαντικές διακυμάνσεις. Όσον αφορά την παραγωγή που διατέθηκε στο εμπόριο, η αναλογία είναι αντίστροφη καθώς τα προϊόντα των καλλιεργειών χρησιμοποιούνται για ενδιάμεση και οικιακή κατανάλωση.

Από τα 31,3 εκατ. εκτάρια συνολικής έκτασης της Πολωνίας, το 59% αποτελούσε χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση (ΧΓΕ) το 1996, ανερχόμενη σε 18,5 εκατομμύρια εκτάρια. Από τη ΧΓΕ, οι αροτραίες εκτάσεις είναι με μεγάλη διαφορά οι πλέον σημαντικές καλύπτοντας 14,1 εκατ. εκτάρια, ακολουθούμενες από λιβάδια (2,8 εκατ. εκτάρια), μόνιμους βοσκοτόπους (1,4 εκατ. εκτάρια) και οπωρώνες (0,26 εκατ. εκτάρια). Το μερίδιο των αροτραίων εκτάσεων σε σχέση με τη ΧΓΕ είναι περίπου 76%, ενώ το αντίστοιχο μέγεθος για την ΕΕ-15 είναι 56%. Μόνο το 3,3% των εδαφών κατατάσσονται ως καλής ποιότητας, τα περισσότερα είναι μάλλον αμμώδη γεγονός που, σε συνδυασμό με τις χαμηλές βροχοπτώσεις, έχει ουσιώδεις επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή.

Η σημαντικότερη καλλιέργεια με μεγάλη διαφορά είναι τα σιτηρά, ιδιαίτερα ο σίτος και η σίκαλη, ενώ μικρότερης σημασίας και με βάση την έκταση ακολουθούν οι πατάτες, οι χορτονομές, τα ζαχαρότευτλα, οι ελαιούχοι σπόροι και τα όσπρια. Για τις περισσότερες καλλιέργειες, η παραγωγή υπήρξε κατώτερη τα πρόσφατα έτη από τα προ της μετάβασης. Η αυτάρκεια στις περισσότερες καλλιέργειες είναι γενικά μεταξύ 90 και 100% πλην των ελαιούχων σπόρων (που κυμαίνονται μεταξύ 55% και 146%), όπου η καλλιεργούμενη έκταση διακυμάνθηκε σημαντικά τα πρόσφατα έτη και για τη ζάχαρη όπου γενικά υπάρχει εξαγώγιμο πλεόνασμα. Τα φρούτα και τα κηπευτικά αντιστοιχούν σε 3% της γεωργικής γης και σε 10,3% της γεωργικής παραγωγής. Υπάρχουν σημαντικές εξαγωγές, ιδίως φρούτων και προϊόντων φρούτων.

Η διαδικασία οικονομικού μετασχηματισμού επηρέασε τον κτηνοτροφικό τομέα περισσότερο από τον τομέα των καλλιεργειών. Τα κρατικά αγροκτήματα ιδίως άφησαν την κτηνοτροφική παραγωγή να μειωθεί και συγκέντρωσαν τη δραστηριότητά τους στις καλλιέργειες. Τα μειούμενα εισοδήματα σε συνδυασμό με την κατάργηση των επιδοτήσεων στην κατανάλωση επέφεραν σοβαρή μείωση της κατανάλωσης κρέατος.

H παραγωγή χοίρειου κρέατος απομάκρυνε τον κίνδυνο της χειροτέρευσης της ύφεσης, αν και υπήρξε κάποια διακύμανση ιδίως λόγω των υψηλών τιμών των ζωοτροφών επί ορισμένα έτη. Η Πολωνία είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς χοίρειου κρέατος στην Ευρώπη. Η παραγωγή κρέατος πουλερικών επλήγη έντονα στην αρχή αλλά ανέκαμψε μέχρι να καταστεί ο πλέον δυναμικός τομέας. Το πλήθος των βοοειδών και ιδίως των προβάτων περιορίστηκε σημαντικά. Η πτώση της παραγωγής βοείου κρέατος επιβραδύνθηκε κατά τη διάρκεια των προσφάτων ετών. Για το γάλα, το πρώτο σημείο μικρής αύξησης παρατηρήθηκε το 1997.


