European FlagEuropa
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
esdadeelenfritnlptfisv

γεωργία


Μεταρρυθμίζοντας τον τομέα του ελαιολάδου

Μετά από τη δημοσίευση πολλών εκθέσεων από μέρους της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Kοινοβουλίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επιβεβαιώθηκε η αναγκαιότητα μιας ριζικής μεταρρύθμισης του καθεστώτος στήριξης του ελαιολάδου.

Παρά το γεγονός ότι η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης δεν έχει αμφισβητηθεί, αντίθετα, η διάρθρωση της μελλοντικής κοινής οργάνωσης της αγοράς έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης διαμάχης.

Στόχος του παρόντος σημειώματος είναι επομένως η παρουσίαση της μεταρρύθμισης μεταβατικού χαρακτήρα που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο τον Ιούλιο 1998 και η διευκρίνηση των προκλήσεων που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν και των δυνατοτήτων που παρουσιάζονται σε έναν παραδοσιακό ευρωπαϊκό τομέα, του οποίου η σημασία είναι αναγνωρισμένη, τόσο για οικονομικούς λόγους όσο και για τη διατήρηση οικολογικών και κοινωνικών ισορροπιών στις περιφέρειες παραγωγής.

Μια σημαντική δραστηριότητα σε μια αναπτυσσόμενη αγορά

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αποτελεί σαφώς το μεγαλύτερο παραγωγό και το μεγαλύτερο καταναλωτή ελαιολάδου στον κόσμο. Παρά το γεγονός ότι το προϊόν αυτό αποτέλεσε πάντοτε μέρος των βασικών συστατικών της μεσογειακής κουζίνας, χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο σε όλη την επικράτεια της Ένωσης και ενσωματώνεται βαθμηδόν στις γαστρονομικές συνήθειες νέων καταναλωτών που συνήθισαν να το εκτιμούν. Kατά την περίοδο 1996/97, η κατανάλωση ελαιολάδου στην ΕΕ αντιπροσώπευε 1.620.000 τόνους, ενώ η παγκόσμια κατανάλωση ελαιολάδου ανερχόταν σε 2.320.000 τόνους.

Τα κράτη μέλη παραγωγής είναι, κατά σειρά μεγέθους της παραγωγής τους, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Γαλλία. Kατά το 1995, οι ελαιώνες στην ΕΕ εκτείνονταν σε 4,5 εκατ. εκτάρια περίπου, εκ των οποίων το 50% βρίσκεται στην Ισπανία και το 25% στην Ιταλία.

Ιδιαίτερα εμφανής στις μεσογειακές περιοχές, η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί σημαντική δραστηριότητα τόσο για την αγροτική οικονομία όσο και για την οικολογική ισορροπία των περιοχών παραγωγής. Ο αριθμός των παραγωγών ελαιολάδου στην ΕΕ είναι της τάξης των 2.240.000, από τους οποίους 850.000 στην Ιταλία, 780.000 στην Ελλάδα και 500.000 στην Ισπανία. Η Πορτογαλία και η Γαλλία, χώρες με μικρότερη παραγωγή, αριθμούν αντίστοιχα 90.000 και 20.000 παραγωγούς.

Η παγκόσμια παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 1196/97 υπολογίζεται σε 2,8 εκατ. τόνους περίπου. Η παραγωγή αυτή είναι κοινοτικής προέλευσης κατά το 70%. Το υπόλοιπο προέρχεται κυρίως από την Τυνησία, την Τουρκία, τη Συρία και το Μαρόκο. Συνολικά, η παραγωγή των εν λόγω τεσσάρων χωρών ανέρχεται σε 730.000 τόνους περίπου. Επομένως, η κοινοτική παραγωγή διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς ελαιολάδου.

Εντούτοις, παρά το γεγονός ότι η ΕΕ είναι αυτάρκης σε ελαιόλαδο, τούτο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν υπάρχουν συναλλαγές. Kατά την περίοδο 1996/97, η ΕΕ εισήγαγε περίπου 150.000 τόνους ελαιολάδου και εξήγαγε, κατά την ίδια περίοδο, 250.000 τόνους. Οι λοιπές σημαντικές χώρες εξαγωγής είναι η Τυνησία (115.000 τόνοι), η Τουρκία (40.000 τόνοι) και το Μαρόκο (35.000 τόνοι). Οι κυριότερες χώρες εισαγωγής είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες (140.000 τόνοι), η Ιαπωνία (26.000 τόνοι) και ο Kαναδάς (19.000 τόνοι).