Εμπόριο γεωργικών προϊόντων

Στα πλαίσια του συνολικού εξωτερικού εμπορίου, τα γεωργικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα: 13% των εισαγωγών και 11% των εισαγωγών το 1997. Το εμπόριο γεωργικών προϊόντων αυξήθηκε σταθερά από το 1992 αλλά οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτερους ρυθμούς. Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό ισοζύγιο γεωργικών προϊόντων, το οποίο παρουσίαζε πλεόνασμα 971 εκατ. ECU το 1990, επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα έλλειμμα 418 εκατ. ECU. το 1997. Οι σημαντικότερες εξαγωγές για την Πολωνία είναι τα ζώντα ζώα, το κρέας και τα προϊόντα κρέατος, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα μεταποιημένα φρούτα και τα κηπευτικά και τα προϊόντα ζαχαροπλαστικής. Οι εισαγωγές παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλία: σιτηρά, ελαιούχοι σπόροι και ως πλέον σημαντικά τα νωπά φρούτα (εσπεριδοειδή), ο καφές, το κακάο και το τσάι.

Η ΕΕ-15 είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος γεωργικών προϊόντων. Εντούτοις, το μερίδιο της ΕΕ μειώνεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς. Η ΕΕ δέχθηκε 60% των πολωνικών εξαγωγών το 1989, ποσοστό που μειώθηκε σε 39% το 1997. Οι επίσημες στατιστικές δείχνουν ότι το πολωνικό εμπορικό ισοζύγιο γεωργικών προϊόντων με την ΕΕ έχει καταστεί αρνητικό. Είναι κατά δεύτερο λόγο η πρώην Σοβιετική Ένωση προς την οποία οι πολωνικές εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά, ιδίως για τα μεταποιημένα προϊόντα.


Γεωργικές διαρθρώσεις

Το μέγεθος των αγροκτημάτων είναι μικρό και οι αλλαγές στις γεωργικές διαρθρώσεις είναι μάλλον βραδείες. Το μέσο μέγεθος αγροκτήματος αυξήθηκε μόνο από 7 εκτάρια το 1988 σε 7,9 εκτάρια το 1996, αν και ο ρυθμός αυτός είναι ταχύτερος από ό,τι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές. Οι προβολές στο μέλλον δείχνουν ότι λιγότερο από 40% της γεωργικής γης θα ανήκει σε εκμεταλλεύσεις μεγαλύτερες από 15 εκτάρια μέχρι το έτος 2005. Το 1996 ο μέσος αριθμός γαλακτοπαραγωγών αγελάδων ανά εκμετάλλευση ήταν 2,6 και όσον αφορά τους χοίρους 16.

Η δημόσια άποψη της MAFE είναι ότι μεσοπρόθεσμα μόνο 400 000 έως 500 000 αγροκτήματα θα αποτελούν βιώσιμες εκμεταλλεύσεις (από τις 2,1 εκατ. εκμεταλλεύσεις σήμερα) και το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζεται και από άλλες μελέτες. Εντούτοις, δεδομένης της έντονης πολιτιστικής προσκόλλησης στα "μικρής κλίμακας αγροκτήματα" σε πολλές περιοχές, τυπικές στην νοτιοανατολική Πολωνία, δεν δύνανται να αναμένονται σημαντικές αλλαγές ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των μικρών εκμεταλλεύσεων. Το φαινόμενο αυτό έχει έντονες κοινωνικές επιπτώσεις. Εάν ο πληθυσμός αυτός μείνει προσκολλημένος στη γη του σε όλο και λιγότερο βιώσιμες εκμεταλλεύσεις, τότε θα χρειαστούν σημαντικές πολιτικές αγροτικής ανάπτυξης.

Η γεωργία δεν είχε συνολικά κολεκτιβοποιηθεί στην Πολωνία. Οι διαδοχικές κομουνιστικές κυβερνήσεις αποδέχτηκαν τελικά ότι τα ιδιωτικά αγροκτήματα αποτελούν την κύρια βάση παραγωγής τροφίμων στην Πολωνία. Περίπου 18% της γης άνηκε στο κράτος. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της γεωργικής αυτής γης δεν έχει ακόμη πωληθεί από το κράτος, το μεγαλύτερο μέρος του έχει σήμερα ενοικιαστεί σε ιδιώτες επιχειρηματίες.


Αγροτική ανάπτυξη

Η Πολωνία είναι σε ακραίο βαθμό αγροτική χώρα, όπου οι κατά κύριο λόγο αστικές περιοχές αναλογούν σε μόνο 19% του πληθυσμού. Οι αγροτικές περιοχές διαφέρουν κατά πολύ ως προς τη δομή, την οικονομία και τη δημογραφική τους σύνθεση. Σε περιοχές όπου κυριάρχησαν τα κρατικά αγροκτήματα παρατηρείται τάση υψηλών ποσοστών ανεργίας και τείνουν να είναι μεταξύ των πτωχότερων στην Πολωνία. Στις επαρχίες στις οποίες τα αγροκτήματα είναι μικρότερα, οι δραστηριότητες των αγροτών είναι περισσότερο διαφοροποιημένες. Η γεωργία αναλογεί σε 44% της συνολικής απασχόλησης στις κατά κύριο λόγο αγροτικές περιφέρειες. Αυτό το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό απασχόλησης στη γεωργία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Πολωνία καθώς επιδιώκει τον εκσυγχρονισμό και την αναδιάρθρωση του γεωργικού τομέα, χωρίς να καταστρέψει τις αγροτικές κοινότητες.

Οι αγροτικές περιοχές της Πολωνίας υποφέρουν από μία σειρά εμποδίων που περιορίζουν την ανάπτυξη και ενισχύουν τον απομονωμένο και απόμακρο χαρακτήρα των αγροτικών κοινοτήτων. Ο διάσπαρτος χαρακτήρας των οικισμών καθιστά δυσχερή την παροχή υποδομών (ύδρευση, αέριο πόλης, τηλέφωνο, αποχέτευση) και υπηρεσιών (μετασχολική εκπαίδευση, τράπεζες, επαγγελματικές υπηρεσίες) και η έλλειψη της πρόσβασης σε μεταφορικά δίκτυα στις αγροτικές περιοχές μόνο επιδεινώνει τις ανισότητες με τα αστικά κέντρα.

Σε γενικές γραμμές, η γεωργία είναι λιγότερο εντατική στην Πολωνία σε σύγκριση με τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, και στις αγροτικές περιοχές βρίσκει καταφύγιο μια μεγάλη ποικιλία άγριων ζώων και ένα μεγάλο φάσμα ενδιαιτημάτων. Τα προγράμματα εκσυγχρονισμού, οι επενδύσεις και η εκπαίδευση θα τείνουν επίσης να αυξήσουν τα επίπεδα χρησιμοποιούμενων εισροών, καθώς οι αγρότες θα επιδιώκουν να αυξήσουν την παραγωγικότητα.

Η κτηνοτροφική δραστηριότητα αποτελεί σημαντικό τομέα της πολωνικής γεωργίας, αλλά οι πυκνότητες ζωικού κεφαλαίου έχουν μειωθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα της διαδικασίας του οικονομικού μετασχηματισμού. Το 27% της έκτασης θεωρείται ότι βρίσκεται σε "φυσική" κατάσταση ή υπό "εκτατική διαχείριση", και περίπου 11% θεωρείται διεθνούς σημασίας.


Προηγούμενοι και επόμενοι στην παραγωγική διαδικασία τομείς

Μετά το 1990, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της αναλογίας τιμών μεταξύ εισροών και γεωργικών προϊόντων, η χρήση εισροών - ιδίως λιπασμάτων, ασβέστου και φυτοπροστατευτικών προϊόντων - μειώθηκε ταχέως, αλλά είναι ορατή μια σταδιακή ανάκαμψη.

Ο τραπεζικός τομέας στην Πολωνία δεν έχει ορθώς αναπτυχθεί και το τραπεζικό δίκτυο στην ύπαιθρο είναι κατακερματισμένο σε 1 322 συνεταιριστικές τράπεζες το 1997. Προτείνεται στρατηγική αναδιάρθρωσης η οποία δείχνει να προχωρεί βραδέως. Παρά τα προβλήματα αυτά η κατάσταση φαίνεται να βελτιώνεται.

Οι πολωνοί αγρότες χρησιμοποιούν σχετικά λίγο τις πιστώσεις για τις καλλιεργητικές τους δραστηριότητες και οι αγροτικές επιχειρήσεις γενικά χρησιμοποιούν ίδιους πόρους για τη χρηματοδότηση επενδύσεων. Παρά ταύτα, ένα στοιχείο στήριξης των γεωργικών δραστηριοτήτων στην Πολωνία είναι οι πιστώσεις των επιτοκίων για εγκεκριμένες επενδύσεις. Εντούτοις, ο προϋπολογισμός του 1998 μείωσε τον αριθμό των πιστωτικών γραμμών από 40 σε 8. Περισσότερη έμφαση δίνεται στις διαρθρωτικές εισροές, όπως η αναδιάρθρωση και ο εκσυγχρονισμός, παρά σε παραγωγικές εισροές, όπως αγορά λιπασμάτων και σπόρων.