Το πλαίσιο των προς μεταρρύθμιση μέτρων

Οι ρυθμίσεις που διέπουν την κοινή οργάνωση αγοράς (KΟΑ) ελαιολάδου θεσπίστηκαν στις 10 Νοεμβρίου 1966, όταν η Ευρωπαϊκή Kοινότητα αριθμούσε μόνο έξι κράτη μέλη. Πριν από την έγκριση των νέων μέτρων, οι εν λόγω ρυθμίσεις αρθρώνονταν γύρω από επτά άξονες.

  1. Ένα καθεστώς τιμών, που αποτελείται από τρία στοιχεία:
    • την ενδεικτική τιμή στην παραγωγή, που καθορίζεται από το Συμβούλιο Υπουργών για να διασφαλιστεί δίκαιο εισόδημα στους παραγωγούς και να διατηρηθεί ο όγκος της κοινοτικής παραγωγής·
    • την τιμή παρέμβασης, δηλαδή την τιμή που επιβάλλεται στους οργανισμούς παρέμβασης για την αγορά, κατά τους τέσσερις τελευταίους μήνες της περιόδου εμπορίας, των ποσοτήτων ελαιολάδου που αντιστοιχούν σε ένα ποιοτικό τύπο που καθορίζεται από το Συμβούλιο·
    • την αντιπροσωπευτική τιμή της αγοράς, δηλαδή το επίπεδο τιμής που επιτρέπει την ομαλή διάθεση της παραγωγής ελαιολάδου, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των προοπτικών εξέλιξης της αγοράς των φυτικών λιπαρών ουσιών.

  2. Επιστροφές κατά την εξαγωγή, περιορισμένες από τότε που δεσμεύθηκε η ΕΕ, στο πλαίσιο των συμφωνιών της GATT, να μειώσει τις επιδοτούμενες εξαγωγές της.

  3. Μια ενίσχυση στην παραγωγή, με βάση το διαχωρισμό της ενίσχυσης στους ελαιοκαλλιεργητές των οποίων η μέση παραγωγή υπερβαίνει τα 500 χλγρ. και της ενίσχυσης των παραγωγών μικρής κλίμακας, των οποίων η μέση παραγωγή είναι μικρότερη από την εν λόγω ποσότητα και οι οποίοι, ως εκ τούτου, επωφελούνται από μια συμπληρωματική ενίσχυση. Η ενίσχυση μειωνόταν, με εξαίρεση τους παραγωγούς μικρής κλίμακας, κατ΄αναλογία της υπέρβασης από τον παραγωγό της μέγιστης εγγυημένης ποσότητας των 1.350.000 τόνων.

  4. Μια ενίσχυση στην κατανάλωση, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελαιολάδου σε σχέση με τα έλαια που παράγονται με βάση ελαιούχους σπόρους, με παράλληλη χρηματοδότηση των ενεργειών προώθησης της κατανάλωσης ελαιολάδου.

  5. Μια παρέμβαση υπό μορφή ιδιωτικής αποθεματοποίησης, υπό τη μορφή ενίσχυσης χορηγούμενης για την σύναψη συμβάσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης και καθορισμένης διάρκειας.

  6. Επιστροφές για τις κονσερβοβιομηχανίες, οι οποίες χορηγούνται για τη διευκόλυνση της διάθεσης του ελαιολάδου στη βιομηχανία κονσερβών.

  7. Ειδικά μέτρα για την τόνωση της κατανάλωσης επιτραπέζιων ελιών, και για να παρασχεθεί η δυνατότητα ρύθμισης της προσφοράς, ιδίως μέσω της χρηματοδότησης της αποθεματοποίησης.