Η βιομηχανία τροφίμων έχει στο μεγαλύτερο μέρος της υποστεί δυναμικό μετασχηματισμό όσον αφορά την ιδιωτικοποίηση, την κερδοφορία και τις επενδύσεις, ιδίως όσο πλησιάζουμε τη λιανική πώληση. Η διαδικασία υπήρξε μάλλον βραδύτερη στους "τομείς των πρώτων σταδίων μεταποίησης", όπως τα σφαγεία, οι μύλοι και τα ψυγεία. Οι τομείς αυτοί εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο ώστε να μπορούν οι αγρότες να επωφεληθούν από την υψηλότερη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.


Η αγροτική πολιτική

Το 1997 η δαπάνη του προϋπολογισμού για τον γεωργικό τομέα ανέρχενταν σε 3,4 δισεκατ. ECU (9,8% της συνολικής δαπάνης του προϋπολογισμού). Το μεγαλύτερο, με διαφορά, μέρος (72%) της δαπάνης του προϋπολογισμού για τη γεωργία προορίζεται για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης των αγροτών.

Οι δραστηριότητες σταθεροποίησης του οργανισμού παρέμβασης εφαρμόζονται στον σίτο, τη σίκαλη, το βούτυρο, το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, το χοίρειο και το βόειο κρέας, τη ζάχαρη, το άμυλο πατάτας και ευκαιριακά το μέλι και τον λυκίσκο. Εντούτοις, τα μέτρα παρέμβασης έχουν περισσότερη σημασία για τις αγορές σιτηρών, γαλακτοκομικών προϊόντων και χοίρειου κρέατος. Για τη σταθεροποίηση της αγοράς, καθορίζεται ένα εύρος τιμών εντός του οποίου επιτρέπεται να διακυμαίνονται οι τιμές. Οι τιμές αυτές αναφοράς αυξήθηκαν σε πραγματικούς όρους κατά τα πρόσφατα έτη.

Ενώ κατά την προ της μετάβασης περίοδο οι εξαγωγές γεωργικών προϊόντων και τροφίμων της Πολωνίας επιδοτούντο σε μάλλον υψηλό επίπεδο, από το 1990 και μετά οι επιδοτήσεις εξαγωγών εφαρμόστηκαν σπάνια και περιορίστηκαν στη ζάχαρη, το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, το βούτυρο και το χοίρειο κρέας.

Όσον αφορά τα ζωικά προϊόντα, η τιμή του βοείου κρέατος είναι μόνο 50% αυτής στην ΕΕ και εν μέρει αντικατοπτρίζει την κατώτερη ποιότητα και τη χαμηλή ζήτηση στην Πολωνία αλλά βεβαίως και το υψηλό επίπεδο στήριξης των τιμών στην ΕΕ. Εντούτοις, το χοίρειο κρέας και το κρέας πουλερικών είναι σε ισοδύναμες τιμές, ενώ η χαμηλότερη τιμή του χοίρειου κρέατος στην Πολωνία οφείλεται γενικά στην χαμηλότερη ποιότητα των σφάγιων. Η τιμή του γάλακτος στην Πολωνία αυξήθηκε από το 1993 και μετά και είναι σήμερα 50% αυτής στην ΕΕ. Για γάλα υψηλής ποιότητας (ισοδύναμο με αυτό της ΕΕ), οι μεταποιητές καταβάλλουν πριμοδότηση η οποία φέρνει τις τιμές παραγωγού κοντύτερα σε αυτές της ΕΕ για γάλα ισοδύναμης ποιότητας.

Η εμπορική πολιτική στον τομέα γεωργικών προϊόντων και τροφίμων διέπεται από μια σειρά πολυμερών και διμερών συμφωνιών, ΓΣΔΕ/ΠΟΕ, CEFTA, Ευρωπαϊκή Συμφωνία και Συμφωνίες Ελεύθερου Εμπορίου με τη Λιθουανία και το Ισραήλ.