Οι νέες ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν

Οι νέες ρυθμίσεις προβλέπουν τη θέσπιση ενός μεταβατικού καθεστώτος το οποίο θα εφαρμοστεί από την 1η Νοεμβρίου 1998 έως την 31η Οκτωβρίου 2001. Η περίοδος αυτή θα παράσχει τη δυνατότητα να εξαφανιστούν ορισμένες δυσλειτουργίες που έχουν διαταράξει την αγορά και να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη ανάλυση του τομέα, με σκοπό την προετοιμασία μιας ριζικότερης μεταρρύθμισης για το 2001.

Όπως και οι λοιπές μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (KΓΠ), τα εν λόγω μέτρα έχουν ως στόχο να καταστήσουν τον τομέα ανταγωνιστικότερο, παρέχοντας ικανοποιητικότερη ισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης. Έχουν επίσης ως στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου. Επιπλέον, το νέο καθεστώς θα χαρακτηρίζεται από απλούστευση των ρυθμίσεων και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των ελέγχων.

Με τα εγκριθέντα μέτρα αυξάνεται κατά 31,6% η Μέγιστη Εγγυημένη Ποσότητα (ΜΕΠ), η οποία θα ανέλθει σε 1.777.261 τόνους. Αντίθετα, το ύψος της ενίσχυσης που εισπράττεται από τους παραγωγούς, μειώνεται κατά 5%. Εξάλλου, καθορίστηκε ότι μετά την 1η Νοεμβρίου 2001, η ενίσχυση στην παραγωγή θα μπορέσει να χορηγείται μόνο για τα έλαια που παράγονται από ελαιώνες φυτευμένους πριν από την 1η Μαΐου 1998, με εξαίρεση ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό. Ο κανονισμός προβλέπει εξάλλου :

  • την κατανομή της ΜΕΠ σε εθνικές εγγυημένες ποσότητες (ΕΕΠ), μεταξύ των χωρών παραγωγής, έτσι ώστε να καταστήσει περισσότερο υπεύθυνους τους παραγωγούς οι οποίοι υπερβαίνουν την ΜΕΠ·
  • τη δυνατότητα χρησιμοποίησης μέρους των ΕΕΠ στον τομέα των επιτραπέζιων ελιών·
  • την κατάργηση του συστήματος ενίσχυσης της παραγωγής, με διαχωρισμό μεταξύ των παραγωγών μικρής κλίμακας (των οποίων η παραγωγή είναι μικρότερη από 500 χλγρ.) και των λοιπών παραγωγών, δεδομένου ότι το εν λόγω σύστημα αποδείχθηκε ότι είναι δύσκολο να ελεγχθεί·
  • την κατάργηση της ενίσχυσης στην κατανάλωση, της οποίας οι επιπτώσεις επί του παρόντος δεν έχουν αποδειχθεί επαρκώς·
  • τη βελτίωση της ιδιωτικής αποθεματοποίησης ως παρέμβασης που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση της αγοράς και την κατάργηση των δημόσιων αγορών παρέμβασης.

Επιπτώσεις από τις προτάσεις για τις περιόδους εμπορίας 1998/9 έως 2000/01

Αύξηση της ΜΕΠ

Η ΜΕΠ αυξάνεται για να ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες απορρόφησης από την κοινοτική αγορά και ανάπτυξης των διεθνών αγορών. Η εν λόγω ΜΕΠ κατανέμεται εθνικά, γεγονός που θα επιτρέψει να είναι περισσότερο υπεύθυνοι οι παραγωγοί για τις αυξήσεις της παραγωγής, δεδομένου ότι μόνο τα κράτη μέλη που θα έχουν υπερβεί την ποσόστωσή τους θα υφίστανται κυρώσεις. Αντίθετα, τα κράτη μέλη που πλήττονται από χαμηλή συγκομιδή δεν θα υφίστανται πλέον κυρώσεις.

Η ΜΕΠ καθορίζεται σε 1.777.261 τόνους, εκ των οποίων 760.027 τόνοι για την Ισπανία, 543.164 τόνοι για την Ιταλία, 419.529 τόνοι για την Ελλάδα, 51.244 τόνοι για την Πορτογαλία και 3.297 τόνοι για τη Γαλλία.

Λόγω της μεγάλης διακύμανσης της συγκομιδής στον τομέα του ελαιολάδου, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν έχει φθάσει την ΜΕΠ του, το Συμβούλιο προβλέπει τη δυνατότητα να μπορεί το κράτος αυτό να προσθέσει το 80% του μη χρησιμοποιημένου τμήματος της ΜΕΠ του στη ΜΕΠ της επόμενης περιόδου. Το εναπομένον 20% θα αναδιανεμηθεί κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου εμπορίας στα κράτη μέλη που θα έχουν υπερβεί τη δική τους ΜΕΠ. Η αναδιανομή αυτή αποτελεί ένα στοιχείο αλληλεγγύης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη που είχαν ιδιαίτερα υψηλή παραγωγή να μην πληγούν ιδιαίτερα από τη μείωση της ενίσχυσης που τους χορηγείται, ενώ άλλα κράτη μέλη δεν έχουν φθάσει στα όρια παραγωγής τους.

Επιπλέον, για να αποφευχθεί μια γενική ανισορροπία της αγοράς, έχει ήδη αποφασιστεί ότι δεν θα χορηγείται καμία ενίσχυση μετά την 1η Νοεμβρίου του 2001 για τους ελαιώνες που έχουν φυτευθεί μετά την 1η Μαΐου του 1998. Το μέτρο αυτό θα παράσχει τη δυνατότητα να αποφευχθεί το φαινόμενο κερδοσκοπικών φυτεύσεων, το οποίο κατά το παρελθόν αποτελούσε παράγοντα αστάθειας στην αγορά του ελαιολάδου.

Απλούστευση και ορθολογική οργάνωση του καθεστώτος

Δεδομένου ότι το Συμβούλιο έχει αποφασίσει να αυξήσει τη ΜΕΠ, για να προσαρμοστεί η κοινοτική παραγωγή ελαιολάδου στην πραγματική κατάσταση της αγοράς, οι δαπάνες που προκύπτουν από την εν λόγω αύξηση και επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό της ΕΕ θα αντισταθμιστούν από τη μείωση της ενίσχυσης και από την απλούστευση και την ορθολογική οργάνωση ορισμένων μέτρων που είχαν αποδειχθεί προβληματικά. Ειδικότερα, καταργήθηκαν τα ακόλουθα μέτρα :

  • Kαταργήθηκε η ειδική ενίσχυση στους παραγωγούς μικρής κλίμακας. Πράγματι, η διαχείριση της εν λόγω ενίσχυσης, που είχε θεσπιστεί με σκοπό τη διάθεση πόρων για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των παραγωγών μεγάλης κλίμακας που εξασφαλίζουν το 75% της συνολικής παραγωγής, είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα δυσχερής: ειδικότερα, ένα έλαιο μπορούσε να αποτελέσει δύο φορές το αντικείμενο ενίσχυσης· μία πρώτη φορά υπό μορφή κατ΄αποκοπή ενίσχυσης στους παραγωγούς μικρής κλίμακας και μια δεύτερη φορά στο πλαίσιο της ενίσχυσης για τους λοιπούς παραγωγούς.

  • Kαταργήθηκε επίσης η ενίσχυση στην κατανάλωση. Η εν λόγω ενίσχυση είχε θεσπιστεί κατ΄αρχή για να μειωθεί η απόκλιση μεταξύ της τιμής του ελαιολάδου και της τιμής άλλων φυτικών ελαίων. Εντούτοις, η ενίσχυση στην κατανάλωση μειώθηκε σταδιακά κατά 80% και η εξοικονόμηση που προέκυψε από τη μείωση αυτή διατέθηκε για την ενίσχυση στην παραγωγή. Επομένως, στο εξής η ενίσχυση αυτή θα καταργηθεί πλήρως λόγω των σημαντικών μέσων ελέγχου που αποδείχθηκαν απαραίτητα για την εφαρμογή της, λόγω της δυσχερούς διαχείρισής της και των ελάχιστων επιπτώσεων που προέκυψαν για την κατανάλωση.