Οι δεσμεύσεις της Πολωνίας για την εγχώρια στήριξη εκφράζονται σε δολάρια και ως εκ τούτου προστατεύονται έναντι της υποτίμησης του ζλότυ. Η συνολική αθροιστική μέτρηση των ενισχύσεων (ΑΜΕ) περιορίζεται σε 3,3% δισεκατ. δολάρια μέχρι το έτος 2000, ποσό που φαίνεται μάλλον άνετο, λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό επίπεδο στήριξης κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς 1986-88. Τα σημερινά επίπεδα εγχώριας στήριξης είναι κατά πολύ κατώτερα των δεσμεύσεων.

Οι υπολογισμοί των ισοδύναμων επιδοτήσεων στην παραγωγή (ΙΕΠ) δείχνουν ότι κατά την έναρξη της διαδικασίας μετασχηματισμού το 1989-90, η Πολωνία προσπάθησε να οικοδομήσει μία πολύ φιλελεύθερη οικονομία αγοράς με χαμηλά επίπεδα στήριξης. Έκτοτε η Πολωνία ενίσχυσε τα συνοριακά μέτρα και τα συστήματα στήριξης ισοδύναμων τιμών, κυρίως λόγω των αυξανομένων προβλημάτων ανταγωνισμού που προκαλούνται από διαρθρωτικά ελλείμματα, ιδίως στις βιομηχανίες μεταποίησης τροφίμων. Η στήριξη προς τους αγρότες, όπως μετράται με τις ΙΕΠ και ιδίως η συνιστώσα της ΣΤΑ (Στήριξη τιμών Αγοράς), έχει έκτοτε αυξηθεί.

Η σύγκριση των ΙΕΠ της Πολωνίας και της ΕΕ δείχνει ότι η στήριξη των παραγωγών γεωργικών προϊόντων στην ΕΕ έχει υπάρξει σταθερότερη και ανώτερη σε σύγκριση με την Πολωνία, αν και οι πολωνοί αγρότες απολαμβάνουν σήμερα ουσιώδους στήριξης μετά την έμμεση φορολόγησή τους το 1990-91.


Αγροτική πολιτική

Από το 1994 και μετά η αγροτική ανάπτυξη αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως προτεραιότητα εκ μέρους των διαδοχικών πολωνικών κυβερνήσεων, λόγω των υψηλών επιπέδων της απασχόλησης στη γεωργία, της ανάγκης εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης γεωργικών πρακτικών και της ανάγκης να δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης εκτός της γεωργίας στις αγροτικές περιοχές. Το 1994, ήταν ένας από τους 10 βασικούς στόχους που περιλαμβάνονταν στο αναπτυξιακό σχέδιο της κυβέρνησης.

Αυτή η "Στρατηγική για την Πολωνία" καθόρισε τέσσερις στόχους για την πολιτική αγροτικής ανάπτυξης: ανακαίνιση οικισμών συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας απασχόλησης και της ενθάρρυνσης μη γεωργικών δραστηριοτήτων· ενθάρρυνση του εκσυγχρονισμού των γεωργικών δομών και διαδικασιών· στήριξη της ανάπτυξης κοινωνικο-οικονομικής υποδομής, όπως συνεταιρισμοί, ανταλλαγές αγαθών, τηλεφωνικό και οδικό δίκτυο και υπηρεσία παροχής συμβουλών προς τους αγρότες· και τέλος, η αναγνώριση της φυσικής αξίας των οικισμών. Το Εθνικό Πρόγραμμα για την Υιοθέτηση του Κεκτημένου που πρόσφατα παρουσιάστηκε από την πολωνική κυβέρνηση ακολουθεί παρόμοια κατεύθυνση με την "Στρατηγική για την Πολωνία" όσον αφορά την πολιτική αγροτικής ανάπτυξης. Βρίσκονται υπό εξέλιξη μέτρα πολιτικής για την ενίσχυση των αγροκτημάτων στις μειονεκτικές περιοχές. Επί του παρόντος, η μόνη προτιμησιακή μεταχείριση των περιοχών αυτών είναι απαλλαγή από τον γεωργικό φόρο για εκτάσεις χαμηλής ποιότητας (κατηγορία γαιών V και VI).

Τα βασικά περιβαλλοντικά προβλήματα στη Πολωνία συνδυάζονται με την βιομηχανική, παρά με τη γεωργική, δραστηριότητα και παρά το γεγονός ότι η Πολωνία ήταν η πρώτη ΧΚΑΕ που ανέπτυξε εθνική περιβαλλοντική πολιτική, μόνο πρόσφατα τα γεωργο-περιβαλλοντικά θέματα έχουν αρχίσει να τυγχάνουν περισσότερης προσοχής.


Προοπτικές

Όσον αφορά τις πολιτικές, η Πολωνία αναμένεται να προσαρμόσει σταδιακά τις διαρθρωτικές πολιτικές και την πολιτική αγοράς ώστε να είναι περισσότερο συμβατές με το κοινοτικό κεκτημένο. Τα συνοριακά μέτρα θα παραμείνουν συμβατά προς τις διεθνείς συμφωνίες.

Το γενικό οικονομικό υπόβαθρο προσφέρεται για μέτριους έως καλούς ρυθμούς ανάπτυξης που θα έχουν θετικές επιπτώσεις στη ζήτηση γεωργικών προϊόντων.

Η βιομηχανία μεταποίησης τροφίμων θα συνεχίσει να αναπτύσσεται σθεναρά με την εξαίρεση των "τομέων των πρώτων σταδίων μεταποίησης" όπου οι αλλαγές θα εξακολουθήσουν να είναι βραδείες.

Στον τομέα των αγροκτημάτων, δεν δύνανται να αναμένονται μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές και το μικρό μέγεθος των αγροκτημάτων θα συνεχίσει να είναι ένα ιδιαίτερο μειονέκτημα για το εκσυγχρονισμό. Αυτό θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για δραστηριότητες που εξαρτώνται από τη γη, όπως οι αροτραίες καλλιέργειες και το κτηνοτροφικό κεφάλαιο που εκτρέφεται σε βοσκοτόπους, αλλά σε λιγότερο βαθμό για την εντατική ζωική παραγωγή και ίσως για τα φρούτα και τα κηπευτικά.

Η καλλιεργούμενη έκταση και η παραγωγή σιτηρών θα αυξηθεί αλλά η διαφορά θα καταναλωθεί σε ζωοτροφές λόγω της προβλεπόμενης αύξησης της ζωικής παραγωγής. Η καλλιεργούμενη έκταση πατάτας θα συνεχίσει τη μείωσή της. Η με σπόρους κράμβης καλλιεργούμενη έκταση θα αυξηθεί μέχρι τα προ του 1989 επίπεδα, αλλά θα επηρεαστεί έντονα από βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις του καιρού και των τιμών. Στην περίπτωση αυτή, η Πολωνία θα γίνει εκ νέου εξαγωγέας. Η παραγωγή ζάχαρης δύναται να αναμένεται ότι θα συγκρατηθεί από το σύστημα στήριξης (ποσοστώσεις). Υποτίθεται ότι ένα ποσοστό των εγκαταλελειμμένων γεωργικών εκτάσεων θα διατεθεί εκ νέου στην παραγωγή σιτηρών αλλά το μεγαλύτερο μέρος του θα διατεθεί για αναδάσωση, θα μετατραπεί σε βοσκοτόπους ή θα παραμείνει σε εγκατάλειψη.

Η παραγωγή γάλακτος αναμένεται να αυξηθεί βραδέως αλλά δεν θα φθάσει τα προ του 1990 επίπεδα και οι εξαγωγές θα διατηρηθούν. Η παραγωγή βόειου κρέατος δεν αναμένεται να ανακάμψει σε μεγάλο βαθμό λόγω των τιμών που ισχύουν σήμερα και της χαμηλής ζήτησης από τους καταναλωτές. Η παραγωγή χοίρειου κρέατος, η οποία επλήγη λιγότερο από τη διαδικασία οικονομικού μετασχηματισμού, θα γνωρίσει μία μέτρια αύξηση ενώ κάποιες ποσότητες θα εξαχθούν. Ο πλέον δυναμικός τομέας θα είναι αυτός του κρέατος πουλερικών όπου η έντονη αύξηση είναι ήδη εμφανής, αν και ενδέχεται να μην είναι επαρκής για την κάλυψη της ζήτησης των καταναλωτών.


Top

Γεωργία ] - [ Μελέτες για τις Χώρες ΚΑΕ ]

Τι vέα;

Θέματα καίριας σημασίας

Ευρετήριο

Γραμματoκιβώτιo

Αναζήτηση

Πληρoφoρίeς

Ερευνα