  • Το σύστημα της αγοράς στην παρέμβαση αντικαθίσταται από ένα σύστημα ιδιωτικής αποθεματοποίησης, με τη χορήγηση πριμοδότησης. Ο μηχανισμός των δημόσιων αγορών στην παρέμβαση είναι ελάχιστα ενδεδειγμένος για τον τομέα του ελαιολάδου, δεδομένου ότι, παρά τις ΜΕΠ και παρά τα εμπόδια για τις νέες φυτεύσεις, διατηρείται μια ανισορροπία μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης. Επιπλέον, κατά τα τελευταία έτη, η μεταφορά σημαντικού τμήματος της ενίσχυσης της κατανάλωσης στην ενίσχυση στην παραγωγή είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η ενίσχυση στην παραγωγή κατά 66%· η παρασχεθείσα εγγύηση μέσω της τιμής παρέμβασης κατέστη επομένως λιγότερο σημαντική, εξακολουθώντας παράλληλα να αντιπροσωπεύει κίνητρο για την αύξηση της παραγωγής, ανεξάρτητα από την ισορροπία της αγοράς. Τέλος, η διαχείριση των αποθεμάτων από τις δημόσιες αρχές είναι δυσχερής και δεν παρέχει τις απαιτούμενες εγγυήσεις όσον αφορά την ποιότητα του προϊόντος.

Βελτιώσεις των συστημάτων ελέγχου και της ποιότητας

Όσον αφορά τον έλεγχο και για να διατίθενται ακριβή και αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με την παραγωγή ελαιολάδου και τον αριθμό των ελαιόδενδρων στην ΕΕ, η Επιτροπή θα αναπτύξει το σύστημα ανάλυσης με αεροφωτογραφίες, το οποίο καθιέρωσε και θα χρησιμοποιήσει το Σύστημα Γεωγραφικής Πληροφόρησης (ΣΓΠ), που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για τις αροτραίες καλλιέργειες, αντί του ελαιοκομικού μητρώου, έτσι ώστε να συλλέγονται και να αναλύονται τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τον τομέα αυτό.

Η ποιότητα είναι βασικός παράγοντας που επιτρέπει την προσέλκυση των καταναλωτών και την αύξηση της κατανάλωσης του ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις τρίτες χώρες. Kατά συνέπεια, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η Επιτροπή θα χαράξει μια ολοκληρωμένη στρατηγική, που θα είναι καλύτερα συντονισμένη και θα έχει ως κεντρικό άξονα την ποιότητα κατά την ευρεία της έννοια. Η στρατηγική αυτή θα περιλαμβάνει ιδίως την προσαρμογή των αναφορών και των χαρακτηριστικών διάφορων κατηγοριών ελαιολάδου, καθώς και διατάξεις σχετικές με τα πρότυπα καταγωγής.

Ικανοποιητικότερη διανομή της ενίσχυσης

Για να κατανεμηθούν ικανοποιητικότερα οι ενισχύσεις και παράλληλα να παύσουν οι αρνητικές επιπτώσεις από τις ρυθμίσεις της KΟΑ του ελαιολάδου, θεσπίστηκε η εν λόγω μεταρρύθμιση μεταβατικού χαρακτήρα. Ο μεταβατικός χαρακτήρας της αιτιολογείται από την ανάγκη να βελτιωθούν τα μέσα ελέγχου στον τομέα αυτό.

Εντούτοις, η εν λόγω μεταβατική φάση θα χαρακτηρίζεται από πραγματική βελτίωση της στήριξης σε ένα σημαντικό τομέα της αγροτικής οικονομίας πολλών περιοχών, ιδίως μέσω των αυξήσεων της ΜΕΠ και της ενίσχυσης. Επίσης, με τη μεταρρύθμιση θα αποφευχθεί η επιβολή κυρώσεων σε όλους τους παραγωγούς λόγω της πλεονασματικής τοπικής παραγωγής και θα επιτρέψει τον αποτελεσματικό εντοπισμό των αναγκών της οριστικής μεταρρύθμισης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ιδιαίτερη επίγνωση των σημαντικών οικονομικών, κοινωνικών και οικολογικών λειτουργιών της ελαιοκαλλιέργειας και ειδικά για το λόγο αυτό πιστεύει ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη μεταρρύθμισης της αγοράς: η παθητική στάση δεν θα επέτρεπε να τεθεί τέρμα στις διαπιστωθείσες δυσλειτουργίες.

(10/1998)


Top

© ] - [ Up Level ]

Τι vέα

Αναζήτηση

Πληρoφoρίeς